Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εργατική τάξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα εργατική τάξη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

18/3/11


Κ. ΠΡΕΒΕ : κριτική ιστορία του μαρξισμού.
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Με τρία χρόνια καθυστέρηση κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις ΚΨΜ, το βιβλίο του Κ Πρέβε. Να πούμε από την αρχή ότι πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον, αν και αιρετικό βιβλίο. Ενδιαφέρον όχι γιατί πιθανά θα συμφωνήσει κανείς με τα περισσότερα σημεία αλλά γιατί παραθέτει κρίσιμα και επίδικα θεωρητικά ζητήματα, με τρόπο ίσως απόλυτο, και ηθελημένα προκλητικό, αλλά πάντως σαφή, και δίνει τροφή για σκέψη και διάλογο. Προσωπικά, σε πολλά από τα συμπεράσματα του δεν συμφωνώ, αλλά το θεωρώ πολύτιμο βιβλίο, και το συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όποιον ενδιαφέρεται σήμερα για τον μαρξισμό.
Ο ΚΠ δηλώνει μαθητής του Μαρξ και κομμουνιστής, αν και πολλοί θα του αμφισβητήσουν αυτήν του την ιδιότητα (ομολογώ ότι και εγώ σε κάποια σημεία είχα αρχικά τις αμφιβολίες μου!).
Ο ΚΠ δεν κρύβει την περιφρόνηση του για το πολιτικό προσωπικό της Αριστεράς, ιδιαίτερα εκείνο που διαχειρίστηκε εξουσία. Σε κάποια σημεία βγάζει και κάποια πικρία (ή και κάτι ...περισσότερο!) για την αντιμετώπιση που είχε σαν 'διανοούμενος' από το κόμμα της εργατικής τάξης: “χρειάστηκε να υπομείνω επί τριάντα χρόνια το ζωώδες μίσος εκείνων που στα λόγια θέλουν έναν κόσμο ελεύθερο και χειραφετημένο κτλ...”
Ο ΚΠ περιοδολογεί την ανάλυση του σε τρία στάδια (μετά τον Μαρξ). Πρωτομαρξισμός, μεσομαρξισμός, ύστερος μαρξισμός. Παραθέτει τις βασικές αντιλήψεις του από την αρχή, και τις αναπτύσσει λεπτομερώς στα επόμενα κεφάλαια.
Ποιες είναι αυτές:
Ο μαρξισμός που ξέρουμε, στις βασικές εκδοχές του , δεν είναι δημιούργημα του ίδιου του Μαρξ αλλά των Ένγκελς-Κάουτσκι. Αναπτύχθηκε σαν μια ιδεολογία της εργατικής τάξης, μιας τάξης υποτελούς, και για αυτό έχει πολλά χαρακτηριστικά θεολογικού και θρησκευτικού τύπου (μεσσιανισμός, ντετερμινισμός, τελεολογία, ιστορικισμός, ουτοπισμός κτλ). Επίσης και πολλά χαρακτηριστικά οικονομίστικα. Η υποτελής εργατική τάξη δεν μπορεί να ηγεμονεύσει στην κοινωνία, ούτε να διοικήσει, για αυτό έχει ανάγκη εκπροσώπων, το κόμμα της. Οι εκπρόσωποι αυτοί, η γραφειοκρατία, είναι εντελώς απαραίτητοι, αν και στην πορεία αυτονομούνται και τείνουν από την ασταθή κατοχή να πάνε σε σταθερή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής (παλινδρόμηση στον καπιταλισμό). Η εργατική τάξη, γράφει, πολύ σωστά πήρε την εξουσία το 1917, οικοδόμησε τον μόνο τύπο 'σοσιαλισμού' που μπορούσε στις δοσμένες συνθήκες, αλλά όλες οι εγγενείς αντιφάσεις του συστήματος μπορούσαν να οδηγήσουν, και οδήγησαν, στην κατάρρευσή του. Αναγέννηση του μαρξισμού (και του κινήματος) δεν μπορούμε να περιμένουμε ούτε από τη σημερινή Αριστερά, ούτε από τις σεχταριστικές ομαδούλες ούτε από τους ακαδημαϊκούς, αλλά από την νέα γενιά, στη βάση των σημερινών νέων αντιθέσεων του καπιταλισμού.
Αυτά για αρχή και προχωράμε σε πιο αναλυτική εξέταση των κεφαλαίων του βιβλίου.

Αρχικά έχουμε ένα εισαγωγικό κεφάλαιο με τίτλο 'πριν από τον Μαρξ', όπου ο ΚΠ συνδέει την σκέψη του Μαρξ με όλην την ιστορία της φιλοσοφίας (σε αντίθεση με την περιοριστική γνωστή αντίληψη των τριών πηγών, δηλαδή αγγλική πολιτική οικονομία, γερμανική φιλοσοφία, γαλλικός κομμουνισμός), και κάνει κάποιες νύξεις για τις θέσεις που θα αναπτύξει σε επόμενα κεφάλαια. Σημεία που αξίζει να κρατήσει κανείς -από τα πάρα πολλά θέματα που θίγονται-, είναι ίσως η εκτίμηση του συγγραφέα για τις αναλύσεις του Κ Πόλανυ, ιδιαίτερα για τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, καθώς και η μεγάλη σημασία που αποδίδει στον Χέγκελ.

Ο Μαρξ.

Ο Μαρξ σύμφωνα με τον ΚΠ, δεν συστηματοποίησε τις ιδέες του, όχι γιατί δεν προλάβαινε ή δεν μπορούσε, αλλά γιατί δεν ήταν σίγουρος. Ήταν μια έρευνα σε εξέλιξη και όχι ένα κλειστό σύστημα. Εδώ ίσως οφείλονται και πολλές αμφισημίες που παρατηρούνται στο έργο του, όπως πχ για το χαρακτήρα των κρίσεων, ή την παραγωγική εργασία, που δίνουν την βάση για διάφορα ρεύματα ή αιρέσεις, που αλληλομισούνται μεταξύ τους περισσότερο από ότι με αντίπαλα αστικά ρεύματα. Θεωρεί αστεία την προσπάθεια εντοπισμού του 'αληθινού' Μαρξ. Θεωρεί ότι οι σχηματικές διχοτομίες υλιστές-ιδεαλιστές, συσκοτίζουν τα πράγματα (μια αντίστοιχη ιδέα έχει νομίζω και ο Βαζιούλιν). Ο κίνδυνος είναι ο υλισμός να κατανοηθεί σαν μηχανιστικός, που λίγο απέχει από τον ντετερμινισμό και την τελεολογία. Εδώ αναφέρει την φιλοσοφική ιδέα του ύστερου Αλτουσέρ για τον τυχαίο υλισμό (ή 'υλισμό της συνάντησης1', κάτι που θα μας απασχολήσει και παρακάτω).
Θεωρεί ότι τρεις είναι οι βασικές έννοιες του Μαρξ: αξία, αλλοτρίωση, δυνάμει όν (με την έννοια του Αριστοτέλη). Εξηγεί ότι η αλλοτρίωση στην μαρξική φιλολογία μπορεί να σημαίνει δυο πράγματα. 'Η απομάκρυνση από μια αρχική κατάσταση, ή μη ακόμα πραγματοποίηση των εγγενών δυνατοτήτων του ανθρώπινου όντος. Απορρίπτει την πρώτη, υιοθετεί την δεύτερη.
Αναλύει τρεις διαστάσεις της αλλοτρίωσης: στην εργασία, στη γλώσσα (ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες αναλύσεις ), στον συνολικό τρόπο ζωής, του νοήματος της (όπου παραθέτει μερικούς από τους πιο λεπτούς του συλλογισμούς).

Σε αυτό το κεφάλαιο αναλύει μια κρίσιμη θεωρητική του θέση. Στην ιστορία καμία υποτελής τάξη δεν γκρέμισε κάποιο τρόπο παραγωγής. Η δουλοκτησία κατέρρευσε από τις βαρβαρικές εισβολές, εξάλλου οι δούλοι δεν θέλανε να γίνουν δουλοπάροικοι αλλά ελεύθεροι αγρότες ή τεχνίτες. Και δεν ήταν οι δουλοπάροικοι αλλά η αστική τάξη, μια ήδη οικονομικά κυρίαρχη τάξη, που γκρέμισε την φεουδαρχία. Γιατί -αναρωτιέται ο ΚΠ- το προλεταριάτο να πετύχει εκεί που δεν πέτυχε άλλη καταπιεζόμενη τάξη; Εδώ φαίνεται να θίγει τα άγια των αγίων του μαρξισμού. Φυσικά 40 χρόνια πριν και ο Αλτουσέρ έθεσε ένα παρόμοιο ζήτημα. Και απάντησε ότι στην ιστορία δεν υπάρχει υποκείμενο που να την οδηγεί κάπου, αλλά μια κινητήρια δύναμη, και αυτή είναι η ταξική πάλη, το αποτέλεσμα της οποίας είναι διαφορετικό από την θέληση της μιας ή της άλλη τάξης, των κομμάτων, των διαφόρων υποκειμένων. Αυτή η θέση φαίνεται να είναι πιο κοντά σε αυτά που γράφει ο Ένγκελς για την ιστορική εξέλιξη σαν συνισταμένης των ξεχωριστών επιμέρους θελήσεων. Ο ΚΠ ισχυρίζεται ότι εκτός από το νεανικό Κομμουνιστικό Μανιφέστο, στα μεταγενέστερα έργα του ο Μαρξ εμφανίζει δυο άλλες προσεγγίσεις. Η πρώτη συνίσταται στην απόδοση στον καπιταλισμό μιας εσωτερικής δυναμικής κατάρρευσης, μια μηχανιστική και ντετερμινιστική αντίληψη που εξάλλου δεν επιβεβαιώνεται και από την ιστορία, και η δεύτερη με δυο άλλα διαφορετικά υποκείμενα. Πρώτο τον συλλογικό εργαζόμενο, νοούμενο σαν το σύνολο των εργαζόμενων σε ένα εργοστάσιο, από τον Διευθυντή μέχρι τον εργάτη, και δεύτερο την γενική διάνοια2.
Ο Μαρξ ήδη όσο ζούσε παρατηρούσε την διαστρέβλωση, ή καλλίτερα την υπεραπλούστευση, της σκέψης του από τους μαθητές του και φαίνεται να είπε το περίφημο ότι εγώ δεν είμαι μαρξιστής(!).

Ο πρωτομαρξισμός(1875-1914).

Δημιουργοί του, γράφει ο ΚΠ, οι Ένγκελς-Κάουτσκι, ιδιαίτερα ο δεύτερος ευθύνεται για την συρρίκνωσή του σε οικονομική θεωρία. Η περιφρόνηση της φιλοσοφίας συντελείται ευθέως ανάλογα με την υιοθέτηση του μαρξισμού από την εργατική τάξη, και εξηγείται από το βασικό της χαρακτηριστικό, το ότι είναι μια υποτελής τάξη.
Η ίδια η σκέψη του Μαρξ δεν μπορούσε να υιοθετηθεί από την εργατική τάξη. Έπρεπε να συστηματοποιηθεί, να απλουστευθεί, να συρρικνωθεί οικονομίστικα, να ενισχυθούν τα τελεολογικά και ντετερμινιστικά στοιχεία, δηλαδή να αποκτήσει λιγότερο επιστημονικό και περισσότερο ιδεολογικό-θρησκευτικό χαρακτήρα. Ο Ένγκελς ήταν ο κατάλληλος με την τεράστια εγκυκλοπαιδική μόρφωση, το πρακτικό και πολιτικό πνεύμα. Ήταν μια ιδιοφυΐα, γράφει ο ΚΠ, και η κριτική που γίνεται σήμερα, 150 χρόνια μετά, δεν μειώνει σε τίποτα αυτά τα χαρακτηριστικά του.
Οι περισσότεροι από αυτούς που θεωρούν τον εαυτό τους μαρξιστή είναι στην πραγματικότητα ασύνειδοι ενγκελιανοί.
Στον Ένγκελς οφείλεται η απόλυτη διχοτομία υλισμού-ιδεαλισμού, μια θετικιστική ιδέα, που αντανακλούσε το κλίμα του γερμανικού Πανεπιστήμιου της εποχής, μια ντετερμινιστική αντίληψη ότι η καπιταλισμός εξελίσσεται σε σοσιαλισμό από μόνος του. Ο Ένγκελς δημοσιεύει, αφού επεξεργάζεται, τους 2ο και 3ο τόμους του Κεφαλαίου, πράγμα που δεν έκανε ο Μαρξ γιατί δεν αισθανότανε σίγουρος για το περιεχόμενό τους. Συνεχίζει με τις -κατά την γνώμη του ΚΠ-, δύο βασικές αδυναμίες: την θεώρηση ότι φύση και κοινωνία έχουν ίδιους νόμους, κοινή διαλεκτική, και την απόδοση στην ιστορία της ικανότητας μιας μεταφυσικής διεύθυνσης μεσσιανικού, και τελεολογικού τύπου.
Προσπαθεί να τις εξηγήσει ως “...την φιλοσοφική εξιδανίκευση μιας ιστορικής αδυναμίας που δεν μπορούσε να αναγνωριστεί σαν τέτοια, και ήταν υποχρεωμένη με την κατάλληλη μαρξική ψευδή συνείδηση να ενσωματώσει τα δύο κύρια μαγικά στοιχεία της παραδοσιακής κουλτούρας...”, δηλαδή την θρησκευτική πίστη για το αναπόφευκτο της τελικής νίκης, την επικράτηση του σοσιαλισμού. Μια ακραία συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι η θεωρία του Μπερνστάιν, που τελικά ηττάται σαν 'ρεφορμισμός' .
Σε μια παρένθεση αναφέρει ότι η πρώτη αυτή θεωρητική αντιπαράθεση διεξάγεται πολιτισμένα, σε σχέση με την βίαιη και άκομψη κριτική των Μαρξ, Ένγκελς, και Λένιν στους αντιπάλους τους, ή ακόμα χειρότερα στην σταλινική πρακτική της εξόντωσης όσων είχανε διαφορετική γνώμη3.

Και ερχόμαστε στο κρίσιμο ζήτημα του Λένιν. Ο ΚΠ αναφέρει ότι η ιδιοφυΐα του συνίσταται στο ότι συνειδητοποιεί βασικές ανεπάρκειες του πρωτομαρξισμού, και προχωρά σε 2 κρίσιμες αναθεωρήσεις, του υποκειμένου και του χώρου. Η εργατική τάξη γενικά δεν είναι ικανή να ηγεμονεύσει και να κυριαρχήσει, έτσι μεταθέτει αυτό το ρόλο στο κόμμα της, σε μια λεπτή μερίδα αντιπροσώπων. Ακόμα παραπέρα, στηριγμένος στην ανάλυση του τότε καπιταλισμού μεταθέτει το χώρο, το θέατρο της πολιτικής πάλης, στην περιφέρεια του καπιταλισμού (Γκράμσι: επανάσταση ενάντια στο Κεφάλαιο!). Αυτές οι καινοτομίες συνεπάγονται και άλλες αλλαγές, όπως την ανάγκη συμμαχιών στη θέση της μονοταξικότητας, την επεξεργασία ενεργητικής πολιτικής, που φτάνει στα όρια του βολονταρισμού, στην θέση της παθητικότητας, την ταύτιση ιδεολογίας και φιλοσοφίας (πράγμα αρνητικό γιατί η ιδεολογία είναι ο χώρος της αυθόρμητης ή και οργανωμένης ψευδούς συνείδησης), την προώθηση σε πρώτο πλάνο του εθνικού ζητήματος (εντελώς υποτιμημένο πριν), ζήτημα για το οποίο ο ΚΠ έχει πολύ θετική εκτίμηση για την λενινιστική συμβολή, σε αντίθεση με τις σχεδόν φιλοιμπεριαλιστικές απόψεις των πριν τον Λένιν και κάποιων σύγχρονων κεντροαριστερών.
Γενικά ο λεγόμενος μαρξισμός-λενινισμός είναι στην ουσία λενινισμός, μια καινούργια θεωρία, πρωτοπόρα στην εποχή της προσπάθεια να ξεπεράσει τις ανεπάρκειες του πρωτομαρξισμού (που εν παρόδω, αντανακλούσαν την κατάσταση της εργατικής τάξης του ανεπτυγμένου καπιταλισμού και δεν ήταν 'προδοσία' των ηγετών), λενινισμός που όμως είναι εντελώς ανεπαρκής για την ανάλυση και αντιμετώπιση του σύγχρονου καπιταλισμού.


Ο μεσομαρξισμός (1914-1956).

Ξεκινά με την δήλωση ότι η εμπειρία του 'ιστορικού κομμουνισμού', όπως ονομάζει τον 'υπαρκτό', δεν έχει καμία σχέση με την πρωτότυπη θεωρία του Μαρξ, και δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν εφαρμογή της. Έτσι φυσικά νομίζει ότι ξεμπερδεύει εύκολα με την αφόρητη πίεση από αντιπάλους αλλά και φίλους, για τις φανερές, -πραγματικές ή υποθετικές- αδυναμίες αυτού που υπήρξε. Ο κομμουνισμός δεν οικοδομείται, αλλά προκύπτει από μια εσωτερική δυναμική του αναπτυγμένου καπιταλισμού4. Έτσι εξηγεί και ορισμένα αυταρχικά χαρακτηριστικά: “σε ένα στρογγυλό τραπέζι συζητάμε, σε ένα εργοτάξιο εκτελούμε οδηγίες των μηχανικών παραγωγής”, γράφει ο ΚΠ.

Διατυπώνει την άποψη ότι ο εξισωτισμός είναι άδικος και αναποτελεσματικός, μια κριτική που έχει γίνει από παλιά ήδη στον πλατωνικό κομμουνισμό. Εδώ φυσικά υπάρχει μια σύγχυση, που οφείλεται εν μέρει στην αντίληψη ότι ο σοσιαλισμός είναι κομμουνισμός έστω η κατώτερη φάση του.
Μια παρένθεση: έχει αναπτυχθεί μια μεγάλη συζήτηση για τη σχέση σοσιαλισμού και κομμουνισμού. Άλλοι σχεδόν τους ταυτίζουν, άλλοι τους θεωρούν περίπου διαφορετικά συστήματα. Ο Ρούσης ισχυρίζεται ότι ο σοσιαλισμός σχεδόν δεν χρειάζεται σήμερα, έχει ωριμάσει ο κομμουνισμός. Η σχολή της Λογικής της ιστορίας έχει εισάγει την έννοια του πρώιμου σοσιαλισμού (αν και ο σοσιαλισμός θεωρείται πρώιμος κομμουνισμός). Και όλοι μαζί ισχυρίζονται5 ότι ο κομμουνισμός θα προκύψει από παρθενογένεση, ότι θα εμφανιστεί μόνο αφού η εργατική τάξη πάρει την εξουσία, και ότι δεν παρατηρούνται κομμουνιστικές μορφές ήδη στα πλαίσια του καπιταλισμού (σε αντίθεση μάλιστα με τον Μαρξ που έψαχνε τέτοιες μορφές στα πλαίσια του καπιταλισμού ήδη από την εποχή του). Είναι μια μεγάλη συζήτηση που φυσικά δεν μπορεί να συνοψιστεί στα πλαίσια αυτής της παρουσίασης.

Η ιδεοτυπική αντιμετώπιση της εργατικής τάξης από τον Λούκατς (χαρακτηριστική των σεκταριστικών ομάδων και σήμερα, που φαντασιώνονται μια ιδανική εργατική τάξη, τελείως διαφορετική από την πραγματική) είναι υπεκφυγή από το προφανές πραγματικό γεγονός ότι η εργατική τάξη ήταν ανίκανη για αυτόνομη επαναστατική δράση. Σε αντίθεση με τον Γκράμσι που επεδίωκε μια πραγματική (πολιτική και πολιτιστική) ηγεμονία, ή με άλλα λόγια, θεωρούσε ηγεμονία το να γίνει η εργατική ιδεολογία και αξίες κοινός νους.

Ο Στάλιν, γράφει ο ΚΠ, οικοδομεί τον μόνο δυνατό σοσιαλισμό στις τότε συνθήκες και με την κληρονομηθείσα ανεπαρκή θεωρία. Ο ΚΠ διατυπώνει την ιδέα ότι τότε παρατηρείται η μεγαλύτερη παρουσιασθείσα στην ιστορία μαζική κοινωνική εξέλιξη (ένας τρόπος να πει ότι η εργατική τάξη, τουλάχιστον μια μερίδα της, ήταν κυρίαρχη). Αυτό υπηρετούσε και η μέθοδος της μόνιμης σφαγής. Κριτήριο της κοινωνικής εξέλιξης ήταν ο όρκος πίστης, όχι φυσικά η επιχειρηματικότητα (όπως στον καπιταλισμό), ούτε η πολιτιστική αξιοσύνη. Ή να το πούμε πιο θεωρητικά, η κυρίαρχη τάξη συγκροτούνταν με πολιτικά και όχι οικονομικά, ή άλλα, μέσα.

Σε γενικές γραμμές ο ΚΠ θεωρεί τις κοινωνίες του “ιστορικού κομμουνισμού” σαν τεχνολογικά προωθημένη επανέκδοση του ασιατικού τρόπου παραγωγής.

Ο ύστερο-μαρξισμός (1956-1991).

Ή η εποχή της διάλυσης, παρά τις διάφορες προσπάθειες διάσωσης ('δεξιές', 'αριστερές', από τον Ντούμπτσεκ μέχρι τον Μάο κτλ) . Αιτία θεωρεί τον χαρακτήρα του φορέα, δηλαδή της εργατικής τάξης, σαν τάξης υποτελούς και μη ικανής να ηγεμονεύσει μια μετάβαση από ένα τρόπο παραγωγής σε άλλο. Και αυτό όχι λόγω της απαλλοτρίωσης της από την γραφειοκρατία, ή οποία είναι εντελώς απαραίτητη σε μια τάξη με αυτά τα χαρακτηριστικά. Απλά η ανάθεση δημιουργεί διαφοροποίηση γνώσεων και εξουσίας, με τάση την μετατροπή της ασταθούς κατοχής σε σταθερή ιδιοκτησία. Κατά την γνώμη μας υπάρχει ένα βαθύτερο ζήτημα ωριμότητας και προϋποθέσεων του κομμουνισμού που φυσικά δεν μπορούμε να αναλύσουμε εδώ.
Ο ΚΠ ξεχωρίζει για σχολιασμό δύο φιλοσόφους, τον Λούκατς και τον Αλτουσέρ, και έναν ηγέτη-πολιτικό, τον Μάο.
Ειδικά για τον Αλτουσέρ αναφέρει ότι, πλήττει σοβαρές ανεπάρκειες της θεωρίας -αν και με θετικιστικό τρόπο-, όπως ο ιστορικισμός, ο οικονομισμός, ο ουτοπισμός. Προσπαθεί να απελευθερώσει τον μαρξισμό από μια τριπλή, μεταφυσική: της Αρχής, του Υποκειμένου, του Σκοπού.
Αμφισβητεί το μαρξισμό του Μάο, ιδιαίτερα τον θεωρητικό, παραθέτοντας μια σειρά στοιχεία για τις γνώσεις του αλλά και την κοινωνική βάση της κινέζικης επανάστασης. Δεν τον κατηγορεί ιδιαίτερα για αυτό αφού βασικές μαρξικές αντιλήψεις φαίνεται πια ότι δεν επαληθεύονται: ο καπιταλισμός δεν είναι και τόσο ανίκανος να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις. Ο υλισμός δεν είναι κατάλληλος αποκλειστικά για την επανάσταση και ο ιδεαλισμός αποκλειστικά για την αντεπανάσταση. Δεν παρατηρείται μια συνεχής πόλωση μεταξύ αστικής και εργατικής τάξης. Δεν επαληθεύονται τα επαναστατικά χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης. Δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθεί σοσιαλισμός δια αντιπροσώπων, οι οποίοι τείνουν να αυτονομηθούν, κτλ. Έτσι ο ΚΠ θεωρεί ότι η υπεραπλούστευση της θεωρίας από τον Μάο, είναι μια προσπάθεια να παραβλέψει τις αντιφάσεις, χωρίς όμως και να μπορεί να τις λύσει.
Αναφέρει το αυτονόητο για τα διάφορα θεωρητικά ρεύματα: οι διάφοροι δήθεν 'ρεβιζιονισμοί' δεν αντανακλούν παρά τις ιστορικές διαφοροποιήσεις της εργατικής τάξης, ή καλλίτερα διαφόρων μερίδων της (το βολικό μεταφυσικό σχήμα 'ένα το κόμμα', 'μια η τάξη', και ότι όλες οι άλλες τάσεις είναι 'μικροαστικές' ή και αστικές-διανοουμενίστικες είναι αστειότητες).
Περιγράφει δυο παράλληλα κοινωνικά προτσές: διάλυση και ατομικοποίηση της εργατικής τάξης, ενσωμάτωση και εξαγορά των διανοουμένων, προτσές που στερούν από τα παραδοσιακά ΚΚ την μαζική κοινωνική τους βάση.
Και με μια μικρή ανάλυση της περεστρόικα, τελειώνει η περιγραφή του τέλους αυτού που ονομάζει ιστορικό κομμουνισμό του 20ου αιώνα.

Επίλογος.

Το βιβλίο έχει ένα ακόμα, τελικό κεφάλαιο, για την μετα- εποχή. Εδώ σύντομα παραθέτει κάποιους συλλογισμούς ή και ερωτήματα για το μέλλον. Δεν θα τα παραθέσουμε , αφήνοντας τον αναγνώστη να τα συναντήσει διαβάζοντας το ίδιο το βιβλίο.
Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί, παρά τις όποιες υπερβολές, ή και απολυτότητες ίσως του συγγραφέα. Δεν ξέρω αν ο ΚΠ θα το έλεγε έτσι αλλά η ουσία του είναι ότι για να παραμείνουμε μαρξιστές πρέπει να αλλάξουμε εντελώς τον μαρξισμό, τουλάχιστον όπως τον ξέρουμε μέχρι σήμερα.








23/7/09

τα 2 συνέδρια του Φλεβάρη

(στάλθηκε για δημοσίευση στον ΔΙΑΠΛΟΥ)


Το Φλεβάρη, με διαφορά μιας βδομάδας, πραγματοποιήθηκαν τα συνέδρια των δύο μεγάλων κομμάτων της Αριστεράς[1]. Πριν περάσουμε σε ένα σχολιασμό των αποφάσεων τους, και σε μια ανάλυση του τι αυτές σηματοδοτούν, θα αναφερθούμε σύντομα στις δυο μερίδες της εργατικής τάξης και σε βασικά χαρακτηριστικά τους. Αυτό θα μας βοηθήσει εν πολλοίς να ερμηνεύσουμε την πολιτική και θεωρητική κατάσταση των δύο κομμάτων και των κειμένων που αναλύουμε.


1.για τις δύο μερίδες της εργατικής τάξης.

Οι εξελίξεις της τελευταίας τριακονταετίας στο σύστημα του καπιταλισμού, εξελίξεις που πιστεύουμε δικαιολογούν την θέση για ένα νέο στάδιο, επέφεραν σημαντικές αλλαγές στο χαρακτήρα της εργατικής τάξης. Κατά την γνώμη μας διαμορφώνονται τουλάχιστον δυο διακριτές μερίδες: μια παραδοσιακή, με τα χαρακτηριστικά του λεγόμενου φορντικού τρόπου παραγωγής, που έρχεται από το προηγούμενο στάδιο του καπιταλισμού, και μια σύγχρονη, με ανώτερο μορφωτικό επίπεδο, και χαρακτηριστικά του λεγόμενου τογιοτισμού, ή μεταφορντισμού, που σχηματίζεται[2] κυρίως στο νέο στάδιο του καπιταλισμού. Κάθε μερίδα έχει και το δικό της κόμμα. Το θεωρητικό και πολιτικό του επίπεδο, τα οργανωτικά χαρακτηριστικά, ακόμα και η στρατηγική και ταχτική, ανταποκρίνονται σε γενικές γραμμές στα αντίστοιχα χαρακτηριστικά της μερίδας που εκπροσωπεί.

Το ΚΚΕ εκφράζει σε γενικές γραμμές την παραδοσιακή μερίδα, ο ΣΥΡΙΖΑ την σύγχρονη[3]. Είναι εντυπωσιακό το πώς τα προγραμματικά στοιχεία κάθε κόμματος αντανακλούν τα χαρακτηριστικά κάθε μερίδας.


2. ΚΚΕ: θεωρητικοποίηση του καθυστερημένου σοσιαλισμού.

Το ΚΚΕ κάνει ένα βήμα εμπρός σε σχέση με την συνομωσιολογία. Το καινούργιο σχήμα που την αντικαθιστά είναι η διαπάλη «οπορτουνισμού» και «συνεπών» δυνάμεων. Το σχήμα αυτό παίρνει τέτοια σημασία στην θεωρία και πολιτική του που ανάγεται σε καθοριστικό σε όλες τις φάσεις της πολιτικής πάλης. Σήμερα πχ είναι η θεωρητική βάση της εμφυλιοπολεμικής αντιμετώπισης των άλλων δυνάμεων της Αριστεράς. Το ΚΚΕ αδυνατεί να βγάλει βαθύτερα συμπεράσματα για τις αντιφάσεις του σοσιαλισμού, την διαλεκτική παραγωγικών σχέσεων-δυνάμεων, την πολιτική οικονομία, το εποικοδόμημα. Αντί να κρίνει τα όποια θεωρητικά του σχήματα με βάση την πραγματική εμπειρία σοσιαλιστικής οικοδόμησης, αντίστροφα κρίνει το τι έγινε με το αν συνάδει με τα θεωρητικά σχήματα που διετύπωσαν δεκάδες χρόνια πριν οι Μαρξ-Λένιν, αλλά κυρίως ο Στάλιν. Το χειρότερο κατά την γνώμη μας δεν είναι η άκριτη δικαιολόγηση των μεθόδων και της πρακτικής ενός «καθυστερημένου σοσιαλισμού»[4], αλλά η θεωρητικοποίηση τους και η αναγωγή τους σε γενικές νομοτέλειες, άρα εφαρμόσιμες στο μέλλον.

Για τις αιτίες της ανατροπής:

· Έτσι λοιπόν η ιστορία του σοσιαλισμού είναι η ιστορία της διαπάλης «οπορτουνισμού» και «συνεπών» δυνάμεων. Ποιος κρίνει ποιος είναι συνεπής ή οπορτουνιστής; Φυσικά η ηγεσία του ΚΚΕ. Κάθε διαφορετική άποψη, που σε γενικές γραμμές αντανακλά την διαφορετική κατάσταση μερίδας ή ομάδας εργαζομένων, κηρύσσεται οπορτουνιστική. Η διαφορετική άποψη κηρύσσεται εχθρική, και σε πολλές περιπτώσεις θεωρείται σαν ο κύριος εχθρός. Άλλο αν κατά καιρούς οι ίδιες δυνάμεις και αντιλήψεις κατατάσσονται εναλλάξ από εδώ ή από εκεί. Ας πούμε η Κανέλλη σήμερα φυσικά είναι συνεπής. Αύριο, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι οπορτουνίστρια. Έτσι η διαφορετική άποψη δεν αντιμετωπίζεται με πολιτική και ιδεολογική διαπάλη, αλλά με καταστολή. Όπως σωστά αναφέρθηκε στον προσυνεδριακό διάλογο το κράτος χρησιμοποιήθηκε στην εσωκομματική διαπάλη.

· Έχουμε αναπτύξει αλλού[5] μια προβληματική για την μη ωριμότητα του κομμουνισμού όχι μόνο στην καθυστερημένη Ρωσία, αλλά και για την μη ωριμότητα του γενικά τον 20ο αιώνα, όσον αφορά την υλική βάση της μηχανικής παραγωγής. Και άλλοι ερευνητές έχουν αναπτύξει μια παρόμοια προβληματική.[6] Αντίθετα η πλειοψηφία των μαρξιστών αλλά και των οργανώσεων, θεωρούν, ακόμα και σήμερα, υπερώριμο τον κομμουνισμό στην Ρωσία του 1917, αλλά παράλληλα καταδικάζουν τις μεθόδους που επιλέχτηκαν (σαν σταλινισμό). Αυτό φυσικά συνιστά αντίφαση. Όσο πιο καθυστερημένη είναι η χώρα τόσο πιο πολύ θα χρησιμοποιηθεί βία και καταναγκασμός. Το ΚΚΕ από αυτή την άποψη είναι πιο συνεπές. Αφού επιλέχθηκε η στρατηγική του αδύνατου κρίκου, και της οικοδόμησης σοσιαλισμού σε μια καθυστερημένη χώρα, με λιγότερο από 20% μισθωτούς, με ένα ωκεανό μικροαστών, ή καλλίτερα μικροαγροτών, που αντιτίθονταν στον σοσιαλισμό, η μαζική τρομοκρατία ήταν μονόδρομος. Σε συνθήκες έλλειψης δημοκρατικών παραδόσεων, που οι πολιτικές διαφορές λύνονταν ένοπλα, και με πρόθεση εξόντωσης του αντιπάλου, μπορεί κανείς να εξηγήσει το κύμα μαζικών εκκαθαρίσεων ακόμα και της εσωκομματικής αντιπολίτευσης, που ας σημειώσουμε ακολουθούσε ίδιες μεθόδους και αν είχε επικρατήσει κάπως έτσι (ίσως μόνο σε διαφορετική έκταση) θα έλυνε τα ζητήματα. Αλλού είναι το ζήτημα. Ότι αποδείχτηκε ότι έτσι, οικοδομείται ίσως ένας αυταρχικός σοσιαλισμός του στρατώνα, αλλά αυτό δεν μπορεί να πετύχει, τουλάχιστον όχι στον 21ο αιώνα και όχι σε αναπτυγμένες χώρες. Αυτό το απλό συμπέρασμα όμως δεν μπορεί να το βγάλει το ΚΚΕ. Και έτσι αναγκάζεται να διατυπώσει θέσεις που δεν στέκουν: όπως ότι αποδείχτηκε η ανωτερότητα του σοσιαλισμού (ακριβώς το αντίθετο, δυσφημίστηκε η ιδέα του στις πλατύτερες μάζες), ότι μπορεί να οικοδομηθεί σε μια χώρα και μάλιστα όχι την πιο αναπτυγμένη όπως η Ελλάδα (εξ ου και η θέση για αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αφού προσδοκά εμείς να χτίζουμε σοσιαλισμό και οι κουτόφραγκοι να βασανίζονται ακόμα με τον καπιταλισμό), ότι υπήρχε ανώτερου τύπου δημοκρατία (καταλαβαίνοντας την αντίθεση αστικής και εργατικής δημοκρατίας μηχανιστικά, και μη μπορώντας να καταλάβει ότι η εργατική δημοκρατία δεν μπορεί να πάει πίσω από τα στοιχειώδη τυπικά αστικά δικαιώματα[7]). Φυσικά κανένα κόμμα δεν μπορεί να κατακτήσει με αυτές τις μεθόδους την ηγεμονία, άρα απομένει η ωμή βία[8] (που θεωρητικά στρέφεται κατά της αστικής τάξης, αλλά στην πράξη κατά κάθε διαφορετικής άποψης). Τέλος όσον αφορά τα αξεπέραστα προβλήματα και τις αντιφάσεις της πρώιμης σοσιαλιστικής οικοδόμησης, δεν τα θεωρεί αποτέλεσμα του ανώριμου της προσπάθειας, αλλά νομίζει ότι μπορούσαν να ξεπεραστούν με μια φυγή προς τα εμπρός: βουλησιαρχική και πρόωρη εισαγωγή των κομμουνιστικών σχέσεων, που κατά την γνώμη του αποτελούσε το κύριο διακύβευμα της πάλης «οπορτουνιστών» και «συνεπών».

· Τέλος πως εξηγεί την τελική επικράτηση του «οπορτουνισμού»; Εδώ νομίζουμε ότι το κείμενο ξεφεύγει από τα όρια της σοβαρότητας: οι οπορτουνιστές επικράτησαν λόγω των …απωλειών στις ταξικές μάχες και τον πόλεμο, λόγω της λειψής μαρξιστικής μόρφωσης(!), λόγω της εξάρτησης από τους αστούς ειδικούς, λόγω τεχνικής καθυστέρησης, και φυσικά και της ιμπεριαλιστικής πίεσης. Έτσι άθελα του το ΚΚΕ οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επικράτηση του «οπορτουνισμού» ήταν λίγο πολύ προδιαγεγραμμένη.



Ο σοσιαλισμός του ΚΚΕ:

· Απόρροια των βασικών αντιλήψεων του ΚΚΕ για ένα σοσιαλισμό που δεν έχει ωριμάσει, δεν μπορεί να ηγεμονεύσει, και θα επιβληθεί όχι με βάση την θέληση της πλειοψηφίας αλλά την θέληση μιας οργανωμένης μερίδας της εργατικής τάξης, στηριγμένης στην βία και καταστολή[9] είναι και μια σειρά θέσεις όπως: η θεσμοθέτηση του καθοδηγητικού ρόλου του ΚΚ, που δεν κατακτάται αλλά επιβάλλεται, με μονοκομματικό πολιτικό σύστημα.[10] Η οργάνωση όλης της κοινωνίας στη βάση του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Η (επικίνδυνη) αναφορά για ανάγκη κατάργησης της μικροαστικής συνείδησης (λες και η συνείδηση αλλάζει με διοικητικά μέτρα). Η ετσιθελική εφαρμογή κομμουνιστικών μέτρων, σαν αποτέλεσμα πολιτικών αποφάσεων, ανεξάρτητα από την ωριμότητα των παραγωγικών δυνάμεων. Η ισοπέδωση των αμοιβών ήδη από τα αρχικά στάδια.[11] Η άμεση σχεδόν κατάργηση όλης της καπιταλιστικής αλλά και μικροαστικής ιδιοκτησίας. Η πολιτικά ακατανόητη θέση για πλήρη εθνικοποίηση της γης (ακόμα και της μικροαγροτικής). Η αυτοδύναμη οικονομική ανάπτυξη (θέση που την εποχή της διεθνοποίησης-παγκοσμιοποίησης φαίνεται εντελώς εξωπραγματική).


Ο κομμουνισμός του ΚΚΕ:

· Η διαφορά με τον σοσιαλισμό περιορίζεται στην διανομή. Ακόμα και ο Μαρξ πριν 150 χρόνια στην κριτική του προγράμματος της Γκόττα χαρακτήριζε σαν χυδαίο τον σοσιαλισμό που περιορίζεται στην διανομή παραβλέποντας τον τρόπο παραγωγής. Όμως στην προβληματική του ΚΚΕ δεν υπάρχει η αυτοματοποίηση, η απελευθέρωση της εργασίας και η μετατροπή της σε ζωτική ανάγκη[12]. Έτσι ειδοποιός διαφορά είναι η πλήρης ικανοποίηση των αναγκών. Ποιών αναγκών; Προφανώς καταλαβαίνοντας το ουτοπικό της πλήρους ικανοποίησης όλων των αναγκών, κάνει λόγο για «πραγματικές» και επιστημονικά καθοριζόμενες ανάγκες, αφήνοντας μεγάλο περιθώριο για αυθαιρεσία και διοικητικό-γραφειοκρατικό καθορισμό.

· Συνδέει την τελική νίκη του κομμουνισμού όχι με αντικειμενικές αιτίες όπως την δημιουργία αντίστοιχης υλικής βάσης (αυτοματοποίηση), και την απελευθέρωση της εργασίας, αλλά με την κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση, κάτι που όχι μόνο συνιστά ιδεαλισμό, αλλά και περικλείει τον κίνδυνο αυταρχικού ελέγχου της συνείδησης. Κάνει ειδική αναφορά στο ότι δεν αναγνωρίζει διαφορά μεταξύ τυπικής και πραγματικής κοινωνικοποίησης, δηλαδή μεταξύ σοσιαλισμού και κομμουνισμού.


συμπεράσματα:

· Αν σταθεί κανείς στα σημεία κριτικής μας (και φυσικά υπάρχουν και πολλά άλλα στο κείμενο, αλλά ο χώρος δεν επιτρέπει να αναφερθούν) μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ΚΚΕ όχι μόνο δεν μπορεί να προσφέρει στην υπόθεση του σοσιαλισμού, αλλά και ο ρόλος του είναι αρνητικός. Εμείς όμως έχουμε μια διαφορετική άποψη. Το ΚΚΕ είναι σταθερά υπέρ του σοσιαλισμού, φυσικά όπως τον γνώρισε και τον καταλαβαίνει. Υπέρ του κλασσικού μαρξισμού, αν και με μια σχηματοποιημένη ανάγνωση. Το ΚΚΕ δεν είναι ούτε μικροαστικό ούτε ρεφορμιστικό κόμμα. Απλά αντανακλά την θεωρητική και πολιτική κατάσταση μιας μερίδας της εργατικής τάξης, φθίνουσας ποιοτικά αλλά όχι κατ΄ ανάγκην ποσοτικά (διότι η χειρωνακτική εργασία στη βάση της μηχανικής παραγωγής παραμένει, και αναπαράγεται σε ένα βαθμό και στην βάση της αυτοματοποιημένης). Η κοινωνική συμμαχία για τον σοσιαλισμό πρέπει να περιλαμβάνει και αυτήν την μερίδα που προς το παρόν μάλιστα είναι πλειοψηφική. Και αν όπως είπαμε αδυνατεί να ανοίξει δρόμους στην θεωρία, έχει άλλα χρήσιμα χαρακτηριστικά: οργανωτικότητα, πείσμα, αγωνιστικότητα, πειθαρχία, που δεν τα έχει ή δεν τα έχει στον ίδιο βαθμό η άλλη, η σύγχρονη μερίδα. Φυσικά εναπόκειται στο ίδιο το ΚΚΕ το τι δρόμο θα διαλέξει. Όσο παραμένει στα σχήματα της πάλης κατά του «οπορτουνισμού», δυσκολεύει την ενότητα δράσης και μάλιστα αντικειμενικά παίζει ένα διασπαστικό ρόλο. Πιθανά να εξελιχθεί σε θετικότερη κατεύθυνση ιδεολογικά και πολιτικά αν η επαναστατική θεωρία ανανεωθεί πειστικά, στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Επίσης στο σοσιαλιστικό αύριο έχει θέση στα πλαίσια του σοσιαλιστικού πλουραλισμού. Είναι μάλλον πρόωρο να προσπαθήσουμε να μαντεύσουμε από τώρα τι στάση θα κρατήσει, δηλαδή αν θα έχει μια στάση δημιουργική ή εχθρική όσον αφορά την διαδικασία προς τον σοσιαλισμό[13].


3. ΣΥΝ: ανοικτός σε δύο ενδεχόμενα.

Ο ΣΥΝ εκφράζει μια μερίδα της εργατικής τάξης που σήμερα είναι σε σύγχυση. Βρίσκεται υπό ριζοσπαστικοποίηση, αλλά σε ένα βαθμό και κάτω από αστική επιρροή. Αυτή την κατάσταση φαίνεται να αντανακλά σε γενικές γραμμές το πρόγραμμα του ΣΥΝ.


Τα θετικά στοιχεία:

Το πρόγραμμα κάνει λόγο για σοσιαλισμό. Αναφέρει επίσης ότι ο καπιταλισμός δεν βελτιώνεται:

«Στρατηγικός στόχος του Συνασπισμού της Ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι ο σοσιαλισμός, ο σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία, ο σοσιαλισμός στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και στον κόσμο, ο σοσιαλισμός του 21ου αιώνα. Κοινή πεποίθηση όλων των συνιστωσών του ΣΥΡΙΖΑ, όλων των δυνάμεων που συσπειρώνει, ενταγμένων και ανέντακτων, είναι ότι το οικονομικό και κοινωνικό σύστημα του καπιταλισμού συσσώρευσε και εξακολουθεί να συσσωρεύει μύρια δεινά για ολόκληρη την ανθρωπότητα και ότι ο σκληρός πυρήνας του -η απόλυτη προτεραιότητα του κέρδους- δεν επιδέχεται εξωραϊσμό».

Επίσης μιλάει για μια οικονομία των αναγκών στην θέση του καπιταλιστικού κέρδους. Μιλάει για μια διαφορετική κοινωνία με κριτήρια την απασχόληση (και μάλιστα ποιοτικές θέσεις εργασίας, μια πολύ ενδιαφέρουσα ιδέα), το περιβάλλον (και όχι την πράσινη καπιταλιστική οικονομία), την ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Μιλά για ανακατανομή πόρων αλλά και εξουσιών, για δημοκρατικά και ατομικά δικαιώματα, για πολιτιστική αναγέννηση. Έχει μια σειρά επεξεργασμένες προτάσεις, που μπορούν να αρχίσουν να υλοποιούνται ανάλογα με τους αγώνες που θα αναπτυχθούν και τους πολιτικούς συσχετισμούς, από σήμερα. Και προτείνει ένα δημοκρατικό δρόμο, που θα επιβάλλει αλλαγές σύμφωνα με την θέληση της πλειοψηφίας, με κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, που αρχίζει από σήμερα. Τέλος σημαντικό είναι ότι θεωρεί τον σοσιαλισμό σαν μια διεθνή υπόθεση, με διεθνείς περιορισμούς και παραμέτρους. Ως εδώ καλά.

Τα προβληματικά στοιχεία:

Όμως ο σοσιαλισμός παραμένει μια φράση, δεν περιγράφονται ούτε κατ ελάχιστον τα βασικά του χαρακτηριστικά (για κομμουνισμό δεν κάνει καθόλου λόγο). Ούτε κάνει λόγο για κατάργηση της μεγάλης καπιταλιστικής ιδιοκτησίας σαν προϋπόθεση για την κοινωνία που προτείνει. Κάποια σημεία μάλιστα δίνουν την εντύπωση ότι ο σοσιαλισμός του περιορίζεται σε κάποια κοινωνικά αγαθά (υγεία, παιδεία, κοινή ωφέλεια), ενώ τα υπόλοιπα αγαθά θα παράγονται στον καπιταλιστικό τομέα. Επίσης κάποια σε έναν ασαφή τρίτο τομέα (ούτε ιδιωτικό, ούτε κρατικό):

«Με αυτό τον τρόπο, συνδέουμε την πορεία ανάπτυξης της χώρας με τη συγκρότηση ενός δημόσιου τομέα που δεν θα είναι ούτε ιδιωτικός ούτε κρατικός και ο οποίος δεν θα αποσκοπεί στο κέρδος. Ο τομέας αυτός θα οργανώνεται υπό μορφές οικονομικής δραστηριότητας υβριδικές ή μεταβατικές -συνεταιρισμοί, ενώσεις, ταμεία αλληλοβοήθειας, αυτοδιαχειριζόμενες οικονομικές μονάδες, κοινοπραξίες, εταιρείες λαϊκής βάσης, επιχειρήσεις ειδικού κοινωνικού σκοπού κ.λ.π.- που μπορεί μεν να λειτουργούν υπό τους καταναγκασμούς του καπιταλιστικού πλαισίου αλλά με όρους, τρόπους και σκοπούς που θα το υπερβαίνουν. Στόχος τους είναι να ικανοποιούν τις κοινωνικές ανάγκες και όχι την κρατική ή την ατομική ιδιοτέλεια, ενόσω θα λειτουργούν με βάση είτε την αρχή «ούτε κέρδη ούτε ζημιές» είτε με πλεόνασμα, το οποίο όμως δεν θα αποτελεί πηγή πλουτισμού αλλά πόρο για τη διεύρυνση της παραγωγής, τη μείωση του κόστους και τη βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων αγαθών ή υπηρεσιών».


Εκτός προβληματικής επίσης παραμένουν οι έννοιες σχέδιο-αγορά, κοινωνικοποίηση, χρηματικές και εμπορευματικές σχέσεις, το μέλλον της εργασίας κτλ. Κρίσιμη είναι η αδυναμία κριτικής εξέτασης της εμπειρίας των κοινωνιών του πρώιμου σοσιαλισμού για την εξαγωγή συμπερασμάτων για το μέλλον, εκτός από την κάπως επιφανειακή (και αυτονόητη σήμερα) αντίληψη για την ανάγκη δημοκρατίας και ελευθερίας.


Προς τον σοσιαλισμό, ή την σοσιαλδημοκρατία;

Είναι φανερό ότι εδώ πρόκειται για ένα ημιτελές πρόγραμμα. Δεν είναι σίγουρο αν θα εξελιχθεί προς την κατεύθυνση του σοσιαλισμού, ή της αστικής διαχείρισης (της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας). Η εξήγηση που δίνει το ίδιο το κείμενο είναι ότι δεν θέλει να δεσμεύσει τους μελλοντικούς αγώνες με σχέδια που είναι υπό διαμόρφωση:

«Έχουμε πλήρη συνείδηση ότι η νέα οικονομία των αναγκών που προτείνουμε θέτει ένα πλήθος ερωτημάτων στα οποία δεν είμαστε έτοιμοι να απαντήσουμε ολοκληρωμένα. Δεν μπορούμε να προφητέψουμε τις μέλλουσες εξελίξεις και τις επιταχύνσεις ή τις επιβραδύνσεις του ιστορικού χρόνου, δεν μπορούμε να προδικάσουμε τους αγώνες που θα αναληφθούν και τη συλλογική πείρα που μέλλει να συσσωρευτεί συναφώς, δεν μπορούμε να προβλέψουμε τις θεωρητικές επεξεργασίες που θα απαιτηθούν»

Μετά από αυτές τις σημαντικές ελλείψεις για ένα πρόγραμμα αριστερού κόμματος, λίγη σημασία έχει το μέρος των συγκεκριμένων διεκδικήσεων, όπου συνυπάρχουν μια σειρά θετικές ιδέες[14], με άλλες προβληματικές, όπως η εντύπωση που δίνεται για υποσχέσεις υπερβολικής αύξησης του βιοτικού επιπέδου πέραν πάσης λογικής, οι προτάσεις για υπερχρηματοδότηση τομέων χωρίς πειστική υπόδειξη των πόρων, οι νεολουδίτικες απόψεις για τα μεταλλαγμένα τρόφιμα, το χαΐδεμα των μικροαστικών στρωμάτων (αντί για περιορισμό της εκτεταμένης φοροδιαφυγής τους ο ΣΥΝ προτείνει και άλλες φοροαπαλλαγές), οι παροχές προς σχεδόν όλους (σε στυλ ΠΑΣΟΚ), μια κάπως ουτοπική μεταναστευτική πολιτική, μια υπερβολή στον προσανατολισμό σε κάποιες ομάδες όπως οι φυλακισμένοι κτλ.

Η αντιφατική φυσιογνωμία του ΣΥΝ, που επαναλαμβάνουμε αντανακλά τη μεταβατική κατάσταση της σύγχρονης εργατικής τάξης, φυσικά δεν πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ο ΣΥΝ είναι ή θα εξελιχθεί σε ένα άλλο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Οι ταξικοί και πολιτικοί αγώνες και η εμπειρία που θα δίνουν στις κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπεί, οι συμμαχίες του με άλλες μικρές οργανώσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς, καθώς και η θεωρητική δουλειά που μπορεί να αναλάβουν δυνάμεις του χώρου του, μπορεί να τον οδηγήσουν σε παραπέρα ριζοσπαστικοποίηση[15] και θεωρητική-προγραμματική αποσαφήνιση. Αυτή θα είναι μια πολύ θετική εξέλιξη για την υπόθεση του σοσιαλισμού στην χώρα μας.



[1] Τον Απρίλη έγινε και η προγραμματική συνέλευση του ΣΥΡΙΖΑ, στα ίδια περίπου πλαίσια του ΣΥΝ.

[2] Για την ακρίβεια είναι υπό διαμόρφωση, ακόμα δεν κυριαρχεί ποσοτικά.

[3] Οι οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς στην Ελλάδα, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, σχετίζονται με ένα στενό κύκλο διανοουμένων και φοιτητών, και έχουν πολύ μικρή επίδραση στην ταξική και πολιτική πάλη.

[4] Έκφραση Λένιν και Μπουχάριν.

[5] Η επικαιρότητα του σοσιαλισμού τον 21ο αιώνα, ΔΙΑΠΛΟΥΣ τ.15/2006

[6] Πχ Ρούσης (ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς), ή και Catone (περιοδικό ΟΥΤΟΠΙΑ) με μια έννοια.

[7] Η Λούξεμπουργκ έκανε μια σχετική κριτική στους μπολσεβίκους, μη καταλαβαίνοντας ότι οι μπολσεβίκοι δεν θα μπορούσαν να σταθούν με δημοκρατικές μεθόδους, και ότι αναγκάστηκαν να καταργήσουν βασικές αντιπροσωπευτικές μορφές όπως η Συντακτική.

[8] Ο Λένιν θεωρητικοποίησε αυτήν την αντίληψη με το ιδεολόγημα ότι δεν μπορεί να κατακτηθεί η πλειοψηφία πριν κατακτηθεί η εξουσία. Φυσικά και δεν μπορεί σε συνθήκες που δεν έχει ωριμάσει η αναγκαιότητα του κομμουνισμού. Σε συνθήκες που ο καπιταλισμός πραγματικά (και όχι στο μυαλό μας) έχει φάει τα ψωμιά του, οι επαναστατικές ιδέες λογικά θα γίνουν ηγεμονικές, και η Αριστερά θα κατακτήσει την πλειοψηφία.

[9] Χαρακτηριστικά γίνεται λόγος και για αστικές αντιλήψεις εντός του κόμματος, οδηγώντας σε ένα καθεστώς ιδεολογικής τρομοκρατίας και αυτολογοκρισίας.

[10] Θέση που δέχτηκε κριτική από μια σειρά στελέχη όπως ο πρώην γραμματέας της ΚΟΑ Β. Καλαματιανός, που δεν εκλέχτηκε ούτε στην ΚΕ.

[11] Θέση που συγκέντρωσε την έντονη κριτική πολλών στον προσυνεδριακό διάλογο.

[12] Πιο αναλυτικά δες Πολίτη Διονύση: «κομμουνιστική προοπτική: πέρα από την ουτοπία…», στο http://dionisispolitis.blogspot.com/

[13] Ιστορικά έχουμε παραδείγματα κομμάτων που κράτησαν δημιουργική στάση σε διαδικασίες που δεν καθοδήγησαν τα ίδια, όπως το ΚΚ Κούβας, που συγχωνεύτηκε αργότερα με το κίνημα του Κάστρο, ή το ΚΚ Βενεζουέλας σήμερα.

[14] Όπως οι ποιοτικές θέσεις εργασίας, τα κριτήρια λειτουργίας των δημόσιων επιχειρήσεων, η οικονομία των αναγκών και συλλογικών αγαθών στην θέση του καπιταλιστικού κέρδους.

[15] Η επιθυμία του ΚΚΕ να στραφεί ο ΣΥΝ προς τα δεξιά (κεντροαριστερά), για να ηγεμονεύσει το ίδιο στην Αριστερά, είναι κοντόφθαλμη και άκρως επιβλαβής.