Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερή κυβέρνηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αριστερή κυβέρνηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25/2/14

συζητώντας για την Χιλή του Αλιέντε-θεωρητικάζητήματα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς


Περίληψη εισήγησης σε εκδήλωση (22-02-2014) του ομίλου επαναστατικής θεωρίας Κέρκυρας.




Θεωρητική εισαγωγή.

  1. διερευνώντας τα πιθανά προβλήματα που θα αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς στην χώρα μας, εξετάζουμε βασικά σημεία από την πείρα της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας στην Χιλή. Η στρατηγική της Αριστερής κυβέρνησης σαν ένα πρώτο βήμα σε μια διαδικασία μετάβασης στον σοσιαλισμό, ιστορικά δοκιμάστηκε στην Χιλή το 1970-1973, και σήμερα σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Θεωρητικά διερευνήθηκε κυρίως απο τον Ν Πουλαντζά με τον όρο “δημοκρατικός” δρόμος για τον σοσιαλισμό, με την διευκρίνηση ότι δεν είναι ούτε απλά κοινοβουλευτικόςi, ούτε κατ ανάγκην ειρηνικός.
  2. Πρόκειται για μια επαναστατική διαδικασία, αν καταλαβαίνουμε την κοινωνική επανάσταση, ανεξάρτητα από τις μορφές της, σαν μια διαδικασία ριζικής αναδιοργάνωσης της κοινωνίας (σήμερα απο την καπιταλιστική κοινωνία στη σοσιαλιστικήii). Στην αφετηρία αυτής της διαδικασίας η πολιτική εξουσία αλλάζει χέρια (σήμερα από την αστική τάξη στην εργατική) δηλαδή έχουμε μια πολιτική επανάσταση.
  3. η αναγκαία κατάσταση "δυαδικής εξουσίας" που μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη κατάληψη της εξουσίας έχει ιστορικά εμφανιστεί με τρεις μορφές, δρόμους:
    1. μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης, εξωτερικές προς το υφιστάμενο κράτος, που δημιουργούνται στην πορεία της ταξικής πάλης (πχ Σοβιέτ) διεκδικούν και τελικά αποσπούν την εξουσία από το αστικό κράτος, συνήθως μετά από ένοπλη σύγκρουση. Ο δρόμος αυτός στηρίζεται στην δύναμη και τον καταναγκασμό του αντιπάλου, και απαιτεί ειδικές συνθήκεςiii, όπως επαναστατική κατάσταση η οποία να εξελιχθεί σε επαναστατική κρίση, καταστάσεις που δεν προετοιμάζονται αλλά προκύπτουν -αν προκύψουν- αντικειμενικά.
    2. Ένα παρατεταμένο αντάρτικο που αποσκοπεί στην στήριξη από αγροτικούς πληθυσμούς, μορφή που εφαρμόστηκε νικηφόρα στην Κίνα, Κούβα, γενικά σε αγροτικές χώρες, ή χώρες υπό κατοχή.
    3. Την στρατηγική της κατάκτησης της πλειοψηφίας στο αστικό κοινοβούλιο, την απόσπαση της κυβέρνησης, που εγκαινιάζει μια μακρά μεταβατική περίοδο ριζοσπαστικών αλλαγών με σκοπό την κατάληψη ολόκληρης της εξουσίας, τον μετασχηματισμό του κράτους και το άνοιγμα του δρόμου για τον σοσιαλισμό.
  4. Ο δρόμος της πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο, ή ο “δημοκρατικός” δρόμος όπως θα τον ονομάζουμε απο εδώ και πέρα, (ανεξάρτητα αν ο όρος είναι δόκιμος), έχει σαν βασικά χαρακτηριστικάiv: ότι οι κρίσιμες αλλαγές θα προχωράνε μόνο αφού εξασφαλίζουνε λαϊκή πλειοψηφία (είτε με έγκριση προγράμματος σε εκλογές, είτε πχ με δημοψήφισμα). Ότι οι λαϊκές δυνάμεις που κατακτάνε μερική κρατική εξουσία, προσπαθούν διαρκώς να βελτιώνουν τον συσχετισμό δυνάμεων, και έτσι να προχωράνε την επαναστατική διαδικασία, εξασφαλίζοντας πλήρη ελευθερία δράσης σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, ακόμα και τις εχθρικές. Ότι συνδυάζονται μορφές αντιπροσώπευσης με αμεσοδημοκρατικές, και προσπάθεια ενεργοποίησης του λαϊκού παράγοντα. Ότι αν για κάποιο λόγο χαθεί η πλειοψηφία υπάρχει η δυνατότητα υποχώρησης και κυβερνητικής εναλλαγής.



Τα γεγονότα.

  1. Το 1970, η Λαϊκή Ενότητα, συμμαχία του κομμουνιστικού, του σοσιαλιστικού, και τεσσάρων άλλων μικρότερων κομμάτων, κέρδισε τις προεδρικές εκλογές αποσπώντας το 36% των ψήφων, έvαvτι 35% που πήρε o δεξιός υποψήφιος του Εθνικού Κόμματός και 27,8% που έλαβε o κεντρώος υποψήφιας των Χριστιανοδημοκρατών.
  2. η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας προχώρησε σε σειρά σημαντικών αλλαγών. Εθνικοποιήθηκε o χαλκός, το σημαντικότερο προϊόν της χώρας που το εκμεταλλεύονταν αμερικάνικες πολυεθνικές. Μέσα στα πρώτα δυο χρόνια διακυβέρνησης, εθνικοποιείται μεγάλο μέρος της παραγωγής, ο δημόσιος τομέας φτάνει να παράγει περισσότερο από το 50% του ακαθάριστου βιομηχανικού προϊόντος. Αυξήθηκαν τα μεροκάματα: των εργατών 38%, των υπάλληλων 120% . Η ανεργία μειώθηκε στο 10% και το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 8%. Παίρνονται μέτρα εκδημοκρατισμού, γίνεται προσπάθεια να οργανώσει από τα κάτω μορφές κρατικής εξουσίας (πχ λαϊκή πολιτοφυλακή, λαϊκά δικαστήρια), χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία.
  3. Μετά το πρώτο μούδιασμα εκδηλώνεται σφοδρή αντεπίθεση της αστικής τάξης με επενδυτική αποχή, φυγή κεφαλαίων, μαύρη αγορά, πληθωρισμό. Στον πολιτικό τομέα έχουμε άμεση προετοιμασία πραξικοπήματος με τον στρατηγό Βιώ, τον οποίο όμως οι Αμερικάνοι συμβουλεύουν να περιμένει γιατί το θεωρούν πολύ πρόωρο. Έχουμε σημαντικές αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις μεσαίων στρωμάτων (ιδιοκτήτες φορτηγών,φοιτητές, γιατροί, δικηγόροι, μαγαζάτορες), διαδηλώσεις “κατσαρόλας”, αλλά και απεργίες μέρους της εργατικής τάξης. Εκδηλώνονται πρόωρες καταλήψεις εργοστασίων ακόμα και μικρών, είτε αυθόρμητα είτε καθοδηγούμενες απο αριστεριστές. Οι σημαντικές οικονομικές δυσκολίες αλλά και το κλίμα χάους και διάλυσης στρέφουν την μεγάλη πλειοψηφία των μεσαίων στρωμάτων δεξιά. Οργανώνονται ένοπλες ομάδες, φασιστικές και απο αριστεριστές, και καλλιεργείται κλίμα εμφυλίου πολέμου. Αριστεριστές καλούν τη εργατική τάξη σε κατάληψη της εξουσίας με ανατροπή της κυβέρνησης απο τα “αριστερά”. Ξεσπά μεγάλη απεργία στα ορυχεία, με συντεχνιακά χαρακτηριστικά, και πλήρη υποστήριξη απο την Δεξιά. Δεύτερη απόπειρα πραξικοπήματος καταπνίγεται. Η κυβέρνηση αναθέτει στον στρατό να αφοπλίσει όλες τις ένοπλες ομάδες. Ο στρατηγός Πινοσέτ οργανώνει τρίτο αιματηρό πραξικόπημα, που ανατρέπει την κυβέρνηση.



Ο συσχετισμός δύναμης.

  1. ερμηνείες που αποδίδουν τη ήττα στο ότι η Λαϊκή Ενότητα δεν προχώρησε πιο αποφασιστικά στο δρόμο του σοσιαλισμού και στο να καταλάβει ολόκληρη την εξουσία παραβλέπει εντελώς τον συσχετισμό δύναμης. Αρχικά τον εκλογικό συσχετισμό (36%), αλλά κυρίως τον ουσιαστικό, δηλαδή την ωριμότητα και ετοιμότητα της εργατικής τάξης, την ικανότητα της να επιδείξει ηγεμονική συμπεριφορά, αλλά και να διατηρήσει τη συμμαχία με τα μεσαία στρώματα. Από την άλλη αριστερίστικες ομάδες και κόμματα δρούσαν χωρίς να παίρνουν υπόψιν τους συσχετισμούς, σαν να είχε κατακτηθεί όλη η εξουσία, προέτρεπαν σε γενικές καταλήψεις εργοστασίων, ακόμα και πολύ μικρών, οργανώνανε ένοπλες ομάδες καλλιεργώντας ένα κλίμα εμφυλίου, καταστρέφοντας τη συμμαχία με τους μικροαστούς και δημιουργώντας κλίμα χάους, που τελικά χρησιμοποιεί σαν πρόσχημα ο στρατός για να επέμβει.
  2. Βασικό συμπέρασμα είναι ότι κάθε ριζοσπαστικό μέτρο πρέπει να συγκεντρώνει πλειοψηφία πριν προωθηθεί. Ότι η πολιτική δεν πρέπει να μετρά μόνο τις διαθέσεις μερικών πρωτοπόρων εργατών, αλλά όλης της τάξης, και μάλιστα όλης της κοινωνίας. Ότι τα μέτρα που παίρνονται πρέπει να αποσκοπούν στην βελτίωση του συσχετισμού δύναμης και όχι στο αδυνάτισμα του, τροφοδοτώντας την δημαγωγία της Δεξιάς. Ότι η εργατική τάξη δεν είναι δεδομένη, ότι πρέπει να κερδίζεται συνεχώς, και ότι μπορεί συντεχνιακή συμπεριφορά μερίδων της να ενταχθεί στο αντεπαναστατικό σχέδιο της Δεξιάς, ή στον τυχοδιωκτισμό αριστερίστικων ομάδων. Όλα αυτά βαραίνουν αποφασιστικά ιδιαίτερα που σε αυτές τις καταστάσεις ο συσχετισμός δύναμης είναι οριακός και μια μικρή μετατόπιση του μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή.
  3. Οι αποφάσεις σε αυτές τις σύνθετες καταστάσεις δεν είναι εύκολες. Και οι μπολσεβίκοι δυσκολεύονταν να βρουν την διαφορά μεταξύ αναγκαστικού συμβιβασμού και απαράδεκτης υποχώρησης. Πχ στην ειρήνη του Μπρέτ-Λιτόβσκ, ο Λένιν δυσκολεύτηκε να πείσει την Κεντρική επιτροπή, και έχασε δυο απανωτές ψηφοφορίες (Δεκέμβρης-Γενάρης) με αποτέλεσμα τελικά να υπογραφεί πολύ χειρότερη συνθήκη απο ότι μπορούσε αρχικά.



Τα μεσαία στρώματα.

  1. τα μεσαία στρώματα συμμαχούν ιδεολογικά με την αστική τάξη στην βάση της ιδιοκτησίας, και πολιτικά-οικονομικά στην βάση της δυνατότητας να αποκτούν κάποιο πλούτο. Όταν η συμμαχία αυτή διαρραγεί για κάποιο λόγο και ταλαντευτούν προς την μεριά της εργατικής τάξης ανοίγει η δυνατότητα πολιτικών ανατροπών. Όμως η στάση τους δεν είναι σταθερή. Πολύ γρήγορα μπορεί να αλλάξουν διάθεση και πολιτικές προτιμήσεις ανατρέποντας τον γενικό συσχετισμό δυνάμεων.
  2. Τι έγινε στην Χιλή. Αρχικά τα μεσαία στρώματα κρατάνε μια στάση ευνοϊκής ουδετερότητας (οι αυξήσεις μισθών αυξάνουν το τζίρο τους), που γρήγορα με τις πρώτες δυσκολίες μετατρέπεται σε δυσαρέσκεια. όταν κλιμακώνεται η αστική αντεπίθεση σε συνδυασμό με άκαιρες ενέργειες επιθέσεων στην μικρή ιδιοκτησία αυθόρμητα απο εργάτες,ή με την καθοδήγησε αριστεριστών, περνάνε σε ανοικτή εχθρότητα. Διαδηλώνουν, κρύβουν τρόφιμα και προϊόντα, κάνουν μαύρη αγορά, ενισχύουν την φασιστική patria y liberta.
  3. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Οκτωβριανής επανάστασης: τα μεσαία στρώματα (δηλαδή τότε ο μεγάλος όγκος των αγροτών) ήταν δυσαρεστημένα με τον πόλεμο και παλεύανε για την απόκτηση της γης των τσιφλικάδων. Οι μπολσεβίκοι τα κερδίζουν μαζικά με το μοίρασμα της γης αντίθετα μάλιστα με το πρόγραμμα τους που πρόβλεπε εθνικοποίηση και όχι μοίρασμα σε ιδιώτες. Έτσι κερδίζουν τον εμφύλιο και αντέχουν απέναντι στην ιμπεριαλιστική επίθεση. Όμως η πολιτική επιτάξεων των αγροτικών πλεονασμάτων που επιβάλει ο εμφύλιος και ο λιμός, τους στρέφει απότομα ενάντια στην Σοβιετική εξουσία. Έχουμε πολιτική κρίση με αποκορύφωμα τα γεγονότα της Κροστάνδης. Ο Λένιν έγκαιρα το συνειδητοποιεί και προτείνει την ΝΕΠ (νέα οικονομική πολιτική), δηλαδή αντικατάσταση των επιτάξεων με φόρο σε είδος, και ελευθερία του εμπορίου με σχετική αναζωογόνηση του καπιταλισμούv. Παράλληλα προτείνουν την συνεταιριστικοποίηση σε αυστηρά εθελοντική βάση. Έτσι ξανακερδίζουν αν όχι την υποστήριξη τουλάχιστον την ανοχή του μεσαίου αγρότη. Μετά 10 περίπου χρόνια, η πολιτική της ΝΕΠ εγκαταλείπεται. Οι μπολσεβίκοι προχωράνε σε μαζική και βίαιη συνεταιριστικοποίηση, στρέφοντας τους αγρότες μαζικά εναντίον τους, απομονώνοντας την σοβιετική εξουσία απο την πλειοψηφία του λαού, κάτι που δεν αναστράφηκε ποτέ (με ένα μικρό διάλειμμα στη διάρκεια του πατριωτικού πολέμου.)
  4. Σήμερα η πιθανή αριστερή κυβέρνηση θα έχει να λύσει τον γρίφο με τα μεσαία στρώματα. Η καταστροφική πολιτική των μνημονίων τα οδήγησε να εγκαταλείψουν τα αστικά κόμματα και ένα μέρος τους να στραφεί στον ΣΥΡΙΖΑ (άλλο στην Χρυσή Αυγή). Είναι συνηθισμένα στην φοροδιαφυγή, και προσδοκάν εύκολο και γρήγορο κέρδος, για να συνεχίσουν τον υπερκαταναλωτισμό που τα διέκρινε πριν την κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως έχει βασική προγραμματική θέση το χτύπημα της φοροδιαφυγής. Θα καταφέρει να το κάνει (φυσικά μέσα σε ένα συνολικό πακέτο μέτρων όπως την αύξηση του τζίρου τους, την αντιμετώπιση των προβλημάτων ρευστότητας και της πιστωτικής ασφυξίας) χωρίς να πυροδοτήσει την εχθρότητα τους;
  5. τα μεσαία στρώματα επηρεάζουν φυσικά και μεγάλα κομμάτια της εργατικής τάξης. Είτε ιδεολογικά, είτε λόγω αντικειμενικών αιτιών: δεύτερης μη-μισθωτής δουλειάς, οικογενειακών δεσμών, ή και καταγωγής. Άρα το ζήτημα της αντιμετώπισης τους αναδείχνεται σε βασικό παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων, δεδομένου ότι σε αυτό το πολυάριθμο τμήμα (στην Ελλάδα 40% περίπου του οικονομικά ενεργού πληθυσμού σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΣΥΕ) απευθύνεται και η Χρυσή Αυγή, αλλά φυσικά και τα βασικά κόμματα της αστικής τάξης.



Το ζήτημα του στρατού.

  1. μια ορισμένη αριστερή ανάλυση θεωρεί ότι ο στρατός είναι αστικός (πράγμα σωστό) και άρα αναγκαστικά θα παρέμβει κάποια στιγμή για να αποτρέψει την πορεία προς τον σοσιαλισμό (πράγμα όχι σωστό). Αυτή η ανάλυση παραβλέπει τις πολιτικές προϋποθέσεις για να κινηθεί ο στρατός, και επίσης θεωρεί μηχανιστικά ότι ο στρατός είναι εργαλείο που το κινεί κατά βούληση η αστική τάξη. Τελικά αν ήταν έτσι καμιά επαναστατική προσπάθεια δεν θα μπορούσε να ευοδωθεί.
  2. Η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων ανήκει στα μεσαία στρώματα ταξικά, αλλά και απο καταγωγή. Η συνείδηση τους πηγαίνει σχετικά παράλληλα με την γενικότερη συνείδηση των μεσαίων στρωμάτων. Την στιγμή που τα στρώματα αυτά διάκεινται ευνοϊκά ή είναι ουδέτερα, είναι πολύ δύσκολο να οργανωθεί πετυχημένο πραξικόπημα. Αν εκδηλωθεί πρόωρα, ο στρατός μπορεί να διασπαστεί και να αποτύχει. Αυτό θα οδηγήσει σε εξάρθρωση των αντιδραστικών στοιχείων, θα είναι ένα σημαντικό βήμα να κατακτηθεί ολόκληρη η εξουσία απο τις λαϊκές δυνάμεις.
  3. Στην διάρκεια της κυβέρνησης Αλιέντε είχαμε τρεις προσπάθειες πραξικοπήματος. Μια αμέσως μετά την εκλογική νίκη απο τον στρατηγό Βιώ, που τελικά δεν εκδηλώθηκε ανοικτά γιατί οι Αμερικανοί τον συμβούλεψαν να περιμένει γιατί ήταν πρόωρο. Μια δεύτερη απο το σύνταγμα τεθωρακισμένων στο Σαντιάγκο, με επικεφαλής τον φασίστα συνταγματάρχη Σουπέρ, που κατεστάλλει, και οδήγησε σε δραστηριοποίηση σημαντικού μέρους της εργατικής τάξης, ακόμα και σε ένοπλες εκδηλώσεις μετά απο κάλεσμα και του ΚΚΧ αλλά και της αριστερής πτέρυγας του σοσιαλιστικού κόμματος. Και η τρίτη απο τον “δημοκράτη” Πινοσέτ, που έγινε δυνατό αφού το κλίμα είχε οξυνθεί τόσο πολύ, που η χώρα έμοιαζε να ήταν στα πρόθυρα εμφυλίου. Όμως και η κυβέρνηση δυστυχώς είχε λύσει τα χέρια του στρατού α) αναθέτοντας του τον αφοπλισμό των φασιστών και των ένοπλων ομάδων των αριστεριστών, β) βάζοντας στρατηγούς στην κυβέρνηση, και γ) κηρύσσοντας η ίδια στρατιωτικό νόμο για να αντιμετωπίσει την φασιστική βία, τις τυφλές απεργίες των μικροαστών, και την αναρχία που δημιουργούσε η ανεύθυνη στάση των αριστεριστών.
  4. Η αδυναμία της κυβέρνησης ήταν ότι αντί να οργανώσει εργατικές ομάδες για την επιβολή της τάξη και τον αφοπλισμό φασιστών και αριστεριστών, εμπιστεύτηκε τον στρατό. Είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει λαϊκή πολιτοφυλακή αλλά χωρίς σπουδαία αποτελέσματα, η εργατική τάξη φάνηκε ανέτοιμη για τέτοιο καθήκον. Το περίεργο ήταν ότι ενώ η πλειοψηφία της έφτανε το πολύ μέχρι την διεκδίκηση άμεσων αιτημάτων, με συντεχνιακό τρόπο πολλές φορές, αριστεριστές την καλούσαν να ανατρέψει την κυβέρνηση παίρνοντας όλη την εξουσία. Αλήθεια πιστεύανε ότι αν οι cordonnes, (οι εργατικές επιτροπές που σχηματίστηκαν σε βιομηχανικές ζώνες, κάτι σαν Σοβιέτ) που δεν συγκεντρώναν την πλειοψηφία των εργατών, προσπαθούσαν τυχοδιωκτικά και χωρίς λαϊκή ούτε καν εργατική νομιμοποίηση να πάρουν πρόωρα την εξουσία ο στρατός θα παρακολουθούσε απαθής; ή ακόμα χειρότερα, πιστεύει κανείς ότι με την σημερινή στρατιωτική τεχνολογία μπορεί το λαϊκό κίνημα να αντιπαρατεθεί ένοπλα με τον επαγγελματικό στρατό;
  5. το στρατιωτικό ζήτημα δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Πέρα απο τα τεχνικά μέτρα για τον εκδημοκρατισμό του στρατού (περιορισμό τυφλής πειθαρχία και ενίσχυση δικαιωμάτων φαντάρων, σπάσιμο στεγανών, αντικατάσταση αντιδραστικών στρατηγών με προοδευτικούς κτλ) τα κύρια μέτρα είναι πολιτικά. Προσοχή στη συμμαχία με τα μεσαία στρώματα, ύπαρξη πλειοψηφίας για κάθε μεγάλη αλλαγή που αφαιρεί κάθε πρόσχημα αντιδημοκρατικής εκτροπής, αποφασιστική αντιμετώπιση της φασιστικής βίας αλλά και του τυχοδιωκτικού αριστερισμού που δημιουργεί το απαραίτητο κλίμα..
  6. Σε αντίθεση με την διαδεδομένη άποψη ότι το κράτος έκτακτης ανάγκης (φασισμός ή δικτατορία) επιβάλλεται για να ανακοπεί η ανοδική πορεία της επαναστατικής εργατικής τάξης, ο Πουλαντζάς έκανε την κρίσιμη παρατήρηση ότι αντίθετα κράτος έκτακτης ανάγκης επιβάλλεται αφού η εργατική τάξη έχει ηττηθεί πολιτικά. Ήδη πριν το πραξικόπημα Πινοσέτ η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας είχε χάσει την πλειοψηφία, είχε απομονωθεί σημαντικά, όχι μόνο απο τα μεσαία στρώματα αλλά και απο κομμάτια της εργατικής τάξης, που την εγκαταλείπανε και προς τις δύο κατευθύνσεις, και προς τα δεξιά και προς τα “αριστερά”. Σε μια τέτοια περίπτωση καλλίτερη λύση είναι της συντεταγμένης υποχώρησης. Μια λύση σε αυτά τα πλαίσια είναι η προκήρυξη εκλογών και η προσωρινή εγκατάλειψη της κυβέρνησης, ή η προσπάθεια ευρύτερης συνεννόησης πιθανά με κομμάτι του αστικού κόσμου, μέχρι ο συσχετισμός δυνάμεων βελτιωθεί και να επανέλθουμε στην επαναστατική διαδικασία.





Το μέτωπο της οικονομικής διαχείρισης και αποτελεσματικότητας.

  1. Πέρα απο τις πολιτικές πλευρές που αναφέραμε το βασικότερο ζήτημα στο οποίο τελικά θα κριθεί η αριστερή κυβέρνηση είναι το μέτωπο της αποτελεσματικότητας και της βελτίωσης της ζωής του λαού. Γιατί μπορεί ένας απολογισμός να αναφέρει ότι εθνικοποιήθηκε το 50% της βιομηχανίας, αλλά αν αυτό συνοδεύεται απο πληθωρισμό, ακρίβεια, έλλειψη ειδών πρώτης ανάγκης αύξηση της ανεργίας κτλ, ο ισολογισμός φυσικά είναι αρνητικός.
  2. ορισμένοι στην αριστερά όχι μόνο δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αλλά ούτε καταλαβαίνουν την ύπαρξη του προβλήματος. Για αυτούς εξ ορισμού η δημόσια ΔΕΗ είναι καλλίτερη απο την ιδιωτική, η εργατική διαχείριση είναι αποτελεσματικότερη απο την καπιταλιστική κτλ. Αυτό όμως πρέπει να αποδειχτεί όχι με επιχειρήματα αλλά στην πράξη. Και εδώ δεν ξέρουν ούτε καν απο που να αρχίσουν. Αυτά τα προβλήματα ταλαιπώρησαν έντονα και τούς μπολσεβίκους ιδιαίτερα τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Ο Λένιν δεν διστάζει με βάση την πείρα που συσσωρεύεται να αναθεωρήσει τα ίδια του τα γραπτά και να προτείνει βιώσιμες λύσεις, όπως την μονοπρόσωπη διεύθυνση στην θέση των εργατικών επιτροπών, και την αξιοποίηση αστών ειδικών, αναγνωρίζοντας την σχετική αδυναμία των εργατών να διαχειριστούν τις επιχειρήσειςvi. Σχηματίζεται η εργατική αντιπολίτευση που τον κατηγορεί για “δεξιά στροφή”, του θυμίζει τις θέσεις τ' Απρίλη και άλλα κείμενα του, με έντονη ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση.
  3. Στην Χιλή εκτιμάνε ότι κατ αρχή εθνικοποιήσανε ένα μεγάλο ποσοστό επιχειρήσεων, ακόμα και μικρής σπουδαιότητας, που δεν μπορούσαν να διαχειριστούν σωστά. Παραπέρα, αριστερίστικα στοιχεία καθοδηγούσαν εργάτες να καταλάβουν την κάθε επιχείρηση, μικρή ή μεγάληvii. Το αποτέλεσμα ήταν πτώση της παραγωγής, μετά την αρχική άνοδο 8% του πρώτου χρόνου. Παράλληλα αυτή η ανασφάλεια έσπρωχνε την αστική τάξη σε επενδυτική αποχή και στην μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό.
  4. Βασικό ζήτημα είναι η ικανότητα που θα δείξει η εργατική τάξη στον εργατικό έλεγχο, ώστε να μην είναι συντεχνιακός αλλά για τα συνολικά ταξικά συμφέροντα, πράγμα καθόλου αυτονόητο. Η προθυμία της να αρθεί πάνω απο τα στενά οικονομικά συμφέροντα σε όφελος των πολιτικών, πράγμα και αυτό καθόλου αυτονόητο, ιδιαίτερα που δυνάμεις αριστεριστών αλλά και της δεξιάς την καθοδηγούν για το αντίθετο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η απεργία των ορυχείων χαλκού. Ενώ οι διεθνείς τιμές χαλκού έπεφταν ραγδαία, και η κυβέρνηση στηριζόταν εν πολλοίς στην κερδοφορία των ορυχείων για τη κοινωνική της πολιτική, ξεκινάνε απεργία με στόχο να πάρουν και αυτοί τις αυξήσεις που δόθηκαν σε πιο κακοπληρωμένα τμήματα εργατών. Τους υποστηρίζει ανοικτά η Δεξιά που οργανώνει οικονομική εξόρμηση ενίσχυσης τους.
  5. Σήμερα η πλειοψηφία συμφωνεί με τις ιδιωτικοποιήσεις, ή έχει σοβαρές επιφυλάξεις για την ικανότητα του δημόσιου να διαχειριστεί αποτελεσματικά επιχειρήσεις. Πέρα απο τις ευθύνες των αστικών κομμάτων που κυριολεκτικά ασελγούν πάνω στις δημόσιες επιχειρήσεις, που τις χρησιμοποιούν σαν μεταφορείς αξίας στον ιδιωτικοκαπιταλιστικό τομέα, που τις διαχειρίζονται σπάταλα και κάποτε με συνειδητό στόχο την απαξίωση τους, ένα μέρος ευθύνης υπάρχει και στους εργαζόμενους. Ή εν πάση περιπτώσει έχουν ευθύνη να παλέψουν για την αλλαγή της κατάστασης και την μετατροπή τους σε αποτελεσματικές και σύγχρονες επιχειρήσεις. Στα πλαίσια αυτά αν αλλάξει χέρια η εξουσία, και στα πλαίσια μια μεταβατικής πορείας προς στον σοσιαλισμό πρέπει να είναι έτοιμοι να κάνουν και οικονομικές θυσίες ώστε στην άμιλλα με τις ιδιωτικοκαπιταλιστικές επιχειρήσεις να βγούνε νικητές και να έχουν δείξει έμπρακτα ότι το δημόσιο μπορεί όχι μόνο να μην είναι χειρότερο αλλά να είναι και καλλίτερο. Αλλιώς ο σοσιαλισμός θα μείνει ευσεβής πόθος κάποιων αριστερών.



Επίλογος.


Η μακράν πιθανότερη επαναστατική στρατηγική στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, είναι η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου, που ξεκινάει με την κατάληψη απο την Αριστερά της κυβέρνησης, συνεχίζει -αν βελτιωθεί ο συσχετισμός των δυνάμεων- στην κατάληψη όλης της εξουσίας, και ανάλογα με τις διεθνείς προϋποθέσεις και τις παράλληλες εξελίξεις σε ομάδα χωρώνviii, ανοίγει το δρόμο για τον σοσιαλισμό. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τον κοινοβουλευτισμό της σοσιαλδημοκρατίας. Ο δρόμος αυτός δεν είναι εξελικτικός, απαιτεί αρκετές ρήξεις, περισσότερες απο την μια που απαιτεί οι άλλοι. Ο δρόμος αυτός φυσικά περικλείει κινδύνους “ενσωμάτωσης” και ρεφορμισμού, και επαγρύπνηση για δεξιά λάθη. Απαιτεί όμως να ξεπεραστούν και οι σκόπελοι του αριστερισμού που σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να αποβούν μοιραίοι, εξασκώντας στις επαναστατικές δυνάμεις μια διπλή πίεση και απο τα δεξιά και απο τα αριστερά, σε συνθήκες που ο συσχετισμός δυνάμεων είναι οριακός και κρίνεται ανά πάσα στιγμή. Όμως είναι δρόμος που αν δεν γίνουν σοβαρά λάθη μπορεί να δρομολογήσει το άνοιγμα της επαναστατικής διαδικασίας. Ίσως στην Ελλάδα να έχουμε την μεγάλη χαρά και τιμή να δοκιμάσουμε αυτήν την πιθανότητα και να αναμετρηθούμε με αυτά τα καθήκοντα, πράγμα που σήμερα αντικειμενικά αποτελεί και μια σοβαρή διεθνιστική συμβολή στην υπόθεση της παγκόσμιας εργατικής τάξης.



 

iΤα σημαντικότερα πράγματα συμβαίνουν εκτός κοινοβουλίου, εκεί απλά αντανακλάται ο πολιτικός συσχετισμός που δημιουργεί η ταξική πάλη σε μια δεδομένη συγκυρία.

iiΑνεξάρτητα του γεγονότος ότι λόγω των γνωστών καταρρεύσεων, το τι ακριβώς σημαίνει σοσιαλισμός είναι ένα ανοικτό ζήτημα ακόμα στην Αριστερά.

iiiΆλλες προϋποθέσεις είναι η ύπαρξη βιομηχανικής εργατικής τάξης συγκεντρωμένης σε μεγάλα εργοστάσια, και ή έλλειψη αναπτυγμένης αστικής δημοκρατίας. Θεωρώ πάντως ότι η σύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία καθιστούν απαγορευτική την ένοπλη αναμέτρηση με τον επαγγελματικό στρατό.

ivΣτα πλαίσια αυτής της στρατηγικής χρησιμοποιείται ένα ολόκληρο διαφορετικό σύστημα εννοιών. Οι έννοιες της επαναστατικής κατάστασης και επαναστατικής κρίσης εμπλουτίζονται με τις έννοιες της ηγεμονίας, της κρίσης εκπροσώπησης, του μπλοκ εξουσίας, του πολέμου θέσεων, της τάξης-στήριγμα, της κυβερνώσας τάξης (που μπορεί να είναι διαφορετική απο την κυρίαρχη), έννοιες που επεξεργάστηκε κυρίως ο Πουλαντζάς στα θεωρητικά έργα του.

vΠάλι αντιμετωπίζει σφοδρή αντιπολίτευση που τον κατηγορεί για εγκατάλειψη του σοσιαλιστικού δρόμου. Γενικά σε κάθε καμπή των γεγονότων και στην ανάγκη αναπροσαρμογής της πολιτικής ένα μεγάλο μέρος του κόμματος απο αδράνεια υπερασπίζεται την παλιά γραμμή, δημιουργώντας κομματική κρίση.

viΣτην πραγματικότητα είχαμε εκτεταμένα φαινόμενα απουσιών, κοπάνας, κλοπής και πώληση πρώτων υλών ακόμα και μηχανημάτων. Πολλές επιχειρήσεις με εργατική διαχείριση φτάσανε στα πρόθυρα της διάλυσης. Αυτό ανάγκασε τους μπολσεβίκους να πάρουν σκληρά μέτρα εργασιακής πειθαρχίας. Επί Στάλιν φτάσανε στην υπερβολή 20' καθυστέρηση στην πρωινή προσέλευση να είναι ...ποινικό αδίκημα!

viiΟ Λένιν έχει γράψει ότι η εθνικοποίηση είναι εύκολη γιατί βασίζεται στην θέληση (απλή απόφαση), η διαχείριση είναι δύσκολή γιατί απαιτεί ικανότητα.


viiiΝομίζω ότι ενώ μεγάλο μέρος της αριστεράς και των μαρξιστών έχει εγκαταλείψει στα λόγια την στρατηγική του σοσιαλισμού σε μια χώρα, στην πράξη πολλοί προτείνουν πολιτική που παραγνωρίζει την ανάγκη παράλληλων αλλαγών σε ευρύτερες περιοχές. Η επιμονή για έξοδο απο την Ευρωπαϊκή Ένωση νομίζω είναι έκφραση αυτής της τάσης.

3/2/13


Από την πείρα της Χιλής το 1970-1973




Ο παρατεταμένος κοινωνικός πόλεμος στη χώρα μας, που καθιστά ρεαλιστική τη δυνατότητα σχηματισμού αριστερής κυβέρνησης, επέβαλλε το άνοιγμα της συζήτησης για τα θεωρητικά προβλήματα του κράτους και της εξουσίαςi. Στα πλαίσια αυτά έχει πιστεύουμε ενδιαφέρον η μελέτη του πιο προχωρημένου μέχρι τώρα ιστορικού παραδείγματος, της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή,ii ιδιαίτερα μάλιστα που στην τραγική της κατάληξη βασίζονται μια σειρά λαθεμένες, “αριστερέςiii” αντιλήψεις.
Οι αναλύσεις μας θα πάρουν υπόψη τη μεγάλη θεωρητική, αυτοκριτική προσπάθεια που κατέβαλλε μετά την ήττα το Κομμουνιστικό Κόμμα Χιλής, με σειρά άρθρων στελεχών του, βασισμένα σε συλλογικές επεξεργασίες.

1. Τα ιστορικά γεγονότα


Το φθινόπωρο του 1970, η Λαϊκή Ενότητα, μια συμμαχία του κομμουνιστικού, του σοσιαλιστικού, του ριζοσπαστικού και τριών άλλων μικρότερων κομμάτων, κέρδισε τις προεδρικές εκλογές αποσπώντας το 36% των ψήφων, έvαvτι 35% που πήρε o δεξιός υποψήφιος του Εθνικού Κόμματoς, Αλεσσάvτρι, και 27,8% που έλαβε o κεντρώος υποψήφιoς των Χριστιανοδημοκρατών, Τόμιτς.
Η εκλογή του Αλιέντε δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Το λαϊκό κίνημα της Χιλής και το Κομμουνιστικό κόμμα κατάφεραν να διαδραματίσουν περισσότερο ενεργητικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας ήδη από τη δεκαετία του 1930. Για παράδειγμα το 1938 το ΚΚ Χιλής συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάδειξη της πρώτης κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου στη Λατινική Αμερική η οποία έφραξε το δρόμο του ανερχόμενου φασισμού, προωθώντας δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και μερικά οικονομικά μέτρα βελτίωσης της αξιοθρήνητης πραγματικά ως τότε ζωής των εργαζομένων.
Σύμφωνα με το πρόγραμμά της η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας προχώρησε αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων της σε σειρά σημαντικών αλλαγών. Εθνικοποιήθηκε κατ' αρχήν o χαλκός, το σημαντικότερο προϊόν της χώρας που το εκμεταλλεύονταν ως τότε, αλλά και σήμερα, οι αμερικάνικες πολυεθνικές. Μέσα στα πρώτα δυο χρόνια διακυβέρνησης, οι εθνικοποιήσεις περιέλαβαν πολλούς άλλους καίριους κλάδους της οικονομίας όπως τα μεταλλουργεία, τα ορυχεία σιδηρομεταλλεύματος και νίτρου, τα εργοστάσια τσιμέντου, την κλωστοϋφαντουργία, την παραγωγή και διανομή ηλεκτρικού ρεύματος καθώς και τις τράπεζες.
Ο δημόσιος τομέας της οικονομίας παρήγαγε στα τέλη του 1972 περισσότερο από το 50% του ακαθάριστου βιομηχανικού προϊόντος. Συνολικά η βιομηχανική παραγωγή, επίσης, αυξήθηκε με γρήγορους ρυθμούς. Παράλληλα πήρε μέτρα εκδημοκρατισμού, προσπάθησε να οργανώσει από τα κάτω μορφές κρατικής εξουσίας (πχ λαϊκή πολιτοφυλακή, λαϊκά δικαστήρια), χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία.
Τους τελευταίους μήνες του 1971, ένα περίπου χρόνο μετά την εκλογή του Αλιέντε, άρχισαν να διαφαίνονται οικονομικές δυσκολίες: άνοδος του κόστους ζωής, προβληματικός ανεφοδιασμός σε προϊόντα, κάμψη της παραγωγής.
Οι συνθήκες αξιοποιήθηκαν από τις αντιδραστικές δυνάμεις για να μειώσουν το κύρος της κυβέρνησης στο λαό και κυρίως στα μεσαία στρώματα και να προετοιμάσουν έτσι το έδαφος για στρατιωτικό πραξικόπημα, που οργανώθηκε με την καθοδήγηση της CIA.
Τα γεγονότα αυτά πυροδότησαν τότε έντονες συζητήσεις για τη στρατηγική των δρόμων περάσματος στο σοσιαλισμό. Από τη μια πριμοδότησαν απόψεις όπως ο “ιστορικός συμβιβασμός” του ΙΚΚ, και από την άλλη απόψεις για το ανέφικτο ενός “δημοκρατικού” δρόμου.
Ακόμα και σήμερα ομάδες της αριστεράς, παραμένουν σε αυτή την αντίληψη.
Η αφήγηση πχ της οργάνωσης ΔΕΑiv είναι η κάπως απλοϊκή εκδοχή. Μιλά για ψευδαισθήσεις “ειρηνικού και κοινοβουλευτικού” περάσματος στο σοσιαλισμό. Η ερμηνεία τους είναι περίπου η εξής: Η αριστερά παίρνει την κυβέρνηση με ένα “κευνσιανό” πρόγραμμα (πράγμα όχι ακριβές, αλλά και έτσι να ήταν, δεν είναι κακό με βάση την πείρα πχ των μπολσεβίκων), έχουμε έξαρση αγώνων, δημιουργούνται αυθόρμητα εργοστασιακές επιτροπές και άλλες αμεσοδημοκρατικές μορφές που μπορεί να αποτελέσουν εναλλακτικό κράτος. Όμως η κυβέρνηση δεν τις αξιοποιεί για να πάρει όλη την εξουσία αλλά συμβιβάζεται με τη δεξιάv και την αστική τάξη. Ο στρατός από τη φύση του οργανώνει συνωμοσίες και τελικά λόγω και των υποχωρήσεων της κυβέρνησης και της Αριστεράς πετυχαίνει πραξικόπημα.
Η ανάλυση είναι εντελώς απλοϊκή. Πάσχει από πλήρη έλλειψη υπολογισμού του πραγματικού συσχετισμού ταξικών και πολιτικών δυνάμεων. Δεν κάνει καμιά ανάλυση για τις αντιφάσεις της διαδικασίας. Καμία αναφορά στις ταξικές συμμαχίες και το ρόλο των μεσαίων στρωμάτων. Δείχνει άγνοια της πραγματικής εξέλιξης της στάσης του στρατού. Καμιά ιδέα για τις συνθήκες που κατέστησαν δυνατό το πραξικόπημα (το αντιμετωπίζουν σαν φυσική καταστροφή). Καμιά αναφορά στα ζητήματα οικονομικής αποτελεσματικότητας. Το μόνο που αναγνωρίζουν ίσως είναι καλές προθέσεις...
Αλλά και μια πιο σοβαρή εκδοχή των γεγονότων (πχ Καλτσώνης, 2012 ) περιγράφει τα γεγονότα με έναν αρκετά σχηματικό τρόπο. Δεν κατανοεί τις πραγματικές αντιφάσεις του εγχειρήματος, όλα τα ανάγει στη θέληση του ΚΚ Χιλής, γενικά των κομμάτων, ερήμην του πραγματικού συσχετισμού. Αν ήθελε να πάρει την εξουσία (γιατί να μην θέλει;) το ΚΚ Χιλής, αν κέρδιζε τον στρατό, αν... Παραβλέπει εντελώς τα ζητήματα διαχείρισης και αποτελεσματικότητας της οικονομίας. Χαρακτηριστικά γράφει: “Φαίνεται πως στην κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας, ή τουλάχιστον στην πλειοψηφία της, υπήρξαν αυταπάτες για τις δυνατότητες της κυβέρνησης vα αντιμετωπίσει την oικovoμική κρίση και τηv επίθεση τoυ μεγάλου κεφαλαίου και τoυ ιμπεριαλισμού μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας και χωρίς vα λυθεί τo πρόβλημα της εξουσίας”. Αν πάρουμε την παραπάνω δήλωση τοις μετρητοίς τι μπορεί να σημαίνει; ότι κακώς ο Αλιέντε ανέλαβε τη διακυβέρνηση αφού δεν μπορούσε να έχει όλη την εξουσία και αμέσως “σοσιαλισμό”.

2. Το πρόβλημα του συσχετισμού δυνάμεων


Πρώτο και κρίσιμο ζήτημα είναι ότι αυτές οι αναλύσεις παραβλέπουν τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων.
Κατ' αρχήν τον εκλογικό (36% στην αρχή, 44% στο τέλος), που έδειχνε τους περιορισμούς ακόμα και απλής νομοθετικής δράσης, πόσο μάλιστα το μέγεθος της λαϊκής νομιμοποίησης. Αλλά ο εκλογικός συσχετισμός δεν είναι ο μοναδικός, ούτε ο κύριος. Οι χιλιανοί κομμουνιστές κάναν λόγο για τη διαφορά μεταξύ εκλογικής και δραστήριας πλειοψηφίαςvi, δηλαδή λαϊκής ετοιμότητας για δράση. Εκτιμούσαν ότι υπήρχαν σοβαρές αυταπάτες, και τάση ανάθεσης στην κυβέρνηση να λύσει τα προβλήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι προσπάθειες που έγιναν για δημιουργία λαϊκής πολιτοφυλακής ή λαϊκών δικαστηρίων, δεν είχαν σοβαρά αποτελέσματα. Με τα λόγια του Λ Κορβαλάν: “ο λαός δεν είχε αντίληψη της αναγκαιότητας κατάληψης όλης της εξουσίας ... όταν προτείναμε τη δημιουργία λαϊκών δικαστηρίων η έλλειψη στις μάζες ξεκάθαρης αντίληψης μας ανάγκασε να υποχωρήσουμε ...”. Φυσικά η ανάγνωση των γεγονότων από τους αριστεριστές είναι ότι η κυβέρνηση υποχωρούσε στη Δεξιά και όχι ότι υποχωρούσε αναγκαστικά λόγω της μη κατανόησης του μέτρου από τις μάζες. Τυπικό δείγμα πολιτικού πρωτογονισμού που συναντάται και σήμερα στην κριτική που γίνεται για “δεξιά στροφή” του ΣΥΡΙΖΑ.
Σημαντικότερο στοιχείο του συσχετισμού λοιπόν είναι το τι αντιλήψεις κυριαρχούν στο λαό. Μιλώντας για το σήμερα στη χώρα μας, η αντιμνημονιακή πλειοψηφία ούτε συμπαγής είναι ούτε αριστερή, κυριαρχείται από μικροαστικές αυταπάτες, αυταπάτες επιστροφής στην προ κρίσης εποχή, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Ακόμα και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι προσανατολισμένοι στο ότι πρέπει η χώρα να αλλάξει παραγωγικό και καταναλωτικό πρότυπο. Αυτό συνιστά το κρίσιμο στοιχείο του συσχετισμού δυνάμεων, πέρα από την εκλογική επιρροή.
Παραπέρα, στο συσχετισμό συνυπολογίζονται και μια σειρά άλλοι παράγοντες από πιο σοβαρούς, όπως η διεθνής κατάσταση, το ποιες δυνάμεις κυριαρχούν και τι πολιτικές εφαρμόζονται στην Ευρώπη και τον κόσμο, μέχρι την κατάσταση και τη δύναμη του συνδικαλιστικού κινήματος. Στην πραγματικότητα συνυπολογίζονται δεκάδες άλλοι παράγοντες. Αυτό δεν σημαίνει ότι κανείς πρέπει να υποταχθεί στο συσχετισμό, αλλά να τον πάρει υπόψιν για να μπορεί να τον αλλάξει κατά τον δυνατόν. Όμως έτσι ή αλλιώς ο συσχετισμός είναι ένας αντικειμενικός παράγοντας κάθε στιγμή, που δεν αλλάζει ετσιθελικά. Εδώ γίνεται ένα διπλό λάθος. Κάποιοι δεν υπολογίζουν τους αντικειμενικούς παράγοντες πχ διεθνές περιβάλλον, διάταξη πολιτικών δυνάμεων κτλ, και δεύτερο θεωρούν ότι ο λαός, ή η εργατική τάξη είναι πάντα “αριστερή” και πάντα έτοιμη για επανάσταση. Στη θέση μιας νηφάλιας εκτίμησης βάζουν τις επιθυμίες τους.
Να σημειώσουμε ότι στην αρχή της μεταβατικής διαδικασίας τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Μετά, ανάλογα και με τα μέτρα που παίρνονται, οξύνεται η ταξική πάλη και έχουμε διαφοροποίηση του συσχετισμού, ευνοϊκότερη ή και δυσμενέστερη αν πχ τα μεσαία στρώματα στραφούν πάλι προς την αστική τάξη. Βασικό ζήτημα στον υπολογισμό των ταξικών δυνάμεων είναι οι ταλαντεύσεις των μεσαίων στρωμάτων. Στη Χιλή ο εκλογικός συσχετισμός ακολούθησε αυτή την πορεία. Από το 36% το 1970 πήγε στο 44% το 1972, αλλά μετά την αντεπίθεση της αστικής τάξης, εγχώριας και διεθνούς, και λάθη που στρέψανε τους μικροαστούς δεξιά, ο συσχετισμός χειροτέρεψε αισθητά. Σε αυτές τις συνθήκες δεν νομίζουμε ότι είναι ρεαλιστικό να βάλεις ζήτημα κατάκτησης ολόκληρης της εξουσίας, αντίθετα πρέπει να εξετάσεις σοβαρά την πιθανότητα προσωρινής υποχώρησης, πχ με διεξαγωγή εκλογών, ώστε ο λαός να λύσει το ζήτημα.
Γενικά το ζήτημα του να κρατάς ανοικτή την πιθανότητα υποχώρησης όταν χάνεις την πλειοψηφία, δεν ήταν στην προβληματική της κυβέρνησης της λαϊκής ενότητας, για αυτούς το να προχωρήσουν ήταν μονόδρομος.
Παρεμπιπτόντως να πούμε ότι και η στάση μερίδων ή ομάδων της εργατικής τάξης μπορεί να είναι προβληματική. Προβλήματα εμφανίζονται με τη μορφή του οικονομισμούvii, δηλαδή αδυναμίας να μπουν πάνω από τα στενά άμεσα οικονομικά συμφέροντα τα μακροπρόθεσμα πολιτικά. Να θυμίσουμε ότι παρόμοια προβλήματα αντιμετώπισαν και οι μπολσεβίκοι στις αρχές της επανάστασης πχ απεργία των σιδηροδρομικών. Τότε εκείνοι, καλώς ή κακώς, τη σύντριψαν με τις λόγχες. Μια αριστερή κυβέρνηση σήμερα ούτε μπορεί αλλά ούτε και θα θέλει να συμπεριφερθεί έτσι, άρα χρειάζεται από σήμερα μια πολιτική που να διαπαιδαγωγεί την εργατική τάξη στο να μπορεί να συμπεριφερθεί ηγεμονικά, και όχι οικονομίστικαviii.

3. Τα μεσαία στρώματα


Στη Χιλή τα μεσαία στρώματα στην αρχή ήταν ουδέτερα, μετά άρχισαν -σαν αποτέλεσμα των οικονομικών δυσκολιών και της όξυνσης της ταξικής πάληςix- να δυσφορούν, παραπέρα κάποια πέρασαν σε ανοικτά αντιδραστική θέση (ιδιοκτήτες φορτηγών, γιατροί, δικηγόροι) και τέλος πέρασαν μαζικά με την αστική τάξη. Τότε και μόνο τότε, ο στρατός ήταν έτοιμος για ανοικτή αντεπαναστατική δράση, όχι πιο πριν.
Αυτό δεν ήταν υποχρεωτικό να συμβεί. Και στην μπολσεβίκικη επανάσταση οι μικροαστοί (κύρια μεσαίοι αγρότες) ταλαντευόταν. Εκεί, παρόλο που είχε κατακτηθεί η εξουσία, ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι υπολόγιζαν πολύ σοβαρά τη στάση τους και έκαναν το παν για να διατηρήσουν όσο μπορούν τη συμμαχία. Η λεγόμενη ΝΕΠ (νέα οικονομική πολιτική, με αναζωογόνηση του καπιταλισμού αμέσως μετά την κατάκτηση της εξουσίας) σε ένα μεγάλο βαθμό αντιμετώπιζε και αυτή την ανάγκη. Αργότερα επί Στάλιν ακολουθήθηκε γραμμή βίαιης επίθεσης εναντίον τους -δικαιολογημένη ή όχι είναι άλλο ζήτημα– που μακροπρόθεσμα οδήγησε στην απομόνωση του καθεστώτος και στην ήττα. Να σημειώσουμε ότι η στάση των μεσαίων στρωμάτων επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό διάφορες μερίδες της εργατικής τάξης, έστω τις πιο καθυστερημένες. Η πολιτική συμμαχιών δεν αναιρεί τον ηγεμονικό ρόλο της εργατικής τάξης, ίσα-ίσα βοηθά στο να κατακτηθεί.
Ιδιαίτερα στη χώρα μας, που έχουμε εκτεταμένα μεσαία στρώματα, αλλά και μεγάλο μέρος των μισθωτών έχουν εισόδημα από πηγές αυτοαπασχόλησης, είναι σοβαρό ζήτημα. Τα στρώματα αυτά είναι κάτω από την ισχυρή επιρροή της αστικής ιδεολογίας. Είναι συνηθισμένα στη φοροδιαφυγή. Πριν την κρίση είχαν συνηθίσει στον υπερκαταναλωτισμό και σε γρήγορα κέρδη. Σήμερα αυτά κυρίως προσδοκάν μια επιστροφή στην πριν το 2008 εποχή, χωρίς να αλλάξει το παραγωγικό ή καταναλωτικό μοντέλο. Απεχθάνονται το κράτος, και το δημόσιο, εκτός αν είναι να τα στηρίξει. Η δουλειά μιας αριστερής κυβέρνησης δεν θα είναι εύκολη υπόθεση με αυτά. Και οι λαθεμένες ενέργειες αριστερίστικων στοιχείων είτε στον τομέα της οικονομίας, είτε της πολιτικής περιπλέκουν αφάνταστα το πρόβλημαx.

4. Το στρατιωτικό ζήτημα


Ένα συνηθισμένο λάθος είναι η αντιμετώπιση του ζητήματος των ενόπλων δυνάμεων σαν τεχνικό ζήτημαxi. Δηλαδή να μην καταλαβαίνουμε τις πολιτικές προϋποθέσεις και συνθήκες για να κινηθεί ο στρατός στη μια ή στην άλλη κατεύθυνση. Οι ιμπεριαλιστές το καταλάβαιναν πολύ καλά. Πχ “ο στρατηγός Βιώ ετοίμαζε πραξικόπημα για τις αρχές Οκτώβρη 1970. Η Ουάσιγκτον όμως τov 'συμβούλευσε' να σταματήσει γιατί, κατά τη γνώμη της, δεν ήταν αρκετά προετοιμασμένος αλλά ούτε ο χρόνος ήταν κατάλληλος. Κατά το Στέητ Ντιπάρτμεvτ, ένα τέτοιο εγχείρημα θα κατέληγε τώρα σε αποτυχία και θα ισχυροποιούσε την απήχηση της Λαϊκής Ενότητας στο λαό. Ίσως, μάλιστα, να τη βοηθούσε να λύσει, μια και καλή, το ζήτημα της εξουσίας και να της παρείχε τη δυνατότητα συντριβής όχι μόνο των πραξικοπηματιών αλλά ολόκληρου του αστικού κρατικού μηχανισμού”. (Καλτσώνης, 2012)
Η στάση του στρατού δεν είναι προκαθορισμένη. Για να κινηθεί, εκτός από την τεχνική προετοιμασία χρειάζεται το κατάλληλο κλίμα, και στην κοινωνία αλλά και στις τάξεις του. Τα στελέχη του ανήκουν ή αισθάνονται ότι ανήκουν στα μεσαία στρώματα και κινούνται ψυχολογικά και πολιτικά μαζί με αυτά. Για αυτό έχει μεγάλη σημασία ο γενικός συσχετισμός δυνάμεων και η πολιτική συμμαχιών με τα μεσαία στρώματα.
Φυσικά απαιτείται μια ορισμένη επαγρύπνηση, ακόμα και κάποια οργανωτική προετοιμασία για αντιμετώπιση μιας αντιδημοκρατικής εκτροπήςxii. Να υπενθυμίζουμε ότι ο λεγόμενος δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό δεν είναι κατ' ανάγκην ούτε ειρηνικός, ούτε απλός κοινοβουλευτικός περίπατοςxiii. Η αστική τάξη ξεκινά ένα λυσσασμένο πόλεμο που παίρνει τη μορφή της επενδυτικής αποχής της φυγής κεφαλαίων του σαμποτάζ της παραγωγής, της ανάληψης καταθέσεων, του λοκ-άουτ, της δημιουργίας μαύρης αγοράς κτλ. Επίσης δεν αποκλείονται προβοκάτσιες. Στη Χιλή πχ δυο μήνες μετά τις δημοτικές εκλογές δολοφονήθηκε από αναρχικούς ο πρώην υπουργός εσωτερικών επί προεδρίας του Χριστιανοδημοκράτη Φρέι. Σήμερα θα μπορούσαν να παίξουν το χαρτί της “τρομοκρατίας”. Από την άλλη, δυσκολίες πηγάζουν και από το γεγονός ότι οι αριστεριστές, μη κατανοώντας τον πραγματικό συσχετισμό, πιέζουν από τα “αριστερά”, δρουν σα να έχουμε όλη την εξουσία, σαν να πραγματοποιείται άμεσα σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό δείχνει η ιστορική πείρα και από τη δράση του ΜΙΡ στη Χιλή και του ΠΟΥΜ στην Ισπανία το 1936. Έτσι διευκολύνουν τη δημαγωγία της αστικής τάξης, αδυνατίζουν τη συμμαχία με τα μεσαία στρώματα, οδηγούν σε εξασθένιση τη λαϊκή πλειοψηφία, διευκολύνουν την ήττα της διαδικασίας.
Αν από λάθη ή άλλους λόγους χαθεί η πλειοψηφία, το να προετοιμάζεσαι για ένοπλη σύγκρουση είναι όχι μόνο τυχοδιωκτισμός αλλά και αυτοκτονία.xiv Η πιο λογική τακτική θα είναι μια προσωρινή υποχώρηση για να επανέλθεις όταν, και αν βελτιωθεί ο συσχετισμός δυνάμεων. Η αντίληψη ότι οι επαναστάτες δεν παραδίνουν την εξουσία ότι και αν γίνειxv, έχει οδηγήσει σε βαριές ήττες και φυσική εξόντωση της πρωτοπορίας.
Παρόλα αυτά, επαναλαμβάνουμε ότι αν οι προωθούμενες αλλαγές έχουν την ενεργητική στήριξη της πλειοψηφίας, τότε είναι εξαιρετικά δύσκολο να κινητοποιήσουν τον στρατό σε αντιδραστική κατεύθυνση, και στην απίθανη περίπτωση που γίνει αυτό, απλά διευκολύνεται η κατάληψη ολόκληρης της εξουσίας.

5. Η οικονομική διαχείριση


Το κύριο ζήτημα που θα κρίνει προς τα που θα πάνε τα πράγματα είναι το μέτωπο της οικονομικής διαχείρισης και της αποτελεσματικότητας. Οι εργαζόμενοι, τα μεσαία στρώματα προσδοκάν να δούνε τη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, κριτήριο της στάσης τους δεν είναι κατ' αρχήν, πχ το ποσοστό του κρατικοποιημένου τομέα, αλλά το αν και κατά πόσο αυτό βελτιώνει ή χειροτερεύει την κατάσταση.
Εδώ δεν έχουμε φυσικά ευγενή άμιλλα όπου κερδίζει ο καλλίτερος. Έχουμε όπως είπαμε, σκληρή ταξική πάλη, λυσσαλέα επίθεση από μέρους της αστικής τάξης, δυσπιστία από μεγάλη μερίδα μεσαίων στρωμάτων, ακόμα και δυσκολίες από κομμάτια της εργατικής τάξης που προτάσσουν τα στενά συντεχνιακά συμφέροντα τους. Στη Χιλή είχαμε απεργίες από εργατικά στρώματα, είτε αυθόρμητες είτε καθοδηγούμενες από αριστερίστικα στοιχεία που προεξοφλούσαν το ρεφορμιστικό χαρακτήρα της κυβέρνησης.
“Εvα μήvα μετά τις εκλoγές η αvτιπoλίτευση συvέρχεται από τηv ήττα της και καθoδηγεί τηv απεργία στα μεταλλεία χαλκoύ "Ελ Τεvιέvτε”. Αv και συμμετέχει σε αυτήv μόvo τo 35% τoυ πρoσωπικoύ, η απεργία διαρκεί oκτώ βδoμάδες και η παραγωγή πέφτει κατά 70%" (Καλτσώνης 2012).
Ή μήπως στη χώρα μας περιμένει κανείς καλλίτερη αντιμετώπιση από τις δυνάμεις του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τουλάχιστον με τη σημερινή τους πολιτική;
Στο μέτωπο της διαχείρισης περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων: η πλήρης αναδιοργάνωση και εκδημοκρατισμός του αναποτελεσματικού και ξεχαρβαλωμένου δημόσιου τομέα, η δυνατότητα ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος των δημόσιων επιχειρήσεων σε σχέση με τις καπιταλιστικές, ο δημοκρατικός και αποτελεσματικός σχεδιασμός, η στήριξη εργατικών αυτοδιαχειριστικών πρωτοβουλιών, η αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η φοροδιαφυγή κτλ. Χρειάζεται η εργατική τάξη να αρθεί στο ύψος των στρατηγικών καθηκόντων της. Νέα συνειδητή εργασιακή πειθαρχία, παραγωγικότητα, πρωτοβουλίες κτλ, που δεν είναι δεδομένο ότι θα επιδειχθούν αν από τα σήμερα δεν προσανατολίζεται σε αυτά, αλλά περιορίζεται σε οικονομικά μόνο αιτήματα. Αυτό είναι μορφή εκδήλωσης της ηγεμονίας. Αν δεν επιδειχθεί, τότε το οικονομικό μέτωπο θα χαθεί και μαζί με αυτό το σύνολο τη διαδικασίας. Κάποιοι υποτιμούν εντελώς αυτό τον τομέα. Νομίζουν ότι απλά μια αναδιανομή θα κερδίσει τις εργαζόμενες μάζες και θα εξασφαλίσει την υποστήριξή τους. Η αναδιανομή είναι αναγκαία αλλά από μόνη της δεν αντιμετωπίζει το σύνολο των προβλημάτων της μεταβατικής περιόδου. Η αναδιανομή είναι ένα μόνο ζήτημα, και μάλιστα όχι το κύριο. Πρέπει και να παραχθεί πλούτος, αλλά με νέο τρόπο, με νέες παραγωγικές σχέσεις.
Πώς έλυσε αυτά τα ζητήματα η Χιλιανή επανάσταση; Με τα λόγια του Λ Κορβαλάν “...ήρθε στιγμή που απόκτησε αποφασιστική σημασία η ανάπτυξη της παραγωγής και της παραγωγικότητας της εργασίας ... ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις που πέρασαν στα χέρια του κράτους .... ωστόσο η περιφρονητική στάση απέναντι στα οικονομικά καθήκοντα και η απουσία πραγματικής καθοδήγησης της οικονομίας έκλινε τη ζυγαριά όχι προς το μέρος μας” (ΠΕΣ 1/1978).
Φυσικά μπορεί να υπάρξει και μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση:
“Τέλος, στov τομέα της αύξησης της παραγωγής και της παραγωγικότητας της εργασίας τα αποτελέσματα τωv εκκλήσεων της κυβέρνησης ήταv βέβαια αξιόλογα αλλά όχι καθοριστικά. Σε συνθήκες καπιταλιστικής oικovoμίας και, κυρίως, αστικής εξουσίας, oι στόχoι αυτoί δεv μπoρoύv vα εκπληρωθούν με τov τρόπo και στo βαθμό πoυ γvώρισε η αvθρωπότητα μετά τις μεγάλες σoσιαλιστικές επαvαστάσεις τoυ 20oύ αιώvα (Καλτσώνης, 2012).
Αφήνουμε κατά μέρος το πώς “έλυσαν οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ου αιώνα το ζήτημα της παραγωγικότητας”. Σε αυτό που μας ενδιαφέρει: είναι εντυπωσιακό ότι αυτό ακριβώς που πρέπει να κάνει μια μεταβατική αριστερή κυβέρνηση, δηλαδή να πείσει με την οικονομική της αποτελεσματικότητα ευρύτερες μάζες για την ανάγκη του σοσιαλισμού, ο Καλτσώνης λέει ότι δεν γίνεται. Αν είναι έτσι, έχει δίκιο το ΚΚΕ που για τα πάντα θέτει προαπαιτούμενο τη λαϊκή εξουσία.
Παραμελώντας όμως το άμεσο στο όνομα του σοσιαλισμού, κλείνεις έτσι την πόρτα και στο άμεσο και στον σοσιαλισμό.

6. Μακρά και όχι σύντομη μεταβατική περίοδος


Η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου, με αφετηρία μια αριστερή κυβέρνηση που δεν θα έχει αρχικά όλη την εξουσία είναι μια μακριά μεταβατική περίοδος με δύο βασικούς στόχους. α) Την κατάληψη όλης της εξουσίας και β) την προσπάθεια να κατανοήσει ο λαός με τη δική του πείρα την ανάγκη για βαθύτερες ριζοσπαστικές αλλαγές στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού.xvi Βασική προϋπόθεση: κάθε μεγάλο ζήτημα να μπαίνει στη λαϊκή ετυμηγορία για έγκριση. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του δημοκρατικού δρόμου, που δεν είναι κατ' ανάγκη ειρηνικός, ούτε ένας απλός κοινοβουλευτικός περίπατος. Αν σε κάποια φάση χαθεί η πλειοψηφία πρέπει να προβλέπεται και η δυνατότητα υποχώρησης. Η κυβερνητική εναλλαγή δεν είναι κατ' ανάγκη στρατηγική ήττα, μπορεί να είναι πιθανά ο καλλίτερος δρόμος για να πειστούν ταλαντευμένες μάζες για την ορθότητα του σοσιαλιστικού δρόμου, και να επανέλθεις με καλύτερους όρους. Στρατηγική ήττα θα ήταν μια εκτροπή και η φυσική εξόντωση της πρωτοπορίας, έργο που το έχουμε δει επανειλημμένα στην ιστορία.
Όλα θα κριθούν από την ολοκλήρωση της οικοδόμησης ενός συνασπισμού εξουσίας από τις εκμεταλλευόμενες μάζες, διαδικασία που στη χώρα μας έχει μεν αρχίσει, αλλά απέχει αρκετά ακόμα από το να είναι τελειωμένη. Επίσης από την κατάκτηση της ηγεμονίας από την τάξη των μισθωτών, που είναι ακόμα ζητούμενο. Και τέλος από την πολιτική ωριμότητα και θεωρητική προετοιμασία των πολιτικών υποκειμένων της Αριστεράς. Αυτά είναι κατά τη γνώμη μας και τα βασικά διδάγματα της Χιλιανής εμπειρίας.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Πουλαντζάς Ν., Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ.
  2. Καλτσώνης Δ., Η κυβέρνηση της Λαϊκής ενότητας στην Χιλή 1970-1973, Ηλεκτρονική έκδοση, Εργατικός αγώνας (2012).
  3. Αφιέρωμα εκτός γραμμής: φάκελος “Η αριστερά στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία;', http://ektosgrammis.gr/index.php.
  4. Κορβαλαν Λ., Ο μη ένοπλος δρόμος της επανάστασης - Πώς διαμορφώθηκε αυτός στη χώρα μας, ΠΕΣ 1/1978.
  5. Ινσούσα Χ., Διδάγματα από τα γεγονότα στη Χιλή, ΠΕΣ 5/1977.
  6. Ροντρίγκες Π., Το πρόβλημα υπεράσπισης της λαϊκής εξουσίας, ΠΕΣ 6/1977, επίσης άρθρα των Τέτελμποιμ, Ο. Μίλιας, Φάσο στο αφιέρωμα των ΠΕΣ 1977-1978.
  7. Μπελαντής Δ., Το εγχείρημα του “ειρηνικού” δρόμου, περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ τεύχος 105, 2008.
  8. Σωτήρης Π., Η πολιτική κρίση, η Αριστερά και η δυνατότητα ενός νέου ιστορικού μπλοκ, Εκτός Γραμμής, http://ektosgrammis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1784:2012-11-11-09-38-10&catid=161:-30-&Itemid=646
iΠχ περιοδικό “εκτός γραμμής”, φάκελος “η αριστερά στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία;' http://ektosgrammis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1767:2012-10-15-21-18-45&catid=161:-30-&Itemid=639, Δ. Καλτσώνης η κυβέρνηση της Λαϊκής ενότητας στην Χιλή 1970-1973, ηλεκτρονική έκδοση, Εργατικός αγώνας (2012).
iiΠροκαλεί εντύπωση που κάποιες σχετικές μελέτες δεν κάνουν καθόλου λόγο σε αυτήν. Πχ ο Μπελαντής στο σχετικό άρθρο του στις ΘΕΣΕΙΣ το 2008, σε σύνολο 38 σελίδων δεν λέει την παραμικρή κουβέντα (!)
iiiΓια τις οποίες, σωστά παρατηρεί το εισαγωγικό σημείωμα στο αφιέρωμα του περιοδικού εκτός γραμμής: “... από τη μεριά των οργανώσεων της επαναστατικής Αριστεράς ορίστηκε ως η αναγκαία επιβεβαίωση μιας στην πραγματικότητα ανεύρετης εξεγερσιακής στρατηγικής, που στην καλλίτερη περίπτωση έμεινε διακήρυξη και στη τραγικότερη οδήγησε σε μια αυτοκαταστροφική εμπλοκή με τις παραλλαγές του αντάρτικου.”
vΚατηγορούν στα σοβαρά την κυβέρνηση της λαϊκής Ενότητας ότι “επέτρεψαν στη Δεξιά να έχει εφημερίδες, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ...”
viΛ. Κορβαλάν: “... πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν κάνουμε λόγο για πλειοψηφία γενικά, αλλά για τη δραστήρια πλειοψηφία ... η πλειοψηφία γενικά, είναι πολλές φορές ανεπαρκής, ή μπορεί μερικές φορές αυτή προσωρινά να μην υπάρχει ... η έννοια του ευνοϊκού συσχετισμού είναι πιο πλούσια και σύνθετη ... περιλαμβάνει το μαχητικό πνεύμα, την οργανωτικότητα, την ομοιογένεια των αντιλήψεων ... και σαν ειδικό παράγοντα τον στρατιωτικό συντελεστή.” Προσέξτε τη λεπτομέρεια του “να μην υπάρχει” (οφειλόμενη προφανώς στη λενινιστική κληρονομιά). Στη δική μας αντίληψη η πλειοψηφία πρέπει πάντα να υπάρχει, όχι φυσικά για ηθικούς λόγους, αλλά σαν πολιτική προϋπόθεση επιβίωσης της αριστερής κυβέρνησης.
viiΟ οικονομισμός με τη μορφή του καταναλωτισμού, δηλαδή την υποταγή στην αστική ιδεολογία.
viiiΠ. Ροντρίγκες: “... να εξηγείται στις μάζες ότι σε τέτοιες στιγμές πρέπει να δεχτούν ορισμένες υλικές θυσίες στο όνομα της επανάστασης ...”
ixΟ Λ. Κορβαλάν κάνει αυτοκριτικά λόγο ακόμα και για πάλη ενάντια στα μεσαία στρώματα, που έδωσε ανάσα στην αστική τάξη και δυνατότητες να κτίσει συμμαχίες. (ΠΕΣ, 1/1978).
xΧ. ΙΝΣΟΥΝΣΑ “... οι ενέργειες των αριστεριστών προκάλεσαν αρχικά ανησυχία και μετά πανικό στα πλατιά ενδιάμεσα στρώματα ...” ΠΕΣ 5/1977.
xiΕξ άλλου με τη στρατιωτική τεχνολογία σήμερα είναι εκτός συζήτησης η ένοπλη σύγκρουση με το σύνολο του στρατού. Το ζήτημα είναι να εξασφαλιστούν οι πολιτικές προϋποθέσεις ώστε να καταστεί αδύνατη ή τουλάχιστον επιζήμια για την αντίδραση κάθε προσπάθεια εκτροπής.
xiiΟι Χιλιανοί πχ κάνουν λόγο για ειδικό συσχετισμό δυνάμεων στον στρατιωτικό τομέα, που δρα αποτρεπτικά. “ακόμα και όταν προκρίνεται ο ειρηνικός δρόμος ... η φροντίδα για έναν ευνοϊκό συσχετισμό στον στρατιωτικό τομέα είναι απαραίτητη για να εμποδιστεί η αντίδραση να αρχίσει ένοπλη πάλη.” (Χ. ΙΝΣΟΥΝΣΑ, ΠΕΣ 5/1977). Επίσης έχουν τη σημασία τους γεωστρατηγικοι παράγοντες και η διεθνής θέση της χώρας, πχ η συμμετοχή σε ολοκληρώσεις.
xiiiΠουλαντζάς, Το κράτος η εξουσία ο σοσιαλισμός.
xivΠολλές φορές η αντίδραση σε σπρώχνει σε αποφασιστική σύγκρουση σε μη ευνοϊκή στιγμή για να σε συντρίψει και να αποτρέψει το να επανέλθεις αργότερα. Αν δεχθείς την πρόκληση, το πιο πιθανό είναι η φυσική εξόντωση χιλιάδων αγωνιστών και η υποχώρηση του κινήματος για πολλά χρόνια. Μια σειρά δραματικά ιστορικά προηγούμενα, μαζί και στην χώρα μας το 1944-1949, το επιβεβαιώνουν.
xvΠ. Ροντρίγκες “...το επαναστατικό προλεταριάτο που άρχισε την επανάσταση είναι αδύνατο πια να σταματήσει...” ΠΕΣ 6/1977.
xviΤο κρίσιμο αυτό σημείο παραγνωρίζουν εντελώς κάποιες αναλύσεις (πχ Π. Σωτήρης) που θεωρούν προαπαιτούμενη την ύπαρξη μιας αριστερής και ιδεολογικά ώριμης πλειοψηφίας στο λαό, από παρθενογένεση. Έτσι εξηγείται και η κατάστρωση ενός μεταβατικού προγράμματος κατά βούληση, χωρίς υπολογισμό της πραγματικής λαϊκής συνειδητότητας, και ο χαρακτηρισμός ρεφορμιστικού οτιδήποτε λιγότερο “επαναστατικού”.

20/1/13




Γιάννη Δραγασάκη: ποια έξοδος; από ποια κρίση; με ποιες δυνάμεις;
εκδόσεις Ταξιδευτής.
Βιβλιοπαρουσίαση.

Το βιβλίο του Γ. Δραγασάκη έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή για τους εργαζόμενους της χώρας μας αλλά και την Αριστερά. Στην καρδιά ενός γενικευμένου κοινωνικού πολέμου, λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης, και σε στιγμές σχετικής ταξικής ισορροπίας, με την Αριστερά στην χώρα μας να διεκδικεί μετά από 60 περίπου χρόνια ξανά την εξουσία σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες και με εντελώς διαφορετική στρατηγική (δημοκρατικός δρόμος, αριστερή κυβέρνηση), το βιβλίο έρχεται να απαντήσει σε κρίσιμα ζητήματα θεωρίας και πολιτικής γύρω από το βασικό επίδικο που περιγράφει ο τίτλος του βιβλίου.
Αποτελείται από δυο μέρη. Το δεύτερο είναι μια συλλογή άρθρων του συγγραφέα που γράφτηκαν όλην την περίοδο πριν και κατά την διάρκεια της κρίσης, μέχρι σήμερα. Το πρώτο μέρος είναι μια πρωτότυπη και συμπυκνωμένη παρουσίαση των ιδεών που αναπτύσσονται στα άρθρα αλλά και μια προσπάθεια βαθύτερης και πιο ολοκληρωμένης πραγμάτευσης του θέματος. Στο σύντομο σημείωμα μας δεν είναι δυνατόν να εξαντλήσουμε το σύνολο των ιδεών και θέσεων του συγγραφέα (που άλλωστε κάποιες φαίνεται να είναι σε εξέλιξη, πράγμα καλό κατά την γνώμη μας), αλλά να παρουσιάσουμε ότι εμείς θεωρούμε πιο σημαντικό.


“οι κρίσεις δεν υπάρχουν ως αυθύπαρκτα φαινόμενα. Οι βαθύτερες αιτίες τους έχουν τις ρίζες τους στο εσωτερικό του καπιταλιστικού συστήματος...εκκολάπτονται και ωριμάζουν σε προηγούμενες φάσεις οικονομικής ανόδου, φάσεις έντονης κερδοφορίας και κερδοσκοπίας...δεν συνιστούν μόνο, κριτική του παρελθόντος αλλά και αίτημα για την υπέρβασή του...(η επόμενη μέρα) μπορεί να είναι μια νέα, πιο βάρβαρη ή πιο ήπια μορφή καπιταλισμού, αλλά μπορεί να είναι και μια νέα μορφή κοινωνίας...ο επίλογος δεν είναι γνωστός...είναι το αποτέλεσμα των κοινωνικών, ιδεολογικών και πολιτικών αγώνων...”
Μπορεί τα παραπάνω να μην είναι κάτι καινούργιο στα πλαίσια της Αριστεράς και του μαρξισμού αλλά δείχνουν τον οδηγητικό μίτο της σκέψης του συγγραφέα. Αναφέροντας τα και δίνοντας το στίγμα του βιβλίου, θα μας επιτραπεί στην συνέχεια να παρουσιάσουμε βασικά σημεία της ανάλυσης.

Ποια κρίση;

  1. Στην αρχή γίνεται μια αναλυτική περιγραφή για το πώς η κρίση προετοιμάστηκε από τον τύπο του παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου που προηγήθηκε, δηλαδή από ενδογενείς παράγοντες. Πώς υποβοηθήθηκε από επιλογές τύπου Ολυμπιάδας 2004, που αρχικά κουκούλωσαν τα προβλήματα δίνοντας μια πρόσκαιρη ανάπτυξη, για να τα μεταθέσουν οξύτερα το αμέσως επόμενο διάστημα. Πώς, παρά την πραγματική βάση του προβλήματος, ξέσπασε σε ένα βαθμό τεχνητά, ώστε να αξιοποιηθεί σαν μοχλός νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων στην Ελλάδα, στις χώρες του νότου και όλην την ΕΕ τελικά. Και τέλος τεκμηριώνεται με πολλά στοιχεία το ότι ανατροφοδοτείται από τα μνημόνια και τη συνταγή της λιτότητας που ανακυκλώνουν έναν φαύλο κύκλο λιτότητας-ύφεσης-ελλειμμάτων.
  2. Περιγράφονται τα χαρακτηριστικά του μοντέλου ανάπτυξης: αρχικά δασμοβίοτος και κρατικοδίαιτος καπιταλισμός με κραυγαλέες ανισότητες. Μετά έχουμε μια γενιά προβληματικών επιχειρήσεων που τα βάρη τους φορτώνεται το κράτος (κρίση του ιδιωτικού και όχι δημόσιου τομέα!). Παράλληλα γίνεται μια κάποια επέκταση του κοινωνικού κράτους χωρίς αντίστοιχη αύξηση των εσόδωνi, με δανεικά. Το χρέος από 20% το 1979 πάει στο 98% το 1993. Και τέλος έχουμε την πιστωτική και καταναλωτική υπερεπέκταση, με παράλληλη αποσάθρωση του παραγωγικού ιστού, μια ανάπτυξη φούσκα στηριγμένη στα δανεικά, και σε εκτεταμένη παραοικονομία.
  3. Ανεξάρτητα από την προϊστορία της κρίσης και του λόγους που την εξέθρεψαν παρουσιάστηκε μια ευκαιρία. Το 1994-2007 είχαμε σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, λόγω προσφοράς φτηνού δανεικού χρήματος (Ευρώ), ευρωπαϊκών πόρων, φτηνού εργατικού δυναμικού με την έκρηξη της μετανάστευσης, και επέκτασης στις αγορές των βαλκανικών κρατών. Παρ όλα αυτά δεν αντιμετωπίζονται τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, ο δικομματισμός αρκείται στην φούσκα του χρηματιστηρίου και σε ευημερία στηριγμένη στην υπερχρέωση, “ευημερία πραγματική για τους λίγους, πλαστή εν πολλοίς για τους πολλούς, χτίζοντας κοινωνικές συμμαχίες στη βάση ενός δαπανηρού πελατειακού κράτους”. Η κρίση πια είναι προ των πυλών.
  4. Ενδιαφέρουσα είναι και η παρακάτω επισήμανση για την πολιτική που επικρατεί: “... η ανοχή στη φοροδιαφυγή και στην ήπια ανομία, αφ' ενός συγκαλύπτουν τη φοροδιαφυγή των μεγάλων...και αφ' ετέρου επέτρεπαν κοινωνικές συναινέσεις και ανοχές από ευρύτερα μεσαία και λαϊκά στρώματα στο πλαίσιο του δικομματισμού. Η ελεγχόμενη διάχυτη ανομία, φοροδιαφυγή και σπατάλη...είναι η κοινωνική βάση του δικομματισμού” (υπογράμμιση δική μας). Σε συνδυασμό με την εκτίμηση ότι “η εκλογική και πολιτική ήττα του δικομματισμού δεν συνιστά ήττα ή εγκατάλειψη αυτών των νοοτροπιών”, ο συγγραφέας φωτογραφίζει με καθαρό τρόπο τον σημερινό πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων και τους περιορισμούς μιας πιθανής αριστερής κυβέρνησης. Με απλά λόγια πχ μια φορολογική μεταρρύθμιση για πάταξης της φοροδιαφυγής, θα έχει σοβαρές αντιστάσεις ακόμα και στους ψηφοφόρους που θεωρητικά θα έχουν ψηφίσει ένα τέτοιο πρόγραμμα.

Ποια έξοδος; με ποιες δυνάμεις;

  1. Τα επίδικα της κοινωνικής σύγκρουσης είναι ποιος θα πληρώσει το κόστος της κρίσης, και τι σύστημα, τι εξουσία θα έρθει μετά. Η σημερινή κυρίαρχη πολιτική δεν αντιμετωπίζει το χρέος σαν πρόβλημα προς επίλυση αλλά σαν μοχλό νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων. Παρ όλο που έτσι αναγκάζεται προκειμένου να μη θίξει τα μεγάλα συμφέροντα να διαρρήξει τις κοινωνικές της συμμαχίες, προκαλώντας ραγδαία αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων και τη δυνατότητα ριζοσπαστικών αλλαγών.
  2. Για την έξοδο από την κρίση σε προοδευτική κατεύθυνση, απαιτείται η δημιουργία ενός νέου κοινωνικού και πολιτικού συνασπισμού εξουσίας. Η σημασία του συλλογισμού έγκειται στο ότι κατανοεί το κτίσιμο του σαν μια πολύμορφη διαδικασία που περιλαμβάνει την λαϊκή αυτενέργεια, τον κοινωνικό πειραματισμό στον τομέα της παραγωγής και διανομής, την προγραμματική ωρίμανση της κοινωνίας. Δεν είναι μια αυστηρά πολιτική διαδικασία., κυρίως όχι διαδικασία κορυφών. Περιλαμβάνει υγιείς δυνάμεις που εγκαταλείπουν τον δικομματισμό όχι μόνο εκλογικά αλλά και στην νοοτροπία.
  3. Για όσους από μας έχουν ξεμπερδέψει με την θεωρία του σοσιαλισμού σε μια χώρα όχι μόνο στα λόγια αλλά και στην πράξη, αποκτά ιδιαίτερη σημασία το πρόβλημα του συνδυασμού των ριζοσπαστικών αλλαγών στην Ελλάδα με παράλληλες διαδικασίες στην Ευρώπη. Φυσικά πρέπει να προετοιμαζόμαστε και να έχουμε σχέδιο για να ζήσουμε εκτός ΕΕ. Είτε στην περίπτωση που η Γερμανία ή κάποιος άλλος αποφασίσει να την διαλύσει, ή στην περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις δεν οδηγήσουν σε κάποιο αποδεκτό συμβιβασμό. Αυτό όμως δεν αποτελεί επιθυμία, αλλά αναγκαστικό δρόμο, και ο λαός μας θα πρέπει σε μια τέτοια περίπτωση να προετοιμάζεται για δυσκολίες και θυσίες. Δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή δική μας, όπως κάποιοι κύκλοι στην Αριστερά νομίζουν. Ακόμα και σήμερα που στην ημερήσια διάταξη δεν είναι ο σοσιαλισμός, αλλά ένα μεταβατικό πρόγραμμα ανακούφισης του λαού, κατάργησης του μνημονίου και αντιμετώπισης του χρέους, με παράλληλη αλλαγή πορείας στο παραγωγικό-καταναλωτικό πρότυπο και το πολιτικό σύστημα, η προβληματική της διαλεκτικής εθνικού-διεθνικού παραμένει. Αν η υλοποίηση αυτού του προγράμματος θα οδηγήσει στον σοσιαλισμό ή όχι θα εξαρτηθεί από τους κοινωνικούς αγώνες, από την ταξική και πολιτική πάλη. Πάντως σε κάθε φάση συνυπάρχουν οι διεθνείς περιορισμοί. Ακόμα και η πρώτη φάση της διαπραγμάτευσης του μνημονίου και του χρέους προϋποθέτει έναν αποδεκτό συμβιβασμό με τους δανειστές όπως είναι σήμερα. Βαθύτερες αλλαγές πρέπει να συμβαδίζουν με αλλαγές στον συσχετισμό δυνάμεων σε όλη την Ευρώπη. Αλλιώς βάζουμε από την πίσω πόρτα την θεωρία του “σοσιαλισμού σε μια χώρα” και μάλιστα σήμερα, την εποχή της έντονης διεθνοποίησης και των ολοκληρώσεων. Τα προβλήματα αυτά ρητά μεν θίγονται μόνο μια φορά στο βιβλίο και φευγαλέα, αλλά κατά την γνώμη μας, όλη η λογική του συγγραφέα υλοποιεί αυτή την βασική θεωρητική κατεύθυνση. Από την ανάλυση στο δίλημμα 'Ευρώ ή δραχμή', την τακτική των διαπραγματεύσεων, το πρόγραμμα εξόδου κτλ.
  4. Η προοπτική του αστικού μπλοκ είναι “στην καλλίτερη περίπτωση μια νέα κερδοσκοπική φούσκα στο έδαφος μιας κοινωνικής καταστροφής” (διάλυση κοινωνικού κράτους, μισθοί και δικαιώματα προπερασμένου αιώνα). Η προοπτική που προτείνει η Αριστερά είναι ένα νέο παραγωγικό και καταναλωτικό μοντέλο, με μια νέα εξουσία σε ένα νέο πολιτικό πλαίσιο βαθιού εκδημοκρατισμού. Σε αυτά τα πλαίσια ο λαός θα είναι διατεθειμένος να αναλάβει νέου τύπου βάρη και ευθύνες, όπως η σκληρή διαπραγμάτευση με τους δανειστές, η αλλαγή του κυρίαρχου υποδείγματος πολιτικής με τις νοοτροπίες που το στηρίζουν, και ο αγώνας για την εφαρμογή ενός προγράμματος μετάβασης σε μια νέα εποχή. Εδώ πρέπει να πούμε ότι ίσως πιο αποφασιστικά πρέπει να διαλυθούν αυταπάτες επιστροφής σε μια εύκολη εποχή υπερκαταναλωτισμού, της ήσσονος προσπάθειας, του ρουσφετιού και του βολέματος των δικών μας κτλ.
  5. Για το χρέος προκρίνει την επαναδιαπραγμάτευση και διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους, (λύση τύπου Γερμανίας το 1953) με ρήτρα ανάπτυξης, μέτρα παραγωγικής ανασυγκρότησης με κριτήριο τη απασχόληση και οικολογικές παραμέτρους (γενικά η οικολογική διάσταση είναι παρούσα σε όλο το βιβλίο), έχοντας επίγνωση ότι μια αριστερή κυβέρνηση δεν μπορεί να χτίσει το μέτωπο αθροίζοντας δυσαρέσκειες, αλλά απαιτείται ολοκληρωμένο πρόγραμμα και σχέδιο πχ η απαραίτητη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής των μεσαίων στρωμάτων “πώς θα συνδυαστεί με μέτρα για την επιβίωση τους και την ένταξη τους στον παραγωγικό ιστό”. Παραθέτει μια σειρά σκέψεις για τις πιθανές πηγές πόρων. Κάνει λόγο για έναν νέου τύπου προστατευτισμό της ελληνικής παραγωγής όχι στηριγμένο στους δασμούς, ώστε να μην παράγει ένα μη-ανταγωνιστικό μοντέλο. Αναζητά τρόπους αξιοποίησης της λαϊκή εφευρετικότητας για νέες μορφές παραγωγής και διανομής από σήμερα, που πρέπει να στηριχτούν από μια αριστερή κυβέρνηση για να μην μαραζώσουν και πνιγούν από την αγορά. Όπως λέει χαρακτηριστικά χρειαζόμαστε μια νέα πολιτική οικονομία της μετάβασης.
  6. Ποιο συγκεκριμένα μπορεί να είναι το νέο παραγωγικό μοντέλο; Φυσικά δεν γίνεται λόγος άμεσα για τον σοσιαλισμό. Πρόκειται για ένα μεταβατικό μοντέλο, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει στον σοσιαλισμό ανάλογα με τους λαϊκούς αγώνες και τις διεθνείς εξελίξεις. Το μοντέλο αυτό δεν περιγράφεται στις λεπτομέρειες του, γιατί αυτές θα καθοριστούν από όλη την κοινωνία. Βασικές του κατευθύνσεις είναι : θα στηρίζεται στην αναδιανομή και όχι στον δανεισμό. Θα έχει κριτήριο τις ανάγκες και όχι την κερδοσκοπία. Θα στηρίζεται στην λαϊκή αυτενέργεια και πειραματισμό που θα ενισχύεται από το κράτος (εξασφάλιση πόρων, τεχνογνωσίας, αγορών, κτλ) και όχι αποκλειστικά στο κεφάλαιο. Θα περιλαμβάνει έναν εκσυγχρονισμένο και αποτελεσματικό δημόσιο τομέα σε στρατηγικούς τομείς όπου δεν χωρά το κριτήριο του κέρδους. Το βάρος εδώ πέφτει στην αποτελεσματικότητα, στην διαφάνεια, στην αυστηρή τιμωρία της διαφθοράς. Θα στηρίζεται στην καινοτομία και όχι στις αντιπαραγωγικές επιδοτήσεις. Θα στηρίζεται από έναν δημοκρατικό προγραμματισμό που θα απαντά στο τι και πώς θα παράγουμε. Δεν μπορούμε φυσικά να τα παράγουμε όλα σε εποχή διεθνοποίησης, αλλά δεν μπορούμε να μην παράγουμε και τίποτα, βασισμένοι μόνο στην μονοκαλλιέργεια του τουρισμούii. Βασικά κριτήρια θα είναι η αντιμετώπιση της ανεργίας, ή κάλυψη των λαϊκών αναγκών, η οικολογική διάσταση και όχι η καπιταλιστική κερδοφορία.
  7. Η μεγάλη κρίση του 1929 γέννησε το new deal στις ΕΠΑ αλλά και τον φασισμό και τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Σήμερα στην χώρα μας σηκώνει κεφάλι ο φασισμός αλλά παρουσιάζονται πάλι οι δυνατότητες για μια νέα κοινωνία. Ο συγγραφέας διστάζει να χρησιμοποιήσει τον όρο σοσιαλισμό μετά την τριπλή κακοποίηση του όρου (από τον υπαρκτό, την σοσιαλδημοκρατία, τον αυταρχικό τριτοκοσμικό σοσιαλισμό). Με τα δικά του λόγια: “χρησιμοποιώ τον όρο νέα κοινωνία και όχι σοσιαλιστική...διότι αυτή θα προκύψει από την κριτική και υπέρβαση όχι μόνο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού αλλά και των στρεβλώσεων της ιδέας και του περιεχομένου του σοσιαλισμού. Το ζήτημα του σοσιαλισμού τίθεται ξανά ως ένα αίτημα προς επανακαθορισμό του περιεχομένου και της στρατηγικής προς αυτόν, σε κριτική σχέση τόσο με τις εμπειρίες του υπαρκτού σοσιαλισμού, όσο και με κείνες της προσαρμοσμένης στα νεοφιλελεύθερα δόγματα σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και διαφόρων μορφών αυταρχικού τριτοκοσμικού σοσιαλισμού. Θα είναι ένας νέος σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία ή δεν θα είναι σοσιαλισμός”.

Αυτά σε γενικές γραμμές με το πρώτο μέρος του βιβλίου. Το δεύτερο περιλαμβάνει όπως είπαμε άρθρα του συγγραφέα που αποδεικνύουν την διαχρονική υποστήριξη από μέρους του θέσεων που σήμερα φαίνονται αυτονόητες, και φωτίζουν πλευρές και λεπτομέρειες με βάση την πολιτική επικαιρότητα. Πολλά είναι ενδιαφέροντα, στην παρουσίαση αυτή θα ξεχωρίσω τέσσερα που μου φαίνονται πιο σημαντικά.

  1. Στην παρέμβαση σε ημερίδα του ΣΥΝ (Μάης 2011) με θέμα “κρίση, μνημόνιο, περιβάλλον” εισάγει μια σειρά σημαντικά ζητήματα. Κάνει λόγο για την ανάγκη “διεύρυνσης της μαρξιστικής κριτικής στον καπιταλισμό, ώστε αυτή να περιλαμβάνει κριτική στον παραγωγισμό και την αναπτυξιολογία, δηλαδή στην παραγωγή και την ανάπτυξη σαν αυταξία, ανεξάρτητα από τα φυσικά όρια και το κοινωνικό περιεχόμενο τους”. Εισάγει τον όρο του “οικολογικού χρέους”, με την έννοια ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της σημερινής μας δραστηριότητας δεν είναι πάντα ορατές άμεσα αλλά στο μέλλον, έτσι ώστε αν δεν λάβουμε σήμερα τα αναγκαία μέτρα αποτροπής ανεπίστρεπτων καταστροφών είναι σαν να συσσωρεύεται ένα αφανές οικολογικό χρέος. Επιστρέφει στον Μαρξ (κριτική του προγράμματος της Γκόττα) για να επισημάνει την ανάγκη η κοινωνία να σωρεύει απόθεμα για ασφάλεια, για την διασφάλιση της ύπαρξης και της αναπαραγωγής της, και όχι χρέη όπως γίνεται σήμερα. Επισημαίνει τον κίνδυνο να δούμε στο όνομα της πράσινης ανάπτυξης έναν νέο επιδοτούμενο κρατικοδίαιτο καπιταλισμό. Και κλείνει την παρέμβαση του παραφράζοντας την γνωστή φράση του Πουλαντζά λέγοντας ότι “η Αριστερά της εποχής μας είτε θα είναι επί της ουσίας οικολογική, ή δεν θα είναι Αριστερά”.
  2. Σε άρθρο του στην Ελευθεροτυπία (20/5/2010) ανάμεσα σε διάφορες σκέψεις για την αντιμετώπιση της κρίσης σε διαφορετικό δρόμο από τον ακολουθούμενο αναφέρει ότι η ανάπτυξη αντί με δανεισμό μπορεί να γίνει με αναδιανομή και με νέου τύπου διαρθρωτικές πολιτικές για μια κοινωνία αλληλεγγύης και μια οικονομία των αναγκών. Ότι “είναι καιρός να σκεφτούμε πολιτικές ικανοποίησης των αναγκών μέσω της διεύρυνσης των συλλογικών αγαθών αντί της θεοποίησης του καταναλωτισμού, του ιδιωτικού και της κοινωνικής σπατάλης. Είναι η κατάλληλη στιγμή για να σκεφτούμε τις ανάγκες μας συλλογικές και ατομικές...”. Αυτά κατά την γνώμη μας αφοράν και στην Αριστερά, και στα συνδικάτα και στους εργαζόμενους. Παρά τον κίνδυνο να εμφανιστούν σαν μια αριστερή παραλλαγή της λιτότητας, πρέπει θαρραλέα μέσα στην κρίση και με αφορμή την κρίση να ξαναδούμε τι είναι είναι ουσιαστικό και τι όχι. iii Έτσι ή αλλιώς οι μισθωτοί στην πλειοψηφία τους ζούνε λιτά. Άρα γιατί να μην υιοθετήσουν την ιδέα της λιτότητας και να απαιτήσουν να επεκταθεί στην αστική τάξη και στα πλούσια μεσαία στρώματα; Από την άλλη γιατί να θέλουμε επιπλέον εισόδημα πχ για φροντιστήρια αντί να διεκδικήσουμε ένα σωστό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα; το ίδιο για την υγεία, τη στέγαση, τις συγκοινωνίες κτλ Πόσο αριστερό είναι το αίτημα πχ για φτηνή βενζίνη αντί για αξιόπιστα, φτηνά και σύγχρονα μέσα μαζικής μεταφοράς; τέλος κάνει λόγο για αναδιανομή όχι με βάση μόνο το εισόδημαiv αλλά και την περιουσία v.
  3. σε ομιλία στην ημερίδα του ΣΥΝ με θέμα τις ιδιωτικοποιήσεις (Μάης 2011), αφού αναφέρει ότι η κρίση που ζούμε προήλθε από τις ιδιωτικές και όχι τις δημόσιες επιχειρήσεις, ξεκαθαρίζει ότι ο σημερινός δημόσιος τομέας είναι ένα δημόσιο στο έδαφος του καπιταλισμού, δεν είναι το δημόσιο της αριστεράς. Φυσικά εύκολο να το λες αλλά δύσκολο να το καταλάβει ο κόσμος όταν η πολιτική σου δεν τον βοηθάει, μιας και κυριαρχεί το “όχι στις ιδιωτικοποιήσεις” κι όχι το “εκσυγχρονισμός και εξυγίανση, ενός διεφθαρμένου, διαπλεκόμενου, και αναποτελεσματικού δημόσιου κατ όνομα τομέα”. Αναφέρει ότι η πολιτική αντιπαράθεση αφορά το πρότυπο με το οποίο θα λειτουργήσει η κοινωνία, άρα έχει σημασία. Όμως εδώ ο αντίπαλος έχει την ηγεμονία αφού το δημόσιο στην χώρα μας σαν αποτέλεσμα χρόνιας κακοποίησης και ασέλγειας από μέρους του δικομματισμού ταυτίζεται με ότι πιο αναποτελεσματικό και σε μεγάλο βαθμό διεφθαρμένο. Εδώ ίσως η ανάλυση που γίνεται υποτιμά το πρόβλημα. Αν και αναφέρεται ότι το ζήτημα δεν είναι κύρια το πόσο κράτος αλλά το ποιο και για ποιόν κράτος, το βάρος δεν πέφτει εδώ.
  4. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η ανάλυση που γίνεται στην ομιλία στην ημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ με θέμα τράπεζες και κοινωνία (Απρίλης 2012). Αναφέρει ότι “οι τράπεζες ασκούν κατά βάση μια κοινωνική λειτουργία κατά παραχώρηση της κοινωνίας”, άρα δεν δικαιολογείται και η λειτουργία τους με κριτήριο την κερδοσκοπία των ιδιοκτητών τους. Θεωρεί ότι είναι τυπικά ιδιωτικές, μόνο όσον αφορά την διανομή των κερδών τους, εφ' όσον τα κεφάλαιο τους τα αντλούν από την κοινωνία και το ρίσκο τους είναι εγγυημένο από το κράτος, από τους φόρους των πολιτών. Σε μια ιστορική αναδρομή περιγράφει τρεις θεμελιακές αλλαγές. Η πρώτη είναι η μετατροπή τους σε αφεντικά της βιομηχανίας, διαδικασία που ξεκινά από τις αρχές του 19ου αιώνα, αλλά που κυριαρχεί την δεκαετία του '60. Η δεύτερη είναι ο διαχωρισμός της λειτουργίας της ιδιοκτησίας από την λειτουργία της διεύθυνσης. Ονομάζει τον σημερινό καπιταλισμό χρηματιστηριακό, τραπεζοκεντρικό καπιταλισμό. Η τρίτη είναι το πέρασμα από ένα καθεστώς αυστηρής εποπτείας και επιτήρησης -κυρίως μετά την κρίση του 1929- σε ένα καθεστώς απορρύθμισης και πλήρους ασυδοσίας. Ειδικά για την Ελλάδα το αμέσως προηγούμενο διάστημα οι τράπεζες πραγματοποιούν υπερκέρδη, που διανέμονται σε μετόχους και μεγαλοστελέχη, στηριγμένες στην μεγάλη διαφορά επιτοκίου δανείων και καταθέσεων (3,5% έναντι 1,3% στην Ευρωζώνη), στη φούσκα του χρηματιστηρίου, και σε μια στροφή σε καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια αντί για επιχειρηματικά. Και θεωρεί σκάνδαλο την ανακεφαλαίωση τους χωρίς τον έλεγχο του δημοσίου, σε υλοποίηση του νεοφιλελεύθερου δόγματος κοινωνικοποίηση των ζημιών, ιδιωτικοποίηση των κερδών. Δεν θεωρεί ότι αρκεί η κρατικοποίηση. Ψάχνει μορφές ελέγχου και από εμπλεκόμενους φορείς, όπως οι καταθέτες, οι εργαζόμενοι στις τράπεζες, αρκεί προσθέτει να μην πάρει μορφή συντεχνιασμού (κάτι που δεν είναι εύκολο προσθέτουμε εμείς, και θέλει φυσικά μελέτη). Και φυσικά επαναφέρει την γνωστή -και αμφιλεγόμενη!- πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για ρύθμιση των χρεών των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Λέγω αμφιλεγόμενη γιατί αφ' ενός μεταφέρει στο κοινωνικό σύνολο και στον φορολογούμενο χρέη που εν πολλοίς δεν ήταν δικαιολογημένα και αφ ετέρου επιβραβεύει τον καταναλωτισμό με δανεικά.

Η αξία του βιβλίου έγκειται στο ότι σε μια κατάσταση, όπου κάποιοι απλά προσμένουν την επιστροφή στο 2008 σε ότι αφορά την κατανάλωση και την παραγωγή, και άλλοι ευαγγελίζονται σοσιαλισμό σε μια χώρα, φαντασιώνοντας μια επαναστατική λαϊκή πλειοψηφία που την συγκρατεί δήθεν ο ρεφορμιστικός ΣΥΡΙΖΑ, ο Γ. Δραγασάκης βάζει για συζήτηση τις αναγκαίες ριζοσπαστικές αλλαγές στο παραγωγικό και καταναλωτικό μοντέλο. Ριζοσπαστικές αλλαγές που όμως να σέβονται και τον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων, (χωρίς να υποτάσσονται σε αυτόν, μιας και είναι δυναμικός παράγοντας σε εξέλιξη που με την σειρά του διαμορφώνεται από τις προγραμματικές επεξεργασίες), αλλά και τους διεθνείς περιορισμούς αυτής της διαδικασίας. Κάνει μια προσπάθεια θεμελίωσης της δικής μας πολιτικής οικονομία της μετάβασης. Όπως γράφει, δεν φιλοδοξεί να προσφέρει τελειωτικές λύσεις αλλά το άνοιγμα ενός διαλόγου. Οι τελικές λύσεις θα διερευνηθούν και θα διευρυνθούν από τον κοινωνικό πειραματισμό και την λαϊκή πρωτοβουλία, με την στήριξη φυσικά των οργανώσεων της Αριστεράς.

Κέρκυρα, Γενάρης 2013.

iΗ επισήμανση έχει την σημασία της, γιατί είναι ισχυρή η αντίληψη ότι για το έλλειμμα φταίει ο Αντρέας Παπανδρέου, δηλαδή ο “σοσιαλισμός”, το κοινωνικό κράτος κτλ. Αυτό που πραγματικά φταίει είναι η πολιτική του κοινωνικού κράτους με δανεικά, χωρίς αναδιανομή, χωρίς σύγκρουση με την πλουτοκρατία.
iiΣε πρόσφατες επεξεργασίες του ΣΥΡΙΖΑ προτείνεται η επικέντρωση σε 5 παραγωγικούς κλάδους-συμπλέγματα: Το αγροτοδιατροφικό, το τουριστικό, το ενεργειακό, το σύμπλεγμα βιομηχανίας-περιβαλλοντικών τεχνολογιών και έρευνας, καθώς επίσης και το κατασκευαστικό σύμπλεγμα. (ομιλία Τσίπρα στην ΔΕΘ,2012)
iiiΑξία της Αριστεράς είναι η ανάπτυξη της προσωπικότητας των εργαζομένων, η διεκδίκηση δημιουργικής εργασίας, η προώθηση τους στην διοίκηση της κοινωνίας και των επιχειρήσεων, και όχι πρώτα απ όλα αιτήματα αυξήσεων για να συσσωρεύουν υλικά αγαθά. Το αναγκαίο ψηλό βιωτικό επίπεδο και η αναδιανομή είναι μια προϋπόθεση μόνο για τα προηγούμενα και όχι αυτοσκοπός. Φυσικά καταλαβαίνει κάνεις τα συνδικάτα να είναι μονόπλευρα προσανατολισμένα στο βιοτικό επίπεδο, αλλά προκαλεί εντύπωση να έχει τον ίδιο οικονομίστικο προσανατολισμό και τμήμα της Αριστεράς, και μάλιστα με την αυταπάτη όχι είναι “επαναστατικό”.
ivΚατά την γνώμη μας, τουλάχιστον στην αρχική φάση, και το εισόδημα δεν μπορεί να φορολογείται μόνο με το τι δηλώνεται, αλλά κυρίως με ένα σύστημα ορθολογικών και δίκαιων τεκμηρίων διαβίωσης αλλιώς θα συνεχιστεί το καθεστώς υπερφορολόγησης των μισθωτών και φοροδιαφυγής των μεσαίων στρωμάτων. Στην ίδια λογική δεν είναι ρεαλιστικός ο περιορισμός των έμμεσων υπέρ των άμεσων φόρων. Αρκεί η οι έμμεσοι φόροι να μην είναι οριζόντιοι αλλά στοχευμένοι, δηλαδή σε είδη πολυτελείας, εισαγωγής κτλ.
vαλήθεια, πότε η Αριστερά θα μιλήσει για σημαντική αύξηση του φόρου κληρονομιάς; προοδευτικά φυσικά, με εξαίρεση πχ ενός λογικού σπιτιού για διαμονή. Δεν μπορεί ο αμύθητος πλούτος που συσσωρεύει η αστική τάξη να κληροδοτείται ολόκληρος στους γόνους της, και να μην μένει ένα σημαντικό μέρος στην κοινωνία.