Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοπαρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλιοπαρουσίαση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17/12/14

βιβλιοπαρουσίαση- Λινέρα:κράτος, επανάσταση, ηγεμονία




Εισαγωγή.


Στην πρωτότυπη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συγκυρία στην χώρα μας, τα θεωρητικά προβλήματα της μετάβασης αρχίζουν κάπως να συζητιούνται, αν και όχι ίσως με την πυκνότητα που θα έπρεπε. Σε αυτά τα πλαίσια το βιβλίο του Α. Λινέρα (Βολιβιανός διανοούμενος και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Ε Μοράλες), έρχεται σαν μια πολύτιμη θεωρητική συμβολή, που στηρίζεται και τροφοδοτείται απο μια πραγματική διαδικασία μετάβασης, αυτή που συμβαίνει στην Βολιβία, αλλά και γενικότερα στην Λ. Αμερική.


Κατ αρχήν τι εννοούμε θεωρητικά προβλήματα μετάβασης. Προφανώς η μαρξιστική Αριστερά βλέπει την κατάκτηση της κυβέρνησης όχι σαν αυτοσκοπό, έστω και για τον υψηλό σκοπό της κοινωνικής σωτηρίας, αλλά ενταγμένη σε μια μακριά διαδικασία ανοίγματος του δρόμου για το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κοινωνίας και την “οικοδόμηση” (αν και ο όρος δεν είναι πολύ δόκιμος) μιας εναλλακτικής, μετακαπιταλιστικής κοινωνίας, που στα πλαίσια του μαρξισμού ονομάζεται κομμουνιστική κοινωνία.


Δυο διευκρινήσεις: 
  • το πώς θα είναι η κοινωνία που επιδιώκουμε, σήμερα δεν είναι τόσο καθαρό, ή καλλίτερα δεν υπάρχει ενιαία άποψη. Κάποιοι θεωρούν ότι αρκεί μια επανάληψη του “υπαρκτού”, με μικρές αλλαγές (που ίσως δεν είναι καν βελτιώσεις αλλά στην πραγματικότητα χειρότερη εκδοχή του). Άλλοι επαναφέρουν τις ηττημένες στην εποχή τους απόψεις της τότε “αριστερής αντιπολίτευσης”, και θεωρούν ότι ο κομμουνισμός είναι υπόθεση καλής θέλησης, μπορεί να εφαρμοστεί γενικευμένα και αμέσως και ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν αντικειμενικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του (τέτοιες δυνάμεις βρίσκονται και στον ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα στον καθοδηγητικό του πυρήνα). Κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι κομμουνισμός σημαίνει γενική κρατικοποίηση των πάντων, είτε μιλάμε για γιγάντιες πολυεθνικές, είτε μιλάμε για ένα συνεργείο αυτοκινήτων. Άλλοι, αντίθετα, θεωρούν ότι κομμουνισμός είναι ο τρίτος τομέας της “αλληλέγγυας οικονομίας”. Τέλος κάποιοι ψάχνουν να βρουν λύση στα προ 170 χρόνων γραπτά του Μαρξ , που όσο πολύτιμα και αν είναι σαν οδηγός και αφετηρία, δεν μπορούν σαν το κοράνι, να απαντάνε στα διαχρονικά προβλήματα της ανθρωπότητας, κάτι που και ο ίδιος ο Μαρξ το κορόιδευε. Βέβαια η συζήτηση δεν θα γίνει στο κενό. Η ίδια η ταξική πάλη θα ανοίγει στην πράξη τον δρόμο στις αναγκαίες και ρεαλιστικές αλλαγές, έστω και με την μέθοδο της δοκιμής και απόρριψης και τον κοινωνικό πειραματισμό. Διαφορετικά θα οδηγηθούμε σε σχήματα και εγκεφαλικές κατασκευές που τόσο ακριβά έχουμε πληρώσει στην προηγούμενη επαναστατική προσπάθεια.

  • Κάποια στοιχεία μιας θεωρίας μετάβασης υπάρχουν. Μια ορισμένη αριστερά (το ΚΚΕ, κάποιες άλλες ομάδες που αναμασάν τσιτάτα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα) ισχυρίζονται ότι τα προβλήματα είναι λυμένα, οι απαντήσεις δοθήκανε αρκετά χρόνια πριν και ότι μόνο η στρεβλή εφαρμογή τους οδήγησε στις ήττες. Η τυπολογία της Οκτωβριανής, οι μορφές που πήραν τα επαναστατικά κινήματα στο παρελθόν, αν επαναληφθούν, θα οδηγήσουν σε επιτυχία. Αρκεί να καθαριστούν απο τις “οπορτουνιστικές” σκουριές. Ακόμα και αν οι απαντήσεις του παρελθόντος ήταν σωστές (που πολύ αμφιβάλλουμε όπως φάνηκε από την ιστορικών διαστάσεων ήττα, και τον συνακόλουθο εξευτελισμό που υποστήκαμε), τουλάχιστον τρεις θεμελιακές αλλαγές σήμερα επιβάλλουν τον επαναπροσανατολισμό και την ανάγκη να αναθεωρήσουμε τα θεωρητικά όπλα μας. Έτσι σήμερα α) έχουμε έναν διαφορετικό καπιταλισμό (όχι καλλίτερο ούτε χειρότερο, απλά διαφορετικό), β) σαν αποτέλεσμα αυτού έχουμε μια εντελώς διαφορετική εργατική τάξη, διαφορετική παγκόσμια διασπορά, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και ψυχολογία, συνείδηση και τρόπο που κινητοποιείται, οργανώνεται και αγωνίζεται και γ) σαν αποτέλεσμα των δύο προηγούμενων έχουνε τροποποιηθεί οι όροι της ταξικής πάλης, με έμφαση στην ανάγκη δημοκρατικών και πλειοψηφιών διαδικασιών, την ανάγκη της κατάκτησης της ηγεμονίας. Απλά η “στρατηγική και η τακτική” της Γ' Διεθνούς, δεν λειτουργεί και τα κόμματα που δεν μπορούν ή δεν θέλουν και συγχρονίσουν τα θεωρητικά και πρακτικά εργαλεία τους απομονώνονται όλο και περισσότερο από την κοινωνία και τις εξελίξεις με κίνδυνο να γίνουν γραφικές, ακίνδυνες για το σύστημα ομάδες.


Πέρα από κάποιες πρώτες απόπειρες του Μαρξ, στα σοβαρά η συζήτηση για τα ζητήματα της μετάβασης άρχισε στις αρχές του εικοστού αιώνα, με ηγεμονικές τις ιδέες των μπολσεβίκων, που οι πρακτικές τους επιτυχίες δεν άφηναν περιθώριο για δεύτερη γνώμη. Ένα βήμα παραπέρα έγινε με τις επεξεργασίες της Διεθνούς και την συμμετοχή του ίδιου του Λένιν την δεκαετία του είκοσι με τις αντιλήψεις για το ενιαίο μέτωπο και το μεταβατικό πρόγραμμα, αλλά και τον “αριστερισμό”. Μια τρίτη συζήτηση άνοιξε την δεκαετία του 60-70, όταν φαινότανε ότι ένα νέο επαναστατικό, κύμα ωριμάζει, όπου αξιοποιώντας επεξεργασίες του Γκράμσι, έδωσαν βασικές αντιλήψεις για την στρατηγική σε χώρες με σχετικά αναπτυγμένη αστική δημοκρατία.


Το βιβλίο αποτελείται από τρεις εισηγήσεις-παρεμβάσεις του Λινέρα (η μια μάλιστα πρόσφατη στο συνέδριο του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστερά), και ένα πολύ εύστοχο πρόλογο του Ρ. Ρινάλντι για την ελληνική έκδοση.


Στον κατατοπιστικό πρόλογο του Ρινάλντι ενδεικτικά αναφέρει:

  • την εκτίμηση ότι το ζήτημα της μετάβασης στον 21ο αιώνα ..."μάλλον δεν θα ακολουθήσει σχήματα και δεν θα μοιάζει με επανάληψη μορφών επανάστασης που έζησε η ανθρωπότητα στον 20ο αιώνα"
  • το ότι ο Λινέρα θαυμάζει μεν τον Λένιν αλλά παράλληλα είναι πολύ πλουραλιστικός, συνομιλεί με όλες τις σχολές, δεν υποτάσσεται σε καθαρότητες και ιδίως σε απλοποιητικά-απλουστευτικά σχήματα.
  • Θεωρεί (και σωστά κατά την γνώμη μας) εντυπωσιακή την θέση του Λινέρα για την ανάγκη οικοδόμησης μια νέας κοινής λογικής (πράγμα που θα αναλύσουμε περισσότερο στην συνέχεια).


9 θέσεις για τον καπιταλισμό.


Η πρώτη παρέμβαση του Λινέρα (2013, παρέμβαση στο Αριστερό φόρουμ) λέγεται “9 Θέσεις για τον Καπιταλισμό”. Κάνει διάφορες εκτιμήσεις για τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού, που τον διαφοροποιούν απο αυτόν των μέσων του 20ου αιώνα. Από αυτές ενδεικτικά ξεχωρίζουμε:

  • την εκτίμηση ότι με την (πραγματική) υποταγή της ανθρώπινης γνώσης στον καπιταλισμό ως βασικής παραγωγικής δύναμης, γνώση που έχει καθολική, κοινοτική βάση, υπονομεύεται η βάση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, που δημιουργείται απο αυτήν την κοινοτική παραγωγική δύναμη.
  • Σαν δεύτερο αποτέλεσμα έχουμε μια διάσπαση της παγκόσμιας εργατικής τάξης σε μια μερίδα στις μητροπόλεις που σχετίζεται περισσότερο με την επιστήμη, τις γνώσεις και την τεχνολογία, και σε μια μερίδα στην περιφέρεια που σχετίζεται περισσότερο με την καθημερινή προσπάθεια και την συνεργατικότητα. Δημιουργείται έτσι μια κατάσταση διαφορετική απο εκείνη που οδήγησε στο κράτος πρόνοιας, στα συνδικάτα και τα εργατικά κόμματα.
  • Η αλόγιστη σπατάλη ή και καταστροφή πλουτοπαραγωγικών πόρων πέρα απο τους περιβαλλοντολογικούς κινδύνους, οδηγεί και σε κάποια όρια για παραπέρα επέκταση του καπιταλισμού λόγω πιθανής έλλειψης φυσικών πόρων. Εδώ βέβαια κάποιος μπορεί να αντιτάξει ότι αυτό δεν είναι αυστηρά πρόβλημα του καπιταλισμού αλλά της παραγωγήο Λινέρα παραδέχεται σε ένα σημείο του βιβλίου του ότι σαν ακαδημαϊκός δεν καταλάβαινε πράγματα που τα έμαθε απο την πολιτικής γενικά και δεύτερο ότι η επιστήμη μπορεί να δίνει κάποια διέξοδο πχ νέες μορφές ενέργειες να αντικαταστήσουν τα ορυκτά καύσιμα, και νέα τεχνητά υλικά τις εξαντλούμο Λινέρα παραδέχεται σε ένα σημείο του βιβλίου του ότι σαν ακαδημαϊκός δεν καταλάβαινε πράγματα που τα έμαθε απο την πολιτικήενες φυσικές πρώτες ύλες.
  • Ο νέος μετακαπιταλιστικός τρόπος παραγωγής απαραίτητα πρέπει να είναι παγκόσμιος. Διστάζει εδώ να χρησιμοποιήσει τον όρο κομμουνιστικός, που αλλού τον χρησιμοποιεί. Πιστεύω για δυο λόγους: και γιατί όπως είπαμε δεν υπάρχει ενιαία αντίληψη για το τι θα είναι το “μετά”, αλλά και γιατί ο κομμουνισμός λόγω της θλιβερής εμπειρίας του “υπαρκτού” έχει ταυτιστεί με κοινωνίες αντιδημοκρατικές και φτώχειας. (όχι βέβαια ότι δεν πετύχανε σημαντικά πράγματα, αλλά η τελική εικόνα που έμεινε είναι αυτή).
  • Εκτιμά ότι η μορφή κινητοποίησης των εργαζομένων, η μορφή οργάνωσης των συνδικάτων τείνει να συμπληρωθεί (ή και να αντικατασταθεί, γράφει) απο δυο άλλες μορφές: την μορφή της κοινότητας (σε αγροτικές κοινωνίες) και την μορφή του “πλήθους”. Αυτό βέβαια θέλει συζήτηση σε τι βαθμό συμβαίνει αλλά αν δούμε πχ τις κινητοποιήσεις μέσω ιντερνέτ (απο την Αραβική άνοιξη μέχρι τους “αγανακτισμένους” σε διάφορες χώρες), αλλά και το ειδικό βάρος των μπλόγκς στην πολιτική πάλη, καταλαβαίνουμε ότι σε μεγάλο βαθμό η διαδικασία είναι σε εξέλιξη.


Κράτος, επανάσταση, ηγεμονία.


Η δεύτερη παρέμβαση του έγινε σε Διεθνές συμπόσιο φιλοσοφίας στην Βενεζουέλα, το 2011, με θέμα όπως ο τίτλος του βιβλίου, και αποτελεί και το βασικό πυρήνα των απόψεων του Λινέρα, που αφοράν την θεωρία της μετάβασης. Και εδώ πάλι ενδεικτικά θα σταχυολογήσουμε κάποιες απόψεις του.

  • Αρχικά εξηγεί με απλό τρόπο γιατί το κράτος δεν είναι μόνο θεσμοί και ταξική βία, αλλά και ιδέες που εγκαθιστούν ηγεμονία. Επίσης ότι δεν είναι μόνο όργανο στα χέρια μιας τάξης, αλλά και εκφράζει έναν συσχετισμό δυνάμεων που υπάρχει στην κοινωνία. Νομίζω ότι η ανάλυση του είναι γλαφυρή και ακριβής. Από τα καλλίτερα σημεία του βιβλίου.
  • Παραπέρα αναφέρει ότι το κράτος έχει τρία (συν ένα) μονοπώλια: της (νόμιμης) βίας, της φορολογίας, την νομιμότητας (και της καθολικότητα, δηλαδή την πρόταξη του γενικού σε βάρος του τοπικού, του συντεχνιακού συμφέροντος). Βέβαια εδώ μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι και η βία και η νομιμότητα είναι ένα θεωρητικό, ή ιδανικό μονοπώλιο. Επίσης βία μπορεί να ασκήσουν και ασκούν διάφορες ιδιωτικές ομάδες όπως η ιδιωτική αστυνομία.
  • Κομβική στην ανάλυση του είναι η άποψη ότι η Αριστερά πρέπει να διεκδικήσει το κράτος και την εξουσία. Απαντά έμμεσα στις απόψεις ότι μπορεί να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς εξουσία, που στην πράξη προέρχονται βασικά απο τον αναρχικό-αντιεξουσιαστικό χώρο, αλλά και απο κομμάτια της παραδοσιακής αριστεράς που έχουν εγκαταλείψει την μάχη για την κυβερνητική εξουσία, και με μια δήθεν αριστερίστικη φρασεολογία ακολουθούν στην πράξη μια βαθειά ρεφορμιστική πολιτική θεοποιώντας τους επιμέρους αγώνες, το διεκδικήσεις απο τα κάτω κτλ (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Φυσικά διευκρινίζει ότι δεν περιοριζόμαστε στην κατάληψη του κράτους (γιατί αυτό θα ήταν απλή εναλλαγή κυβερνήσεων) αλλά κύρια στον μετασχηματισμό και εκδημοκρατισμό του στην κατεύθυνση της λαϊκής συμμετοχής και της συμπλήρωσης της αντιπροσώπευσης με μορφές άμεσης δημοκρατίας.
  • Αυτή η διαδικασία βαθιού εκδημοκρατισμού, η συμμετοχή των μαζών στην εξουσία, είναι πολιτική επανάσταση, η σύγχρονη μορφή της. Η πολιτική επανάσταση δικαιώνεται απο την κοινωνική επανάσταση που ακολουθεί, δηλαδή την αναδιοργάνωση της οικονομίας και του πολιτισμού, όλης της κοινωνικής οργάνωσης. Ο Λινέρα δικαιούται να μιλά για τον δημοκρατικό δρόμο. Ο ίδιος προσωπικά οργάνωσε την μεγαλύτερη ένοπλη ομάδα στην Βολιβία, πολέμησε, συνελήφθη και βασανίστηκε, έκανε πέντε χρόνια φυλακή. Αλλά και στις περισσότερες χώρες της Λ Αμερικής ο ένοπλος δρόμος δοκιμάστηκε και ηττήθηκε (πλην της Κούβας). Τώρα ακολουθούνε τον δρόμο της κατάκτησης της πλειοψηφίας και με αυτό έχουνε σημαντικά αποτελέσματα.
  • Διερωτάται τι είναι η σημερινή περίοδος στην Βολιβία και αλλού. Είναι σοσιαλισμός; είναι μετάβαση στον σοσιαλισμό; Υιοθετεί την σωστή κατά την γνώμη μας άποψη ότι σοσιαλισμός δεν υπάρχει σαν τρόπος παραγωγής. Οι τρόποι παραγωγής είναι ο καπιταλιστικός και ο κομμουνιστικός (και φυσικά η απλή εμπορευματική παραγωγή, αυτοαπασχόληση κτλ). Σοσιαλισμός είναι η μεταβατική περίοδος συνύπαρξης και των δυο τρόπων παραγωγής, σε θανάσιμη πάλη μεταξύ τους, και αφού την εξουσία έχει κατακτήσει η εργατική τάξη. Αυτή είναι μια θέση που την αποδίδει στον Λένιν, αν και με σαφήνεια από ότι ξέρουμε την ανέπτυξε ο Μπετελέμ. Εν πάση περιπτώσει πρόκειται για μια σχετικά μακρά περίοδο (ο Λινέρα μιλά για δεκαετίες, ας θυμηθούμε ότι ο καπιταλισμός για να επικρατήσει παγκόσμια χρειάστηκε τρεις αιώνες), που δεν θα κριθεί στα πλαίσια μιας χώρας αλλά παγκόσμια, ιδιαίτερα σήμερα σε συνθήκες “παγκοσμιοποίησης”, και ολοκληρώσεων.
  • Δηλώνει ότι πολιτική είναι η οικοδόμηση της ηγεμονίας (ή των πλειοψηφιών). Η θέση αυτή σηματοδοτεί την απομάκρυνση απο μια ορισμένη “μπλανκιστική” ερμηνεία της λενινιστικής και τριτοδιεθνιστικής παράδοσης, σε όφελος στρατηγικών αντιλήψεων όπως το ενιαίο μέτωπο και το μεταβατικό πρόγραμμα. Είναι αυτό που στην δεκαετία του '70 ονομάστηκε “δημοκρατικός δρόμος”, με βασικό χαρακτηριστικό τη συγκέντρωση πλειοψηφίας για κάθε μείζονα αλλαγή, αλλαγή που πρέπει να αποδείχνει στην κοινωνία την αποτελεσματικότητα και την χρησιμότητα της.



Για τις αντιθέσεις.


Και ερχόμαστε σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο της τοποθέτησης, εκείνο που περιγράφει τις αντιθέσεις-αντιφάσεις της διαδικασίας, και μάλιστα όχι μόνο αυτές μεταξύ των ανταγωνιστικών δυνάμεων (δηλαδή τα δίπολα αστική-εργατική τάξη, δεξιά-αριστερά κτλ), αλλά και αυτών που αναφύονται μεταξύ του λαού. Επιγραμματικά να υπενθυμίσουμε πόσο ταλαιπωρήθηκε το αριστερό κίνημα, από την παραγνώριση ή την λειψή θεωρητική αντιμετώπιση του ζητήματος των αντιθέσεων της μεταβατικής περιόδου, με τις παλινωδίες περί μη ύπαρξης αντιθέσεων ή της ύπαρξης μόνο μη-ανταγωνιστικών κτλ. Ο Λινέρα εντοπίζει 4 βασικές αντιθέσεις:

  • πρώτη, ανάμεσα στο κράτος (και μιλάμε για το κράτος που έχει ήδη, έστω και μερικά, καταληφθεί από την αριστερά, τους εργαζόμενους) και στην κοινωνία, τα κινήματα. Για το πως το Κόμμα, η Αριστερά πρέπει να καθοδηγεί μεν το κράτος (αλλά χωρίς να “κρατικοποιηθεί”), και πως να είναι ταυτόχρονα και αντιπολίτευση. Δεν είναι εύκολο όπως δείχνει και η εντελώς πρόσφατη αρνητική πείρα του ΠΑΣΟΚ αλλά και των κυβερνητικών κομμουνιστικών κομμάτων στον “υπαρκτό”.
  • Δεύτερη, ανάμεσα στην ανάγκη εκπροσώπησης συμφερόντων πλατύτερων συμμαχικών στρωμάτων και την ανάγκη εκπροσώπησης των στενών συμφερόντων της εργατικής τάξης. Ο Λινέρα γλαφυρά εξηγεί την ανάγκη μιας λεπτής ισορροπίας ώστε να προωθείς μεν τα συμφέροντα των συμμάχων μικροαστών, αλλά χωρίς να εγκαταλείπεις τον σκληρό πυρήνα της εργατικής τάξης, που είναι το βασικό και πιο σταθερό στήριγμα της Αριστεράς.
  • Τρίτη, αντίφαση μεταξύ καθολικών συμφερόντων και συμφερόντων στενών, τοπικών ή συντεχνιακών. Δεν το γράφει ο Λινέρα αλλά η υποταγή των στενών συντεχνιακών στα πολιτικά συμφέροντα είναι υλοποίηση στην πράξη του ηγεμονικού ρόλου της εργατικής τάξης. Αυτό δεν είναι κάποιο δευτερεύον ζήτημα. Στην υποδαύλιση του συντεχνιασμού πολιτικά καθυστερημένων ομάδων της εργατικής τάξης αποβλέπει και η Δεξιά για να υπονομεύσει την νέα εξουσία, αλλά και κάποια ανώριμα “υπεραριστερά” κόμματα ελπίζοντας να κερδίσουν επιρροή και αδιαφορώντας για τους γενικότερους πολιτικούς συσχετισμούς. Και στην Χιλή του Αλιέντε είχαμε τέτοια αποσταθεροποιητικά φαινόμενα.
  • Και τέλος την αντίθεση μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και διαφύλαξης του περιβάλλοντος. Αντίφαση που θα οξύνεται συνέχεια και επειδή το περιβάλλον συνεχώς επιβαρύνεται, αλλά και αναπτύσσεται η οικολογική συνείδηση πλατειών στρωμάτων του πληθυσμού, ενώ απο την άλλη η αντιμετώπιση της οξείας κρίσης ίσως δελεάζει στο να παραβλέπονται τέτοιες “πολυτέλειες”.



Ο Λινέρα προσπαθεί να αναλύσει τις αντιθέσεις που εντοπίζει θεωρητικά αλλά και πρακτικά, γιατί μην ξεχνάμε ότι οι θεωρητικές του αναλύσεις γίνονται εν θερμώ, μπαίνουν στην δοκιμασία της εν εξελίξει αδυσώπητης ταξικής πάλης στην χώρα του. Δεν θα δώσουμε περισσότερες λεπτομέρειες απο την γλαφυρή και γεμάτη ζωντανά παραδείγματα ανάλυση του, προτρέποντας την ανάγνωση του ίδιου του βιβλίου.

Πάντως εδώ θα θέλαμε να προσθέσουμε ότι οι αντιφάσεις πρέπει να είναι αρκετά περισσότερες, που μερικές ούτε καν τις θεωρούμε πιθανές, ή απλά τις βαφτίζουμε προπαγάνδα του αντιπάλου. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ορισμένες.

  • Δημόσιο και σπατάλη: δηλαδή ο κίνδυνος η δημόσια περιουσία να αντιμετωπίζεται όχι σαν όλων αλλά σαν “κανενός”, να παραμελείται ή και να καταστρέφεται.
  • Δημόσιο και διαφθορά: νομίζω κατανοητό, δεν χρειάζεται περισσότερα.
  • Επένδυση-κατανάλωση: τι μέρος του παραγόμενου πλούτου πρέπει να καταναλώνεται άμεσα και τι να επενδύεται ώστε να αποδώσει στο μέλλον.
  • Ατομικός-κοινωνικός μισθός: τι μέρος της εργατικής αμοιβής πρέπει να δίνεται σαν ατομικός μισθός, και τι σαν κοινωνικές παροχές. Εδώ υπάρχει σημαντικό έδαφος και για συντεχνιακές αντιπαραθέσεις.
  • Αντιπροσώπευση και άμεση δημοκρατία: έτσι ώστε να εξασφαλίζεται μια ισορροπία του γενικού συμφέροντος αλλά και κάθε συγκεκριμένης ομάδας.
  • Περιορισμένοι πόροι και προτεραιότητες: οι πόροι πάντα είναι περιορισμένοι και φυσικά κάθε ένας θέλει να λυθεί το δικό του πρόβλημα, είτε αφορά υποδομές, είτε πρόνοια, είτε ανάπτυξη. κ.ο.κ.

Όλα αυτά τα ζητήματα θα προκαλούν εντάσεις όχι μόνο ανάμεσα σε εχθρικές τάξεις, αλλά και “στα πλαίσια του λαού”. Και πρέπει να λύνονται δημιουργικά, δημοκρατικά και με διαφάνεια. Θα υπάρχουν διαφωνίες και δυσαρέσκειες αλλά τελικά οι λύσεις που δίδονται και οι διαδικασίες που ακολουθούνται για την λύση τους πρέπει να εξασφαλίζουν την συνοχή του κυρίαρχου-ηγεμονικού μπλοκ, αλλιώς θα έχουμε πολιτικό πισωγύρισμα.



Στο συνέδριο του ΚΕΑ.


Η τρίτη και πιο πρόσφατη εισήγηση του (Δεκέμβρης 2013) έγινε στο συνέδριο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Αφού στην αρχή επαναλαμβάνει μια σειρά θέσεις του γνωστές σε μας απο τις δυο προηγούμενες διαλέξεις (για την παγκοσμιοποίηση, την υπαγωγή της γνώσης στην καπιταλιστική κερδοφορία, τον διχασμό της εργατικής τάξης σε 2 διακριτές μερίδες με ασύμμετρη παγκόσμια κατανομή, για την υποχώρηση του ρόλου των συνδικάτων κτλ) κάνει την απλή διαπίστωση ότι κάτι δεν κάνουμε καλά, διαφορετικά δεν θα είχε η Δεξιά την εξουσία. Αυτή η απλή αλλά ιδιοφυής σκέψη μπορεί να οδηγήσει σε αναστοχασμό όλων των θεωρητικών μας αποσκευών, χωρίς να εγκαταλείψουμε το έδαφος του μαρξισμού, της επανάστασης, της υπόθεσης της εργατικής τάξης. Το τολμήσανε στην Λ. Αμερική, κάποια βήματα γίνονται σε μας εδώ με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και άλλα συγγενή ευρωπαϊκά κόμματα. Μένει να δούμε που θα οδηγήσει. Την αγωνία του για το μέλλον των ευρωπαϊκών προσπαθειών αναπτύσσει στην εισήγηση του αυτή.

  • Εξαίρει τον ρόλο των εναλλακτικών προγραμμάτων, λέγοντας ότι η καταγγελία δεν οδηγεί σε επιθυμία για εξουσία.
  • Ξαναπιάνει το νήμα του Γκράμσι για την “κοινή λογική”, τον κοινού νου. Σε αντίθεση με μια ορισμένη αριστερά που έκανε και κάνει ιδεολογικοποιημένη “πολιτική”, ακατανόητη στις πλατύτερες μάζες, ο Γκράμσι μίλησε για την ανάγκη να καταπιαστούμε με τον κοινό νου, να προσπαθήσουμε να κτίσουμε την ηγεμονία κερδίζοντας την πλειοψηφία, προσπαθώντας να δούμε τους εργαζόμενους όπως σκέφτονται πραγματικά και όχι όπως θα θέλαμε να σκέφτονται, αντιμετωπίζοντας μια πραγματική και όχι μια ιδεοτυπική εργατική τάξη, κάτι που οι διανοούμενοι δεν μπορούν και δεν ξέρουν να το κάνουν (ο Λινέρα παραδέχεται σε ένα σημείο του βιβλίου του ότι σαν ακαδημαϊκός δεν καταλάβαινε πράγματα που τα έμαθε από την πολιτική).
  • Προτρέπει να ανακτήσουμε την έννοια της δημοκρατίας, μιας και οι άμεσες πολιτικές μάχες δεν γίνονται στο όνομα του σοσιαλισμού, όπως νομίζουν οι αριστεριστές, αλλά της δημοκρατίας όπως μας δίδαξε ο Λένιν. Φυσικά όχι την τυπική, αστική δημοκρατία, αλλά την δημοκρατία που θα εκτείνεται σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής και πρώτα από όλα στην οικονομία, και στην λαϊκή συμμετοχή στην λήψη των αποφάσεων. Η αστική δημοκρατία είναι περιορισμένη και έτσι όπως είναι βολεύει μια χαρά την αστική τάξη. Αλλά εμείς δεν πρέπει να πάμε πίσω από αυτήν, πρέπει να την διευρύνουμε, και κατακτώντας την τέχνη του να κάνουμε πολιτική, να κτίσουμε συμμαχίες, να κατακτήσουμε την ηγεμονία, να κτίσουμε ένα πλειοψηφικό μπλοκ για να ανοίξει ο δρόμος προς τον σοσιαλισμό.


Επιλεγόμενα και κάποιες παρατηρήσεις.


Να τελειώσουμε την σύντομη παρουσίαση με ένα σοβαρό κατά την γνώμη μας ζήτημα που δεν αναφέρεται ρητά, αλλά διαπερνά όλην την ανάλυση του Λινέρα. Ο Λινέρα φαίνεται να θεωρεί (εκτός αν δεν τον διαβάζουμε σωστά) ότι ο κομμουνισμός (ή όπως αλλιώς ονομάσουμε την μετακαπιταλιστική κοινωνία) εξαρτάται αποκλειστικά απο τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων, και όχι απο και απο κάποιους αντικειμενικούς παράγοντες της οικονομίας. Ότι το σημερινό επίπεδο παραγωγικών δυνάμεων, με την κυριαρχία ακόμα της μηχανικής παραγωγής και με σημαντικά υπολείμματα χειρωνακτικής, είναι υπερώριμο για τον κομμουνισμό. Ξέρουμε ότι κάποιοι μαρξιστές (κύρια Αλτουσεριανής επιρροής) “βγάζουν (ας μου συγχωρεθεί η έκφραση!) σπυριά” και μόνο στην διατύπωση του σχετικού προβληματισμού, χαρακτηρίζοντας τον “παραγωγισμό”, “οικονομισμό” κτλ Η δική μας οπτική είναι κάπως διαφορετική. Οπωσδήποτε σήμερα η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι, μπορούν να πάρουν την εξουσία, και να ανοίξουν υπό προϋποθέσεις τον δρόμο για τον κομμουνισμό. Μπορούν να αναδιαρθρώσουν μέρος της οικονομίας σε κομμουνιστική βάση, αλλά σε τομείς, κλάδους και επιχειρήσεις που κυριαρχεί η μηχανική (ή ακόμα χειρότερα χειρωνακτική παραγωγή), θα έχουμε μόνο τυπική υπαγωγή, και ο καπιταλισμός πιθανά να δουλεύει πιο αποδοτικά. Θα είναι μια κατάσταση εύθραυστη, που θα κινδυνεύει απο αλλαγές στον συσχετισμό δυνάμεων. Μόνο σε τομείς όπου κυριαρχεί η αυτοματοποίηση, οι νέες τεχνολογίες, το λογισμικό, μπορούμε να έχουμε πραγματική υπαγωγή τους στον κομμουνισμό, και πιο αποδοτική λειτουργία τους με κομμουνιστικές σχέσεις. Δηλαδή σε τομείς όπου ο κομμουνισμός έχει γίνει τεχνική αναγκαιότητα. Για παραπέρα πραγμάτευση του θέματος δες το “ελεύθερο λογισμικό και κομμουνισμός”, (http://dionisispolitis.blogspot.gr/2014/04/7.html).


Φυσικά και σε άλλα σημεία θα μπορούσε να γίνει μια συζήτηση και να εγερθούν ενστάσεις.

Πχ όταν επιδοτείται το ρεύμα γράφει ο Λινέρα ηττάται η λογική του κέρδους και της ανταλλακτικής αξίας. Μπορεί να είναι έτσι μπορεί όμως και να μην είναι. Αν πχ η συνολική εικόνα οδηγήσει στο να διαμορφωθεί στην λαϊκή πλειοψηφία η αντίληψη ότι η επιδότηση δεν είναι παραγωγική, ή ακόμα χειρότερα ότι οδηγεί σε υπερβολική δημοσιονομική επιβάρυνση, αυτό μπορεί να τροφοδοτήσει και όχι να πλήξει τον νεοφιλελευθερισμό και την λογική του κέρδους. Άρα κάθε μέτρο δεν πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα και δογματικά (ή ακόμα χειρότερα απο άποψη ηθικής, ότι “βοηθάμε τους φτωχούς”), αλλά συνολικά, στο πλαίσιο μιας οικονομικής πολιτικής που να είναι αποτελεσματική και τελικά να βοηθάει την ενίσχυση της αριστερής πλειοψηφίας. Παρόμοιο είναι το ζήτημα με την δημόσια επιχείρηση. Η ύπαρξη της κατ αρχήν περιορίζει τον τομέα του καπιταλισμού. Αλλά όταν είναι αντιπαραγωγική, όταν λειτουργεί απαράδεκτα, πριμοδοτεί τελικά την νεοφιλελεύθερη ιδέα ότι το δημόσιο ταυτίζεται με την διαφθορά, την σπατάλη και είναι μη-παραγωγικό.

Επίσης η αυτοδιαχείριση των εγκαταλελειμμένων εργοστασίων μπορεί να υποστηριχτεί απο την κυβέρνηση, σαν άμεσο μέτρο επιβίωσης, αλλά αυτό φυσικά δεν είναι σοσιαλισμός, είναι στην καλλίτερη περίπτωση ομαδικός, εργατικός καπιταλισμός. Αυτό πρέπει να ξεκαθαρίζεται και όχι να διασπείρονται αυταπάτες. Το ίδιο και με την λεγόμενη αλληλέγγυα οικονομία. Ναι, άμεσα θα υποστηριχθεί, αλλά αυτό δεν είναι σοσιαλισμός, είναι λύση ανάγκης. Η Αριστερά (και οι εργαζόμενοι!) θα πρέπει να ασχοληθεί θεωρητικά αλλά κυρίως πρακτικά, με το πως θα κάνει αποδοτικές για τον λαό, ανταγωνιστικές και πρότυπες τις μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις. Εκεί θα κριθεί σήμερα η άμιλλα μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού. Διαφορετικά δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να μεταφράζουμε τον Holloway στην ...οικονομία, δηλαδή “θα προσπαθούμε πως να κάνουμε κομμουνισμό χωρίς να πάρουμε και να διαχειριστούμε αποτελεσματικά την σύγχρονη μεγάλη (πολυεθνική) επιχείρηση”.





Το βιβλίο του Λινέρα είναι μια σημαντική συμβολή στον θεωρητικό εξοπλισμό μας σήμερα. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα που μπορεί σε λίγες εβδομάδες (!) να έχουμε την τύχη να κάνουμε το πρώτο βήμα πρακτικής λύσης των τεράστιων και κοσμοϊστορικών καθηκόντων που πραγματεύεται ο Βολιβιανός σύντροφος.



30/3/11


Ν ΚΛΑΙΝ: το δόγμα του σοκ
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Ένα βιβλίο1 που βοηθάει σημαντικά στην κατανόηση του σύγχρονου καπιταλισμού, ιδιαίτερα της φάσης του που εγκαινιάστηκε τις αρχές της δεκαετίας του '70, με το πραξικόπημα στην Χιλή, και την δειλή πρωτοεμφάνιση του νεοφιλελευθερισμού.

Το βιβλίο αναπτύσσει πειστικά, χωρίς βαθύτερες θεωρητικές αναλύσεις, αλλά σχεδόν δημοσιογραφικά, και με πληθώρα στοιχείων, δύο απλές, βασικές ιδέες:
  • Με το πραξικόπημα στην Χιλή και την ανατροπή του Αλιέντε, ξεκινάει μια φάση όπου οι ακραίες ιδέες της σχολής του Σικάγου, ο φρηντμανισμός, αποκτά για πρώτη φορά την δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής, μιας και ήταν αδύνατον να εφαρμοστεί σε συνθήκες (αστικής) δημοκρατίας. Οι μαθητές της σχολής του Σικάγο, υιοθετούν την αντίληψη ότι οι ριζοσπαστικές, ακραίες νεοφιλελεύθερες απόψεις τους, δεν μπορούν να εφαρμοστούν παρά μόνο ή με μια δικτατορία, ή μετά μια σημαντική κρίση, όπως πχ μια κρίση χρέους ή ψηλού πληθωρισμού. Και αντί να περιμένουν μια πραγματική κρίση να ξεσπάσει, δημιουργούν σε κάποιες περιπτώσεις τεχνητές. Η προσπάθεια τους αυτή υποβοηθάται σημαντικά από τις συνθήκες παγκοσμιοποίησης, με την άμεση τιμωρία από τις 'αγορές', όποιου παρεκκλίνει από την ορθοδοξία.
  • Η παραδοσιακή αστική δημοκρατία που χαρακτηρίζεται από μια διελκυστίνδα συμφερόντων, και διαβούλευση για την εφαρμογή τους, δηλαδή από λεπτούς ταξικούς συμβιβασμούς που αντανακλούν τον δοσμένο ταξικό συσχετισμό της στιγμής, και στην οποία οι εργαζόμενες τάξεις βλέπουν μια μερική αντιπροσώπευση κάποιων άμεσων συμφερόντων τους, αντικαθίσταται σταδιακά (τουλάχιστον στις ΕΠΑ), από μια διαπλεκόμενη εξουσία που συνδέεται στενά και απροκάλυπτα με συγκεκριμένες μερίδες πολυεθνικών, κύρια των κλάδων της πολεμικής βιομηχανίας, της ασφάλειας, των κατασκευών, της υγείας, των νέων τεχνολογιών, κλάδων που κερδίζουν από την δημιουργία και διατήρηση εντάσεων και πολέμων διαρκείας, όπου κερδίζουν μια φορά από τις καταστροφές και μια δεύτερη φορά από την 'ανοικοδόμηση'. Οι ίδιοι άνθρωποι απαρτίζουν εναλλάξ το πολιτικό προσωπικό και την διεύθυνση αυτών των πολυεθνικών, κάνοντας δυσδιάκριτα τα όρια του δημόσιου και του επιχειρηματικού συμφέροντος. Αν παλιά το πολιτικό προσωπικό φρόντιζε για το μακροπρόθεσμο συμφέρον του καπιταλισμού, σε βάρος πολλές φορές των συμφερόντων συγκεκριμένων εταιρειών, σήμερα αυτό γίνεται όλο και λιγότερο. Οι παραδοσιακές αναλύσεις για το κράτος θέλουν εκσυγχρονισμό. Ή για να το πούμε σχηματικά, με την ορολογία του Αλτουσέρ, πάμε από το κράτος 'σχέση', προς το κράτος 'εργαλείο'. Προϋπόθεση για αυτά βέβαια είναι το σοκ και δέος, μια μόνιμη κατάσταση ανασφάλειας και έκτακτης ανάγκης, γιατί σε ομαλές συνθήκες αυτά δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθούν.

Σε αυτόν τον καμβά, αναπτύσσονται και αναλύονται οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις υλοποίησης αυτής της στρατηγικής στον πλανήτη. Στην Λατινική Αμερική, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τα στρατιωτικά πραξικοπήματα, την ΝΑ Ασία, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό την πίεση από τις 'αγορές' και τα χρηματιστηριακά παιγνίδια, τις χώρες του πρώην υπαρκτού, με διάφορες παραλλαγές, την Κίνα, όπου η νεοφιλελεύθερη αλλαγή γίνεται με την καθοδήγηση και υπό τις ευλογίες του ΚΚ (!), το Ιράκ, με ιδιαιτερότητα τους δύο διαδοχικούς καταστροφικούς πολέμους, την Ν Αφρική, ακόμα και τον Καναδά, μια περίπτωση που θυμίζει πολύ την Ελλάδα, ως προς την κλιμάκωση της. Επίσης η Κλάιν αναλύει και μια ιδιαίτερη περίπτωση, εκείνη της αξιοποίησης των φυσικών καταστροφών για εισαγωγή αντιδραστικών και μη δημοφιλών οικονομικών αλλαγών, όπως του τυφώνα Κατρίνα στις ΕΠΑ, ή των τσουνάμι στην Ασία.

Θα σταχυολογήσουμε μερικά σημεία από τα πάρα πολλά που η ΝΚ περιγράφει με έναν εύληπτο και σχεδόν μυθιστορηματικό λόγο:
  1. Την δεκαετία του '70, η ιδέα της εθνικοποίησης των ορυχείων χαλκού στην Χιλή είναι κυρίαρχη, τόσο που και τα τρία κόμματα (δεξιό, κεντρώο, Αριστερά) να είναι υπέρ. Αυτό αντανακλά ένα γενικότερο κλίμα υπεροχής και ηγεμονίας της Αριστεράς, και οδηγεί τότε στο συμπέρασμα ότι επίκεινται βαθιές πολιτικές αλλαγές παγκόσμια. Τελικά η ίδια η εξέλιξη στην Χιλή, είναι αντιφατική, και το κυρίαρχο απλουστευτικό συμπέρασμα που έχει μείνει είναι ότι είναι δύσκολος έως αδύνατος ο ειρηνικός μετασχηματισμός του καπιταλισμού, ένα συμπέρασμα άκρως σχηματοποιημένο κατά την γνώμη μας2. Εν πάση περιπτώσει τα γεγονότα αυτά σηματοδοτούν μια στροφή στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων, που σε συνδυασμό με την λεγόμενη παγκοσμιοποίηση και τις νέες τεχνολογίες, οδηγούν σε ριζική ανατροπή του καπιταλισμού που ξέραμε, στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, στην αποδιάρθρωση της εργατικής τάξης που ξέραμε, και στην καταστροφή σχεδόν της πλειοψηφίας των οργανώσεων της, συνδικαλιστικών και πολιτικών.

  2. Ιστορικά έχουν παρατηρηθεί διάφοροι τρόποι επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού:
    • Οι δικτατορίες, κύρια στην Λ Αμερική, όπου έχουμε μια γενικευμένη και χωρίς όρια επίθεση στο σύνολο του πληθυσμού, αν και αρχή γίνεται από την Αριστερά.
    • Παραδοσιακές δεξιές κυβερνήσεις, που κτίζουν συμμαχίες με την πλειοψηφία των μεσαίων στρωμάτων, ακόμα και με κομμάτια της πιο καλοπληρωμένης εργατικής τάξης3, και επιτυγχάνουν εξοντωτικές νίκες ενάντια σε κάποιο κλάδο (ανθρακωρύχοι και Θάτσερ, ελεγκτές κυκλοφορίας και Ρήγκαν).
    • Μάλλον όμως πιο αποτελεσματικές φαίνεται να είναι οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, που με μείγμα εξαπάτησης και συναίνεσης που επιτυγχάνεται με διάφορους θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους, εξασφαλίζουν μια πιο ειρηνική και ελεγχόμενη ανατροπή των κατακτήσεων της εργατικής τάξης, αν και σε κάποιες περιπτώσεις αναγκάστηκαν να καταφύγουν και ανοικτή κοινοβουλευτική δικτατορία (η περίπτωση πχ της Βολιβίας).
    • Ανεξάρτητα από τις πολιτικές και τα κόμματα, η νέα παγκοσμιοποιημένη οικονομία και οι εκβιασμοί των 'αγορών' παίζουν ένα πιο σημαντικό, κρίσιμο ρόλο. Χαρακτηριστικότερα και εντυπωσιακά είναι τα παραδείγματα στην Ν Ασία, στην Ρωσία, στην Ν Αφρική, περιπτώσεις για τις οποίες η ΝΚ αφιερώνει από ένα κεφάλαιο.
  1. Ένα ζήτημα που αναλύει η ΝΚ (αν και λίγο απόλυτα κατά την γνώμη μας), είναι ο νέος ρόλος τού πολέμου για την ανάπτυξη του καπιταλισμό. Το αμέσως προηγούμενο διάστημα η ανάπτυξη και η ευημερία συνδέονταν με την ειρήνη και τους σχετικούς κλάδους. Σήμερα τουλάχιστον στις ΕΠΑ, το Ισραήλ και αλλού, ατμομηχανή της οικονομίας είναι οι κλάδοι που σχετίζονται με τους πολέμους, την ένταση, την ασφάλεια. Επίσης οι κλάδοι που τους συμπληρώνουν, όπως οι κατασκευές (ανοικοδόμηση των περιοχών που ισοπεδώνουν οι πολεμικές επιχειρήσεις), της υγείας, του πετρελαίου. Αναφέρει πολυκλαδικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα στα οπλικά συστήματα και στις κατασκευές, ή στα όπλα και στην περίθαλψη! Όχι μόνο ο πόλεμος δεν είναι πια αντικίνητρο για την ανάπτυξη, αλλά αρχίζει να γίνεται απαραίτητος. Και μάλιστα ένας πόλεμος σχεδιασμένος με νέο τρόπο, έτσι ώστε να μην τελειώνει ποτέ. Είναι μια ανησυχητική εξέλιξη, που ξαναφέρνει στο προσκήνιο την συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό, αν και με νέους όρους που δεν μπορούν να καλύψουν οι παραδοσιακές θεωρίες. 

  2. Στις ΕΠΑ, έχουν προχωρήσει την ιδέα των ιδιωτικοποιήσεων από την κοινωνική πρόνοια και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, στον πυρήνα του κράτους, στους μηχανισμούς καταστολής και στην δημόσια διοίκηση. Ο στρατός ιδιωτικοποιείται σταδιακά, κύρια η διοικητική μέριμνα, αλλά και η δημόσια διοίκηση, από τους δήμους (που αναφέρει παράδειγμα δήμου-επιχείρησης, με 4 μόνο υπαλλήλους, και όλες τις άλλες υπηρεσίες ανατεθειμένες σε εργολάβους!), μέχρι τις φυλακές, τους μηχανισμούς ασφαλείας, όπου έχουμε και μια πλήρη διαπλοκή και συγχώνευση λειτουργιών. Εδώ η ΝΚ αναφέρει πληθώρα διαφωτιστικών στοιχείων. Μιλάει αναλυτικά για τα φρούρια που χτίζονται (σύνορα με Μεξικό, Παλαιστίνη κτλ).Για τις συνοικίες-φρούρια στα ακριβά προάστια των μεγαλουπόλεων στις ΕΠΑ, με τείχη, ιδιωτική αστυνομία, κάμερες και όλα τα σχετικά μέτρα ασφαλείας. Για την χρήση εκατομμυρίων καμερών. Για την αξιοποίηση των κινητών τηλεφώνων για παρακολούθηση, για την αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας4 και τα βιομετρικά δεδομένα, ακόμα την αξιοποίηση των πιστωτικών καρτών όχι για σκοπούς μάρκετινγκ αλλά για λόγους ασφάλειας. Η υστερία της ασφάλειας, έντεχνα διογκούμενη και από τα ΜΜΕ, είναι άκρως κερδοφόρα, οικονομικά και πολιτικά. 

  3. Στην βάση αυτής της οικονομικής διαπλοκής, αναπτύσσεται μια πολιτική διαπλοκή μεταξύ πολιτικού προσωπικού και στελεχών πολυεθνικών. Τα στελέχη αυτά μεταπηδούν από το δημόσιο στις επιχειρήσεις και το ανάποδο, πολλές φορές διατηρούν θέσεις και στα δύο. Εδώ αναφέρει πληθώρα διαφωτιστικών παραδειγμάτων. Χαρακτηριστικές και εντυπωσιακές είναι οι περιπτώσεις Ράμσφελντ και Τσέινι. Ο Ράμσφελντ πριν γίνει υπουργός Άμυνας κατείχε μεταξύ άλλων πολλές μετοχές των εταιρειών Lochheed, Boeing, της πολεμικής βιομηχανίας, και της Gilead Sciences, του τομέα Υγείας, που παρασκεύαζε το γνωστό Tamiflu, της γρίπης των πτηνών. Επί υπουργίας του η κυβέρνηση υπέγραψε παραγγελία για το φάρμακο ύψους 1 δις δολαρίων. Αποτέλεσμα, το 2001 όταν διορίστηκε υπουργός η μετοχή της Gilead είχε $7,45, ενώ όταν παραιτήθηκε η μετοχή είχε φτάσει στα $67,60 (και μερικούς μήνες αργότερα στα $84), επιτρέποντας του να φύγει από την πολιτική πολυεκατομμυριούχος. Το ίδιο ο (αντιπρόεδρος επί Μπους) Τσέινι. Πριν πολιτευτεί ήταν διευθύνων σύμβουλος της Halliburton, που δραστηριοποιούνταν στην ανοικοδόμηση. Αποχωρεί αποκτώντας μεγάλο πακέτο μετοχών σαν αποζημίωση, που μέρος του ρευστοποιεί με κέρδος $18,5 εκατ. Παράλληλα διατηρεί 185.000 μετοχές. Τα τέσσερα πρώτα χρόνια εισπράττει από την Halliburton ετήσια αποζημίωση $211.000. Την ίδια περίοδο η κυβέρνηση υπογράφει με την εταιρεία συμβόλαια δις δολαρίων χωρίς μειοδοτικούς διαγωνισμούς για την ανοικοδόμηση στο Ιράκ, εκτοξεύοντας τα κέρδη της στα ύψη! Η τιμή της μετοχής της ανεβαίνει από $10 σε $41. ο Τσέινι πρωταγωνιστεί στην προπαγανδιστική εκστρατεία για να πειστεί η κοινή γνώμη ότι στο Ιράκ διακυβεύονταν τα εθνικά συμφέροντα των ΕΠΑ, και φυσικά μετέχει στην απόφαση για την κήρυξη του πολέμου! Η ΝΚ επίσης αναφέρει μεταξύ άλλων το παράδειγμα του επίσης γνωστού Κίσσινγκερ, που όντας βασικός σύμβουλος των Μπους-Τσέινι, ήταν πρόεδρος της Kissinger Associates, που εκπροσωπούσε ένα πελατολόγιο που περιλάμβανε τις μεγαλύτερες εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στους τομείς των πετρελαίων, του πολέμου, και της ασφάλειας. 

  4. Ένα άλλο ενδιαφέρον θέμα που θίγει η ΝΚ είναι η γρήγορη ανάπτυξη και ευημερία ενός κλάδου, της 'πλουτονομίας' όπως τον ονομάζει, που περιλαμβάνει είδη υπερπολυτελείας, που καταναλώνει μια ελίτ που κερδίζει δις από την δυστυχία των πολλών, αλλά και τις τρομακτικές αναδιανομές πλούτου που δημιουργεί η νέα οικονομία. Περιλαμβάνει φίρμες όπως η Porsche, Bulgari, κτλ, καθώς και αλυσίδες υπερπολυτελών ξενοδοχείων, που στοιχίζουν αρκετές χιλιάδες δολαρίων την βραδιά, και επεκτείνονται συνέχεια σε παρθένες περιοχές, συχνά διώχνοντας του τοπικούς πληθυσμούς, πχ ψαράδων. Αυτά δεν είναι πάντα εύκολα να γίνουν ειρηνικά, και τα πρόσφατα τσουνάμι στην Ινδονησία και αλλού έδωσαν μια ευκαιρία ώστε να εκδιωχθούν οι αυτόχθονες και να 'αξιοποιηθούν' τουριστικά σπάνιας ομορφιάς περιοχές. Είναι μια άλλη πλευρά του καπιταλισμού της καταστροφής που αφού δεν διστάζει να δημιουργήσει τεχνητές καταστροφές για την κερδοφορία (πόλεμοι), είναι φανερό ότι δεν θα άφηνε χαμένη την ευκαιρία που του δίνουν οι φυσικές καταστροφές. Ανάλογα προβλήματα αντιμετωπίζουν και άλλες περιοχές που επλήγησαν από φυσικές καταστροφές όπως πχ με τον τυφώνα Κατρίνα. 

  5. Η ΝΚ εκτιμά ότι ο κύκλος αρχίζει να κλείνει. Οι χώρες της Λ Αμερικής, που πρώτες δοκιμάστηκαν από τον νεοφιλελευθερισμό με ακραίες μεθόδους δικτατορίας, προβαίνουν σε ελπιδοφόρες επιλογές. Εκτιμά ότι οι διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη είναι πολύ πιο ώριμες από τις αρχικές προσπάθειες που ξεκίνησαν πριν περίπου 30 χρόνια. Αναφέρει δυο παραδείγματα για αυτό. Οι αριστερές κυβερνήσεις φαίνονται καλλίτερα προετοιμασμένες για ενδεχόμενο αντιδημοκρατικών εκτροπών. Το πραξικόπημα πχ στην Βενεζουέλα καταπνίγηκε από την μαζική λαϊκή κινητοποίηση που απαίτησε την επαναφορά του Τσάβες. Επίσης οι εκδηλούμενοι εκβιασμοί των 'αγορών' προκαλούν αντίμετρα από τις προοδευτικές κυβερνήσεις, όπως εθνικοποιήσεις, τοπικές ολοκληρώσεις (οικονομικές ή και πληροφόρησης), και έμπρακτη αλληλοβοήθεια μεταξύ κρατών με παρόμοιο προσανατολισμό, όπως πιστώσεις, οικονομική και τεχνική βοήθεια, ακόμα και στρατιωτικές συμμαχίες. Φυσικά οι εξελίξεις στον πλανήτη δεν θα καθοριστούν απλά από τις διεργασίες στην Λ Αμερική, αλλά στις δύσκολες εποχές που περνάμε και αυτές οι όποιες προσπάθειες είναι ένας φάρος ελπίδας.

1Και για αυτούς με λίγο χρόνο για διάβασμα, υπάρχει και το σχετικό ντοκιμαντέρ http://www.dailymotion.com/video/xg5r6u_tvxs-gr-yy-yyyyy-yyy-yyy_people#from=embed
2Για παράδειγμα η επανάσταση στην Χιλή βρέθηκε σε διπλή πίεση και από τα δεξιά και από τα αριστερά, με σημαντικό για την ήττα της το ρόλο των σεκταριστικών ομάδων που δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων. Αυτό είναι φυσικό αν σκεφτούμε τι πίεση από τα αριστερά είχαν δεχτεί ακόμα και οι μπολσεβίκοι, και με τι μέσα αναγκάστηκαν να λύσουν το ζήτημα (Κροστάνδη κτλ), μέσα που δεν διέθετε μια κοινοβουλευτικά εκλεγμένη κυβέρνηση.
3Στην βάση του να μειωθούν οι φόροι και το κοινωνικό κράτος που προορίζεται για τους πιο φτωχούς.
4Είναι γνωστή η χρήση των GPS, και των δορυφορικών δεδομένων στους βομβαρδισμούς, στα λεγόμενα χειρουργικά χτυπήματα με ακρίβεια ολίγων μέτρων.

18/3/11


Κ. ΠΡΕΒΕ : κριτική ιστορία του μαρξισμού.
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Με τρία χρόνια καθυστέρηση κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις ΚΨΜ, το βιβλίο του Κ Πρέβε. Να πούμε από την αρχή ότι πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον, αν και αιρετικό βιβλίο. Ενδιαφέρον όχι γιατί πιθανά θα συμφωνήσει κανείς με τα περισσότερα σημεία αλλά γιατί παραθέτει κρίσιμα και επίδικα θεωρητικά ζητήματα, με τρόπο ίσως απόλυτο, και ηθελημένα προκλητικό, αλλά πάντως σαφή, και δίνει τροφή για σκέψη και διάλογο. Προσωπικά, σε πολλά από τα συμπεράσματα του δεν συμφωνώ, αλλά το θεωρώ πολύτιμο βιβλίο, και το συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όποιον ενδιαφέρεται σήμερα για τον μαρξισμό.
Ο ΚΠ δηλώνει μαθητής του Μαρξ και κομμουνιστής, αν και πολλοί θα του αμφισβητήσουν αυτήν του την ιδιότητα (ομολογώ ότι και εγώ σε κάποια σημεία είχα αρχικά τις αμφιβολίες μου!).
Ο ΚΠ δεν κρύβει την περιφρόνηση του για το πολιτικό προσωπικό της Αριστεράς, ιδιαίτερα εκείνο που διαχειρίστηκε εξουσία. Σε κάποια σημεία βγάζει και κάποια πικρία (ή και κάτι ...περισσότερο!) για την αντιμετώπιση που είχε σαν 'διανοούμενος' από το κόμμα της εργατικής τάξης: “χρειάστηκε να υπομείνω επί τριάντα χρόνια το ζωώδες μίσος εκείνων που στα λόγια θέλουν έναν κόσμο ελεύθερο και χειραφετημένο κτλ...”
Ο ΚΠ περιοδολογεί την ανάλυση του σε τρία στάδια (μετά τον Μαρξ). Πρωτομαρξισμός, μεσομαρξισμός, ύστερος μαρξισμός. Παραθέτει τις βασικές αντιλήψεις του από την αρχή, και τις αναπτύσσει λεπτομερώς στα επόμενα κεφάλαια.
Ποιες είναι αυτές:
Ο μαρξισμός που ξέρουμε, στις βασικές εκδοχές του , δεν είναι δημιούργημα του ίδιου του Μαρξ αλλά των Ένγκελς-Κάουτσκι. Αναπτύχθηκε σαν μια ιδεολογία της εργατικής τάξης, μιας τάξης υποτελούς, και για αυτό έχει πολλά χαρακτηριστικά θεολογικού και θρησκευτικού τύπου (μεσσιανισμός, ντετερμινισμός, τελεολογία, ιστορικισμός, ουτοπισμός κτλ). Επίσης και πολλά χαρακτηριστικά οικονομίστικα. Η υποτελής εργατική τάξη δεν μπορεί να ηγεμονεύσει στην κοινωνία, ούτε να διοικήσει, για αυτό έχει ανάγκη εκπροσώπων, το κόμμα της. Οι εκπρόσωποι αυτοί, η γραφειοκρατία, είναι εντελώς απαραίτητοι, αν και στην πορεία αυτονομούνται και τείνουν από την ασταθή κατοχή να πάνε σε σταθερή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής (παλινδρόμηση στον καπιταλισμό). Η εργατική τάξη, γράφει, πολύ σωστά πήρε την εξουσία το 1917, οικοδόμησε τον μόνο τύπο 'σοσιαλισμού' που μπορούσε στις δοσμένες συνθήκες, αλλά όλες οι εγγενείς αντιφάσεις του συστήματος μπορούσαν να οδηγήσουν, και οδήγησαν, στην κατάρρευσή του. Αναγέννηση του μαρξισμού (και του κινήματος) δεν μπορούμε να περιμένουμε ούτε από τη σημερινή Αριστερά, ούτε από τις σεχταριστικές ομαδούλες ούτε από τους ακαδημαϊκούς, αλλά από την νέα γενιά, στη βάση των σημερινών νέων αντιθέσεων του καπιταλισμού.
Αυτά για αρχή και προχωράμε σε πιο αναλυτική εξέταση των κεφαλαίων του βιβλίου.

Αρχικά έχουμε ένα εισαγωγικό κεφάλαιο με τίτλο 'πριν από τον Μαρξ', όπου ο ΚΠ συνδέει την σκέψη του Μαρξ με όλην την ιστορία της φιλοσοφίας (σε αντίθεση με την περιοριστική γνωστή αντίληψη των τριών πηγών, δηλαδή αγγλική πολιτική οικονομία, γερμανική φιλοσοφία, γαλλικός κομμουνισμός), και κάνει κάποιες νύξεις για τις θέσεις που θα αναπτύξει σε επόμενα κεφάλαια. Σημεία που αξίζει να κρατήσει κανείς -από τα πάρα πολλά θέματα που θίγονται-, είναι ίσως η εκτίμηση του συγγραφέα για τις αναλύσεις του Κ Πόλανυ, ιδιαίτερα για τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, καθώς και η μεγάλη σημασία που αποδίδει στον Χέγκελ.

Ο Μαρξ.

Ο Μαρξ σύμφωνα με τον ΚΠ, δεν συστηματοποίησε τις ιδέες του, όχι γιατί δεν προλάβαινε ή δεν μπορούσε, αλλά γιατί δεν ήταν σίγουρος. Ήταν μια έρευνα σε εξέλιξη και όχι ένα κλειστό σύστημα. Εδώ ίσως οφείλονται και πολλές αμφισημίες που παρατηρούνται στο έργο του, όπως πχ για το χαρακτήρα των κρίσεων, ή την παραγωγική εργασία, που δίνουν την βάση για διάφορα ρεύματα ή αιρέσεις, που αλληλομισούνται μεταξύ τους περισσότερο από ότι με αντίπαλα αστικά ρεύματα. Θεωρεί αστεία την προσπάθεια εντοπισμού του 'αληθινού' Μαρξ. Θεωρεί ότι οι σχηματικές διχοτομίες υλιστές-ιδεαλιστές, συσκοτίζουν τα πράγματα (μια αντίστοιχη ιδέα έχει νομίζω και ο Βαζιούλιν). Ο κίνδυνος είναι ο υλισμός να κατανοηθεί σαν μηχανιστικός, που λίγο απέχει από τον ντετερμινισμό και την τελεολογία. Εδώ αναφέρει την φιλοσοφική ιδέα του ύστερου Αλτουσέρ για τον τυχαίο υλισμό (ή 'υλισμό της συνάντησης1', κάτι που θα μας απασχολήσει και παρακάτω).
Θεωρεί ότι τρεις είναι οι βασικές έννοιες του Μαρξ: αξία, αλλοτρίωση, δυνάμει όν (με την έννοια του Αριστοτέλη). Εξηγεί ότι η αλλοτρίωση στην μαρξική φιλολογία μπορεί να σημαίνει δυο πράγματα. 'Η απομάκρυνση από μια αρχική κατάσταση, ή μη ακόμα πραγματοποίηση των εγγενών δυνατοτήτων του ανθρώπινου όντος. Απορρίπτει την πρώτη, υιοθετεί την δεύτερη.
Αναλύει τρεις διαστάσεις της αλλοτρίωσης: στην εργασία, στη γλώσσα (ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες αναλύσεις ), στον συνολικό τρόπο ζωής, του νοήματος της (όπου παραθέτει μερικούς από τους πιο λεπτούς του συλλογισμούς).

Σε αυτό το κεφάλαιο αναλύει μια κρίσιμη θεωρητική του θέση. Στην ιστορία καμία υποτελής τάξη δεν γκρέμισε κάποιο τρόπο παραγωγής. Η δουλοκτησία κατέρρευσε από τις βαρβαρικές εισβολές, εξάλλου οι δούλοι δεν θέλανε να γίνουν δουλοπάροικοι αλλά ελεύθεροι αγρότες ή τεχνίτες. Και δεν ήταν οι δουλοπάροικοι αλλά η αστική τάξη, μια ήδη οικονομικά κυρίαρχη τάξη, που γκρέμισε την φεουδαρχία. Γιατί -αναρωτιέται ο ΚΠ- το προλεταριάτο να πετύχει εκεί που δεν πέτυχε άλλη καταπιεζόμενη τάξη; Εδώ φαίνεται να θίγει τα άγια των αγίων του μαρξισμού. Φυσικά 40 χρόνια πριν και ο Αλτουσέρ έθεσε ένα παρόμοιο ζήτημα. Και απάντησε ότι στην ιστορία δεν υπάρχει υποκείμενο που να την οδηγεί κάπου, αλλά μια κινητήρια δύναμη, και αυτή είναι η ταξική πάλη, το αποτέλεσμα της οποίας είναι διαφορετικό από την θέληση της μιας ή της άλλη τάξης, των κομμάτων, των διαφόρων υποκειμένων. Αυτή η θέση φαίνεται να είναι πιο κοντά σε αυτά που γράφει ο Ένγκελς για την ιστορική εξέλιξη σαν συνισταμένης των ξεχωριστών επιμέρους θελήσεων. Ο ΚΠ ισχυρίζεται ότι εκτός από το νεανικό Κομμουνιστικό Μανιφέστο, στα μεταγενέστερα έργα του ο Μαρξ εμφανίζει δυο άλλες προσεγγίσεις. Η πρώτη συνίσταται στην απόδοση στον καπιταλισμό μιας εσωτερικής δυναμικής κατάρρευσης, μια μηχανιστική και ντετερμινιστική αντίληψη που εξάλλου δεν επιβεβαιώνεται και από την ιστορία, και η δεύτερη με δυο άλλα διαφορετικά υποκείμενα. Πρώτο τον συλλογικό εργαζόμενο, νοούμενο σαν το σύνολο των εργαζόμενων σε ένα εργοστάσιο, από τον Διευθυντή μέχρι τον εργάτη, και δεύτερο την γενική διάνοια2.
Ο Μαρξ ήδη όσο ζούσε παρατηρούσε την διαστρέβλωση, ή καλλίτερα την υπεραπλούστευση, της σκέψης του από τους μαθητές του και φαίνεται να είπε το περίφημο ότι εγώ δεν είμαι μαρξιστής(!).

Ο πρωτομαρξισμός(1875-1914).

Δημιουργοί του, γράφει ο ΚΠ, οι Ένγκελς-Κάουτσκι, ιδιαίτερα ο δεύτερος ευθύνεται για την συρρίκνωσή του σε οικονομική θεωρία. Η περιφρόνηση της φιλοσοφίας συντελείται ευθέως ανάλογα με την υιοθέτηση του μαρξισμού από την εργατική τάξη, και εξηγείται από το βασικό της χαρακτηριστικό, το ότι είναι μια υποτελής τάξη.
Η ίδια η σκέψη του Μαρξ δεν μπορούσε να υιοθετηθεί από την εργατική τάξη. Έπρεπε να συστηματοποιηθεί, να απλουστευθεί, να συρρικνωθεί οικονομίστικα, να ενισχυθούν τα τελεολογικά και ντετερμινιστικά στοιχεία, δηλαδή να αποκτήσει λιγότερο επιστημονικό και περισσότερο ιδεολογικό-θρησκευτικό χαρακτήρα. Ο Ένγκελς ήταν ο κατάλληλος με την τεράστια εγκυκλοπαιδική μόρφωση, το πρακτικό και πολιτικό πνεύμα. Ήταν μια ιδιοφυΐα, γράφει ο ΚΠ, και η κριτική που γίνεται σήμερα, 150 χρόνια μετά, δεν μειώνει σε τίποτα αυτά τα χαρακτηριστικά του.
Οι περισσότεροι από αυτούς που θεωρούν τον εαυτό τους μαρξιστή είναι στην πραγματικότητα ασύνειδοι ενγκελιανοί.
Στον Ένγκελς οφείλεται η απόλυτη διχοτομία υλισμού-ιδεαλισμού, μια θετικιστική ιδέα, που αντανακλούσε το κλίμα του γερμανικού Πανεπιστήμιου της εποχής, μια ντετερμινιστική αντίληψη ότι η καπιταλισμός εξελίσσεται σε σοσιαλισμό από μόνος του. Ο Ένγκελς δημοσιεύει, αφού επεξεργάζεται, τους 2ο και 3ο τόμους του Κεφαλαίου, πράγμα που δεν έκανε ο Μαρξ γιατί δεν αισθανότανε σίγουρος για το περιεχόμενό τους. Συνεχίζει με τις -κατά την γνώμη του ΚΠ-, δύο βασικές αδυναμίες: την θεώρηση ότι φύση και κοινωνία έχουν ίδιους νόμους, κοινή διαλεκτική, και την απόδοση στην ιστορία της ικανότητας μιας μεταφυσικής διεύθυνσης μεσσιανικού, και τελεολογικού τύπου.
Προσπαθεί να τις εξηγήσει ως “...την φιλοσοφική εξιδανίκευση μιας ιστορικής αδυναμίας που δεν μπορούσε να αναγνωριστεί σαν τέτοια, και ήταν υποχρεωμένη με την κατάλληλη μαρξική ψευδή συνείδηση να ενσωματώσει τα δύο κύρια μαγικά στοιχεία της παραδοσιακής κουλτούρας...”, δηλαδή την θρησκευτική πίστη για το αναπόφευκτο της τελικής νίκης, την επικράτηση του σοσιαλισμού. Μια ακραία συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι η θεωρία του Μπερνστάιν, που τελικά ηττάται σαν 'ρεφορμισμός' .
Σε μια παρένθεση αναφέρει ότι η πρώτη αυτή θεωρητική αντιπαράθεση διεξάγεται πολιτισμένα, σε σχέση με την βίαιη και άκομψη κριτική των Μαρξ, Ένγκελς, και Λένιν στους αντιπάλους τους, ή ακόμα χειρότερα στην σταλινική πρακτική της εξόντωσης όσων είχανε διαφορετική γνώμη3.

Και ερχόμαστε στο κρίσιμο ζήτημα του Λένιν. Ο ΚΠ αναφέρει ότι η ιδιοφυΐα του συνίσταται στο ότι συνειδητοποιεί βασικές ανεπάρκειες του πρωτομαρξισμού, και προχωρά σε 2 κρίσιμες αναθεωρήσεις, του υποκειμένου και του χώρου. Η εργατική τάξη γενικά δεν είναι ικανή να ηγεμονεύσει και να κυριαρχήσει, έτσι μεταθέτει αυτό το ρόλο στο κόμμα της, σε μια λεπτή μερίδα αντιπροσώπων. Ακόμα παραπέρα, στηριγμένος στην ανάλυση του τότε καπιταλισμού μεταθέτει το χώρο, το θέατρο της πολιτικής πάλης, στην περιφέρεια του καπιταλισμού (Γκράμσι: επανάσταση ενάντια στο Κεφάλαιο!). Αυτές οι καινοτομίες συνεπάγονται και άλλες αλλαγές, όπως την ανάγκη συμμαχιών στη θέση της μονοταξικότητας, την επεξεργασία ενεργητικής πολιτικής, που φτάνει στα όρια του βολονταρισμού, στην θέση της παθητικότητας, την ταύτιση ιδεολογίας και φιλοσοφίας (πράγμα αρνητικό γιατί η ιδεολογία είναι ο χώρος της αυθόρμητης ή και οργανωμένης ψευδούς συνείδησης), την προώθηση σε πρώτο πλάνο του εθνικού ζητήματος (εντελώς υποτιμημένο πριν), ζήτημα για το οποίο ο ΚΠ έχει πολύ θετική εκτίμηση για την λενινιστική συμβολή, σε αντίθεση με τις σχεδόν φιλοιμπεριαλιστικές απόψεις των πριν τον Λένιν και κάποιων σύγχρονων κεντροαριστερών.
Γενικά ο λεγόμενος μαρξισμός-λενινισμός είναι στην ουσία λενινισμός, μια καινούργια θεωρία, πρωτοπόρα στην εποχή της προσπάθεια να ξεπεράσει τις ανεπάρκειες του πρωτομαρξισμού (που εν παρόδω, αντανακλούσαν την κατάσταση της εργατικής τάξης του ανεπτυγμένου καπιταλισμού και δεν ήταν 'προδοσία' των ηγετών), λενινισμός που όμως είναι εντελώς ανεπαρκής για την ανάλυση και αντιμετώπιση του σύγχρονου καπιταλισμού.


Ο μεσομαρξισμός (1914-1956).

Ξεκινά με την δήλωση ότι η εμπειρία του 'ιστορικού κομμουνισμού', όπως ονομάζει τον 'υπαρκτό', δεν έχει καμία σχέση με την πρωτότυπη θεωρία του Μαρξ, και δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν εφαρμογή της. Έτσι φυσικά νομίζει ότι ξεμπερδεύει εύκολα με την αφόρητη πίεση από αντιπάλους αλλά και φίλους, για τις φανερές, -πραγματικές ή υποθετικές- αδυναμίες αυτού που υπήρξε. Ο κομμουνισμός δεν οικοδομείται, αλλά προκύπτει από μια εσωτερική δυναμική του αναπτυγμένου καπιταλισμού4. Έτσι εξηγεί και ορισμένα αυταρχικά χαρακτηριστικά: “σε ένα στρογγυλό τραπέζι συζητάμε, σε ένα εργοτάξιο εκτελούμε οδηγίες των μηχανικών παραγωγής”, γράφει ο ΚΠ.

Διατυπώνει την άποψη ότι ο εξισωτισμός είναι άδικος και αναποτελεσματικός, μια κριτική που έχει γίνει από παλιά ήδη στον πλατωνικό κομμουνισμό. Εδώ φυσικά υπάρχει μια σύγχυση, που οφείλεται εν μέρει στην αντίληψη ότι ο σοσιαλισμός είναι κομμουνισμός έστω η κατώτερη φάση του.
Μια παρένθεση: έχει αναπτυχθεί μια μεγάλη συζήτηση για τη σχέση σοσιαλισμού και κομμουνισμού. Άλλοι σχεδόν τους ταυτίζουν, άλλοι τους θεωρούν περίπου διαφορετικά συστήματα. Ο Ρούσης ισχυρίζεται ότι ο σοσιαλισμός σχεδόν δεν χρειάζεται σήμερα, έχει ωριμάσει ο κομμουνισμός. Η σχολή της Λογικής της ιστορίας έχει εισάγει την έννοια του πρώιμου σοσιαλισμού (αν και ο σοσιαλισμός θεωρείται πρώιμος κομμουνισμός). Και όλοι μαζί ισχυρίζονται5 ότι ο κομμουνισμός θα προκύψει από παρθενογένεση, ότι θα εμφανιστεί μόνο αφού η εργατική τάξη πάρει την εξουσία, και ότι δεν παρατηρούνται κομμουνιστικές μορφές ήδη στα πλαίσια του καπιταλισμού (σε αντίθεση μάλιστα με τον Μαρξ που έψαχνε τέτοιες μορφές στα πλαίσια του καπιταλισμού ήδη από την εποχή του). Είναι μια μεγάλη συζήτηση που φυσικά δεν μπορεί να συνοψιστεί στα πλαίσια αυτής της παρουσίασης.

Η ιδεοτυπική αντιμετώπιση της εργατικής τάξης από τον Λούκατς (χαρακτηριστική των σεκταριστικών ομάδων και σήμερα, που φαντασιώνονται μια ιδανική εργατική τάξη, τελείως διαφορετική από την πραγματική) είναι υπεκφυγή από το προφανές πραγματικό γεγονός ότι η εργατική τάξη ήταν ανίκανη για αυτόνομη επαναστατική δράση. Σε αντίθεση με τον Γκράμσι που επεδίωκε μια πραγματική (πολιτική και πολιτιστική) ηγεμονία, ή με άλλα λόγια, θεωρούσε ηγεμονία το να γίνει η εργατική ιδεολογία και αξίες κοινός νους.

Ο Στάλιν, γράφει ο ΚΠ, οικοδομεί τον μόνο δυνατό σοσιαλισμό στις τότε συνθήκες και με την κληρονομηθείσα ανεπαρκή θεωρία. Ο ΚΠ διατυπώνει την ιδέα ότι τότε παρατηρείται η μεγαλύτερη παρουσιασθείσα στην ιστορία μαζική κοινωνική εξέλιξη (ένας τρόπος να πει ότι η εργατική τάξη, τουλάχιστον μια μερίδα της, ήταν κυρίαρχη). Αυτό υπηρετούσε και η μέθοδος της μόνιμης σφαγής. Κριτήριο της κοινωνικής εξέλιξης ήταν ο όρκος πίστης, όχι φυσικά η επιχειρηματικότητα (όπως στον καπιταλισμό), ούτε η πολιτιστική αξιοσύνη. Ή να το πούμε πιο θεωρητικά, η κυρίαρχη τάξη συγκροτούνταν με πολιτικά και όχι οικονομικά, ή άλλα, μέσα.

Σε γενικές γραμμές ο ΚΠ θεωρεί τις κοινωνίες του “ιστορικού κομμουνισμού” σαν τεχνολογικά προωθημένη επανέκδοση του ασιατικού τρόπου παραγωγής.

Ο ύστερο-μαρξισμός (1956-1991).

Ή η εποχή της διάλυσης, παρά τις διάφορες προσπάθειες διάσωσης ('δεξιές', 'αριστερές', από τον Ντούμπτσεκ μέχρι τον Μάο κτλ) . Αιτία θεωρεί τον χαρακτήρα του φορέα, δηλαδή της εργατικής τάξης, σαν τάξης υποτελούς και μη ικανής να ηγεμονεύσει μια μετάβαση από ένα τρόπο παραγωγής σε άλλο. Και αυτό όχι λόγω της απαλλοτρίωσης της από την γραφειοκρατία, ή οποία είναι εντελώς απαραίτητη σε μια τάξη με αυτά τα χαρακτηριστικά. Απλά η ανάθεση δημιουργεί διαφοροποίηση γνώσεων και εξουσίας, με τάση την μετατροπή της ασταθούς κατοχής σε σταθερή ιδιοκτησία. Κατά την γνώμη μας υπάρχει ένα βαθύτερο ζήτημα ωριμότητας και προϋποθέσεων του κομμουνισμού που φυσικά δεν μπορούμε να αναλύσουμε εδώ.
Ο ΚΠ ξεχωρίζει για σχολιασμό δύο φιλοσόφους, τον Λούκατς και τον Αλτουσέρ, και έναν ηγέτη-πολιτικό, τον Μάο.
Ειδικά για τον Αλτουσέρ αναφέρει ότι, πλήττει σοβαρές ανεπάρκειες της θεωρίας -αν και με θετικιστικό τρόπο-, όπως ο ιστορικισμός, ο οικονομισμός, ο ουτοπισμός. Προσπαθεί να απελευθερώσει τον μαρξισμό από μια τριπλή, μεταφυσική: της Αρχής, του Υποκειμένου, του Σκοπού.
Αμφισβητεί το μαρξισμό του Μάο, ιδιαίτερα τον θεωρητικό, παραθέτοντας μια σειρά στοιχεία για τις γνώσεις του αλλά και την κοινωνική βάση της κινέζικης επανάστασης. Δεν τον κατηγορεί ιδιαίτερα για αυτό αφού βασικές μαρξικές αντιλήψεις φαίνεται πια ότι δεν επαληθεύονται: ο καπιταλισμός δεν είναι και τόσο ανίκανος να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις. Ο υλισμός δεν είναι κατάλληλος αποκλειστικά για την επανάσταση και ο ιδεαλισμός αποκλειστικά για την αντεπανάσταση. Δεν παρατηρείται μια συνεχής πόλωση μεταξύ αστικής και εργατικής τάξης. Δεν επαληθεύονται τα επαναστατικά χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης. Δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθεί σοσιαλισμός δια αντιπροσώπων, οι οποίοι τείνουν να αυτονομηθούν, κτλ. Έτσι ο ΚΠ θεωρεί ότι η υπεραπλούστευση της θεωρίας από τον Μάο, είναι μια προσπάθεια να παραβλέψει τις αντιφάσεις, χωρίς όμως και να μπορεί να τις λύσει.
Αναφέρει το αυτονόητο για τα διάφορα θεωρητικά ρεύματα: οι διάφοροι δήθεν 'ρεβιζιονισμοί' δεν αντανακλούν παρά τις ιστορικές διαφοροποιήσεις της εργατικής τάξης, ή καλλίτερα διαφόρων μερίδων της (το βολικό μεταφυσικό σχήμα 'ένα το κόμμα', 'μια η τάξη', και ότι όλες οι άλλες τάσεις είναι 'μικροαστικές' ή και αστικές-διανοουμενίστικες είναι αστειότητες).
Περιγράφει δυο παράλληλα κοινωνικά προτσές: διάλυση και ατομικοποίηση της εργατικής τάξης, ενσωμάτωση και εξαγορά των διανοουμένων, προτσές που στερούν από τα παραδοσιακά ΚΚ την μαζική κοινωνική τους βάση.
Και με μια μικρή ανάλυση της περεστρόικα, τελειώνει η περιγραφή του τέλους αυτού που ονομάζει ιστορικό κομμουνισμό του 20ου αιώνα.

Επίλογος.

Το βιβλίο έχει ένα ακόμα, τελικό κεφάλαιο, για την μετα- εποχή. Εδώ σύντομα παραθέτει κάποιους συλλογισμούς ή και ερωτήματα για το μέλλον. Δεν θα τα παραθέσουμε , αφήνοντας τον αναγνώστη να τα συναντήσει διαβάζοντας το ίδιο το βιβλίο.
Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί, παρά τις όποιες υπερβολές, ή και απολυτότητες ίσως του συγγραφέα. Δεν ξέρω αν ο ΚΠ θα το έλεγε έτσι αλλά η ουσία του είναι ότι για να παραμείνουμε μαρξιστές πρέπει να αλλάξουμε εντελώς τον μαρξισμό, τουλάχιστον όπως τον ξέρουμε μέχρι σήμερα.








21/12/08

ΜΑΡΤΑ ΧΑΡΝΕΚΕΡ: ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ.



-βιβλιοπαρουσίαση:
(Μετάφραση: Δημήτρης Κουφοντίνας).
εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ.

« Η Μ Χάρνεκερ, απόγονος μεταναστών που έφτασαν στην Χιλή πριν από 100 χρόνια από την μακρινή Αυστρία, είναι μια από τις σημαντικότερες ερευνήτριες της Λ. Αμερικής. Σπούδασε Ψυχολογία στο καθολικό πανεπιστήμιο της Χιλής…τελείωνε τις σπουδές της όταν ξέσπασε η Κουβανέζικη επανάσταση, η οποία την επηρέασε βαθειά…πηγαίνει με υποτροφία στο Παρίσι…γίνεται μαθήτρια και οπαδός του Λ Αλτουσέρ…με την καθοδήγηση του μελετά τον Μαρξ. Καρπός των μελετών της αποτελεί το πολύ πλέον γνωστό βιβλίο …Βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού… επιστρέφει στην Χιλή το 1968…διδάσκει επί ένα χρόνο αλλά γρήγορα εγκαταλείπει τις πανεπιστημιακές αίθουσες και οργανώνει μαθήματα μαρξισμού για εργάτες…την περίοδο Αλιέντε και της Λαϊκής Ενότητας εγκαταλείπει τα μαθήματα και διευθύνει το εβδομαδιαίο πολιτικό περιοδικό Chile Hoy…μετά το πραξικόπημα καταφεύγει στην Κούβα…έχει αναδειχτεί σε μια από τις σημαντικότερες ερευνήτριες των χειραφετικών εμπειριών της Λ. Αμερικής…έχει γράψει εκατοντάδες άρθρα, έχει εκδώσει 45 περίπου βιβλία…τα τελευταία χρόνια έχει εγκατασταθεί στην Βενεζουέλα…» (από το εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή).
Στο βιβλίο η Μ. Χάρνεκερ (στο εξής ΜΧ) καταπιάνεται σχεδόν με όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η μαρξιστική θεωρία, και με όλα σχεδόν τα ζητήματα που απασχολούν την σύγχρονη Αριστερά και μάλιστα όχι με έναν εγκεφαλικό τρόπο, με τον ακαδημαϊσμό που δυστυχώς σημαδεύει την πλειοψηφία της σύγχρονης μαρξιστικής σκέψης, αλλά αναμετριέται με την ζωντανή και δύσκολη πραγματικότητα της πολιτικής πάλης, χωρίς την οποία, η θεωρία εύκολα μπορεί να γλυστρίσει στον θεωρητικισμό.
Η ΜΧ δεν ισχυρίζεται ότι λέει την τελευταία λέξη. Συμβάλλει στον διάλογο, αλλά περισσότερο δίνει εφόδια στον αναγνώστη ώστε να μπορέσει να σχηματίσει δική του ανεξάρτητη γνώμη, και να κρίνει με τα δικά του μέσα θεωρίες και πολιτικές. Ακόμα και η μορφή του κειμένου, γραμμένο εν είδη (1399!) θέσεων για διάλογο διευκολύνει αυτό τον σκοπό.
Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη.
Στο πρώτο μέρος επιχειρείται μια σύντομη καταγραφή των σημαντικότερων γεγονότων που σημάδεψαν τα τελευταία χρόνια (κουβανέζικη επανάσταση, απελευθερωτικές προσπάθειες από διαφορετικούς δρόμους, ένοπλους και ειρηνικούς, δραματικές εξελίξεις στις σοσιαλιστικές χώρες). Είναι το λιγότερο θεωρητικό μέρος του βιβλίου, η ΜΧ στέκεται περισσότερο στα γεγονότα και στα πιο προφανή συμπεράσματα (φυσικά όχι πάντα αυτονόητα για όλους!). Αναγνωρίζει η ίδια την ανάγκη παραπέρα εμβάθυνσης, έργο που θεωρεί ότι πρέπει να γίνει συλλογικά, και εδώ απλά καταθέτει μια μικρή συμβολή.
Στο δεύτερο μέρος γίνεται μια εκτενής παρουσίαση ερευνών και μελετών πάνω στο σύγχρονο καπιταλισμό. Η συγγραφέας αν και σε πολλά ζητήματα παρουσιάζει τις διαφορετικές απόψεις ενός εν εξελίξει διαλόγου, στα περισσότερα παίρνει θέση, και προσθέτει και τις δικές τις σκέψεις. Είναι τόσο πλούσια η θεματολογία, και τόσο ανάγλυφη η παρουσίαση που βοηθάει ακόμα και τον σχετικά ακατατόπιστο, ιδιαίτερα εκείνον που δεν έχει τον χρόνο ή την διάθεση να ασχοληθεί με μια πολύ εκτεταμένη βιβλιογραφία ώστε να έρθει σε επαφή με το αντικείμενο.
Τέλος το τρίτο μέρος αποτελεί μια πρωτότυπη συμβολή σε μια σύγχρονη επιστήμη της πολιτικής. Βασισμένη στις εμπειρίες όλης της Αριστεράς, στις πιο διαφορετικές εκφράσεις της από τα ένοπλα αντάρτικά και τα αντάρτικα πόλης μέχρι τα πιο ΄θεσμικά΄ κινήματα, όπως τις δημαρχιακές προσπάθειες, το κυβερνητικό έργο κτλ προσπαθεί να απαντήσει το τι να κάνουμε;
Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά κάθε μέρος ξεχωριστά.
  1. τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την Αριστερά.
Η ιστορική σημασία της κουβανέζικης επανάστασης είναι φανερή. Η ΜΧ αναφέρει και μια σειρά πολιτικές επιπτώσεις: καταρρέουν δύο μύθοι, ένας γεωγραφικός (ότι δεν μπορεί να γίνει επανάσταση στην αυλή των ΕΠΑ) και ένας στρατιωτικός (ότι οι σύγχρονοι τακτικοίi στρατοί είναι ακατανίκητοι). Πριμοδοτείται η αντίληψη της ένοπλης πάλης, κάθε άλλο θεωρείται ρεφορμισμός. Τόσο που από μέσο γίνεται αυτοσκοπός. Η στρατιωτική ήττα των περισσότερων κινημάτων αποδεικνύει την ανάγκη ταυτόχρονης μαζικής πάλης, υποστήριξης από τα πλατεία λαϊκά στρώματα των πόλεων. Και εκτιμά ότι το κουβανέζικο σχέδιο για επέκταση της επανάστασης σε όλη την υποήπειρο δεν πραγματοποιείται.
Γίνεται αναφορά στο διεθνές επαναστατικό κίνημα και σε μερικές από τις πιο οδυνηρές σελίδες του με την σινι-σοβιετική διαμάχη, τις ιδεολογικές διαφορές, και τις διασπάσεις των ΚΚ στον υπόλοιπο κόσμο.
Εξετάζονται μερικοί από τους παράγοντες που οδηγούν στην φοιτητική και νεολαιίστικη ανταρσία του ΄68.
Μετά έχουμε ένα ορόσημο, την προσπάθεια στην Χιλή με την νίκη της Λαϊκής Ενότητας. Εδώ γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια να γενικευτούν κάποια συμπεράσματα. «Είχε κατακτηθεί η κυβέρνηση αλλά όχι η εξουσία…κοινωνική αντιπολίτευση ήταν τα μεσαία στρώματα και μέρος των εργαζομένων των περιθωριακών περιοχών…οι δυνάμεις της Λαϊκής Ενότητας δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν για τι πρέπει να κάνουν…μερίδες της Αριστεράς καταλάμβαναν μικρές επιχειρήσεις και ζητούσαν εθνικοποίηση τους, απαιτώντας περισσότερο ριζοσπαστισμό από τον Αλλιέντε σαν να είχε όλη την εξουσία…»..
Τελειώνει με ένα βαρυσήμαντο συμπέρασμα: ο δημοκρατικός δρόμος απαιτεί και ένα σοσιαλισμό σύμφωνο με τις παραδόσεις και την θέληση του λαού, και όχι ένα σχηματικό μοντέλο που επιβάλλεται ετσιθελικά.
Τέλος μετά από ανάλυση των εξελίξεων στην Νικαράγουα, και άλλες χώρες, έρχεται στο ζήτημα των ζητημάτων. Την περεστρόικα στην ΕΣΣΔ, και την κατάρρευση των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών χωρών. Εδώ ίσως είναι από τα σημεία με το λιγότερο αναλυτικό βάθος. Τελικά η ανάλυση συμβιβάζεται με την ιδέα της ιμπεριαλιστικής συνωμοσίας: «το πολιτικό άνοιγμα το χρησιμοποίησε πολύ καλά η δυτική αντίδραση για να προωθήσει τις δεξιές θέσεις στο εσωτερικό της χώρας», υποβαθμίζοντας έτσι τις μεγάλες εσωτερικές άλυτες αντιφάσεις εκείνων των κοινωνιών.
Μετά τα δύσκολα για το επαναστατικό κίνημα χρόνια που ακολούθησαν, σημειώνει μια κάποια στροφή στις αρχές του αιώνα, με την ενίσχυση της Αριστεράς στην Λ. Αμερική, ιδιαίτερα στο εκλογικό πεδίο, στις τοπικές εκλογές αρχικά και μετά σε εθνικό επίπεδο. Παράλληλα εξετάζει και το ένοπλο κίνημα των Ζαπατίστας.
  1. ο κόσμος σήμερα.
Η ανάλυση σε όλο αυτό το τμήμα διαπερνάται από την θέση ότι «ζούμε σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτό των αρχών της κουβανέζικης επανάστασης…όχι μόνο λόγω της ήττας του σοβιετικού σοσιαλισμού…αλλά και από γεγονότα όπως: η νέα επιστημονικοτεχνική επανάσταση και οι επιδράσεις της στην παραγωγική διαδικασία και στην φύση…η επιβολή του νεοφιλελευθερισμού…».
Κεντρικό ζήτημα των αναλύσεων της ΜΧ η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση. Αν και χρησιμοποιεί τον όρο διευκρινίζει ότι από την μια δεν έχουμε πραγματική αλλά περιορισμένη διεθνοποίηση, και από την άλλη κρατά αποστάσεις από τον σύγχρονο αντιπαγκοσμιοποιητικό λουδισμό: «ποια πρέπει να είναι λοιπόν η στάση της Αριστεράς…να κριτικάρει το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης ως τέτοιο, ή να κριτικάρει τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της σημερινής παγκοσμιοποίησης και να προωθεί μια διαφορετική παγκοσμιοποίηση;…σκέφτομαι ότι σωστό είναι το δεύτερο…με τον ίδιο τρόπο που ο Μαρξ σκεφτόταν ότι η μηχανή-εργαλείο δεν ήταν αρνητική αυτή καθαυτή…κτλ ».
Εξαντλητικά αναλύεται η νέα τεχνολογική επανάσταση και οι συνέπειες της. Στηριγμένη σε αναλύσεις λατινοαμερικανών ερευνητών ερευνά την διαλεκτική των παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, αλλά και τις αλλαγές στον τρόπο ζωής. Σε κάποια σημεία της ανάλυσης ίσως διακρίνει κανείς ψήγματα παραγωγισμού, σε άλλα σημεία όμως σπεύδει να διευκρινίσει ότι δεν υπάρχει γραμμική σχέση, και ότι οι αλλαγές διαμεσολαβούνται από την πάλη των τάξεων.
Σημαντικότατη είναι και η ανάλυση των αλλαγών στην οργάνωση της παραγωγής και της εργασίας. Στηριγμένη σε πληθώρα αναλύσεων Ευρωπαίων αλλά και λατινοαμερικάνων μελετητών ερευνά την ευέλικτη παραγωγή, τα δίκτυα, την σχέση συγκεντροποίησης και υπεργολαβιών, συγκέντρωσης και δικτύωσης-αποκέντρωσης. Αναλύεται ο τογιοτισμός, ο μεταφορντισμός, τα νέα χαρακτηριστικά του πολυλειτουργικού εργαζόμενου αλλά και το ειδικό του βάρος σε σχέση με το σύνολο της εργατικής τάξης.
Αντιδιαστέλλει τις παλιές πολυεθνικές με τις σύγχρονες διεθνικές επιχειρήσεις (υπερεθνικές ίσως είναι καλλίτερος όρος), στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Για την παγκοσμιοποίηση: επισημαίνει το πραγματικό της διαδικασίας στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη (πλην μαύρης Αφρικής) ανεξάρτητα από την ιδεολογική εκμετάλλευση του όρου από την αστική τάξη. Στηρίζεται όχι κύρια στις ποσοτικές αλλά στις ποιοτικές αλλαγές, όπως στην διεθνοποίηση της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας, στην πλανητική διάχυση των καπιταλιστικών σχέσεων, στο αυξημένο ρόλο του χρηματιστικού κεφαλαίου, στην νέα σχέση εθνικού και διεθνικού, ιδιαίτερα όσον αφορά το κράτος. Επισημαίνει ότι πρόκειται για μια διαδικασία άνιση και ατελή, και χαρακτηριστικά λέει ότι δημιουργείται και ένας τέταρτος (πέραν του τρίτου) κόσμος.
Ιδιαίτερα αναλύεται η σχέση παγκοσμιοποίησης και νεοφιλελευθερισμού. Χαρακτηριστικά λέει ότι υπάρχει οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό νεοφιλελεύθερο σχέδιο, και εξετάζει τα χαρακτηριστικά και των τεσσάρων. Αν το οικονομικό σημαίνει παντοδυναμία των αγορών, και θεοποίηση του καπιταλιστικού κέρδους, το κοινωνικό είναι η κατακερματισμένη κοινωνία και ο ατομισμός, το πολιτικό είναι η αυταρχική δημοκρατία, και το ιδεολογικό είναι η αντίληψη ότι η αγορά και όχι το κράτος θα δημιουργήσει πλούτο και θα διορθώσει τις ανισότητες και δυσλειτουργίες του καπιταλισμού.
Εκεί που χρειάζεται μια συζήτηση είναι η υπερτίμηση κατά την γνώμη μου από την ΜΧ της δυνατότητας της αστικής τάξης να ενσωματώνει ιδεολογικά τα λαϊκά στρώματα καθώς και υπερτίμηση της ισχύος των ΜΜΕ. Κατά την γνώμη μου οι συμμαχίες κτίζονται κύρια σε πραγματικά συμφέροντα των υποτελών τάξεων, φυσικά δευτερεύοντα, αλλά πάντως πραγματικά, και επίσης αντανακλά την δυνατότητα του καπιταλισμού να αναπτύσσεται ακόμα ικανοποιητικά, ( με άλλα λόγια ότι δεν έχει φάει ακόμα εντελώς το ψωμί του). Αυτό είναι το κύριο και είναι δευτερεύον το ιδεολογικό στοιχείο. Η πλειοψηφία των μαρξιστών, μαζί και η ΜΧ, αντιστρέφει την κατάσταση, και θεωρεί κύριο την ιδεολογική χειραγώγηση. Έτσι όμως οδηγούνται και σε ένα πολιτικό αδιέξοδο (παντοδυναμία του αντιπάλου), και σε έναν υποκειμενισμό στην πολιτική (αρκεί η ΄σωστή΄ πολιτική και οι συσχετισμοί θα αλλάξουν). Τότε γιατί δεν έχουν αλλάξει μιας και διάφορες ομάδες και ομαδούλες έχουν -όπως ισχυρίζονται οι ίδιες- την σωστή πολιτική;
Παραπέρα εξετάζει αναλυτικά τις επιπτώσεις της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στο βιοτικό επίπεδο, στην πολιτιστική ομογενοποίηση, την κατανάλωση και τον καταναλωτισμό. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο περιβάλλον. Εδώ αφού περιγραφούν τα σημαντικότερα οικολογικά προβλήματα ανοίγει ένας προβληματισμός για την σχέση τύπου ανάπτυξης και περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Απορρίπτει την σκέψη για πάγωμα της ανάπτυξης αφού αυτή θα παγίωνε τις σημερινές τεράστιες ανισότητες και διερευνά τι δυνατότητες μπορεί να ανακαλύψουμε στην τεχνολογία. Προβληματίζεται από οικολογική άποψη για την αντίληψη του κομμουνισμού σαν κοινωνίας της αφθονίας, και προτείνει μια πιο ρεαλιστική ερμηνεία. Εξαιρετική είναι η σκέψη για επανεξέταση των κριτηρίων αποδοτικότητας μιας οικονομίας. Στην θέση της στενά οικονομικής αποδοτικότητας, προτείνει κριτήρια κοινωνικά και οικολογικά, που η καπιταλιστική επιχείρηση και το καπιταλιστικό κέρδος δεν μπορεί να έχει.
Τέλος η ΜΧ προβληματίζεται για το μέλλον της εργασίας. Ξαναδιαβάζει τον Μαρξ, και αναστοχάζεται τις αναφορές του για την δημιουργική εργασία, για την καταναγκαστική εργασία και την αυτοπραγμάτωση σε μια δημιουργική εργασία, ή στον ελεύθερο χρόνο. Κατόπιν έρχεται στο σήμερα. Απορρίπτει την πολύ διαδεδομένη άποψη για καταδίκη της ευελιξίας στα ωράρια και πολύ σωστά τα θεωρεί πηγή απελευθέρωσης. Πηγή ανασφάλειας τα κάνει σήμερα ο καπιταλισμός και η παντοδυναμία του κεφαλαίου. Οι σχετικές αναλύσεις της είναι διαφωτιστικές για την αμηχανία στρατηγικής των συνδικάτων, αλλά και της Αριστεράς, στο μεταβατικό διάστημα που περνάμε (που την πρωτοβουλία έχει ο αντίπαλος) και αντί να επεξεργαστούμε την κατάλληλη στρατηγική μένουμε σε ένα «όχι σε όλα». Όμως ούτε εδώ έχουμε την τελευταία λέξη. Η ΜΧ μάλιστα αναφέρει ότι ο αρχικός της ενθουσιασμός για τις απελευθερωτικές ιδιότητες των νέων τεχνολογιών και της νέας μορφής εργασίας έχουν μετριαστεί μετά από νεότερες έρευνες που δείχνουν ότι οι νέες μορφές εργασίας αφοράν σε μια μικρή μειοψηφία των εργαζομένων, και από την άλλη παρατηρούνται και εκτεταμένα φαινόμενα πληροφοριακού φορντισμού, δηλαδή νέας μορφής τυποποίησης. Από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου.
  1. η κατάσταση της Αριστεράς.
Πριν περάσει στο τι να κάνουμε αναλύει την τριπλή κρίση της Αριστεράς: την θεωρητική, την πολιτική, και την οργανωτική.
Η θεωρητική κρίση αποδίδεται κύρια σε δύο αιτίες: στην έλλειψη ικανότητας αυστηρούς μελέτης των σοσιαλιστικών εμπειριών, και στην ανυπαρξία μελέτης του σύγχρονου καπιταλισμού του τέλους του 20 αιώνα.
Εντοπίζει επίσης τα κενά μιας θεωρίας μετάβασης, επαναφέροντας την γνωστή προβληματική των Αλτουσέρ-Μπαλιμπάρ. Και τέλος μπαίνει στα βαθειά νερά της επίκαιρης συζήτησης για το τι είναι και τι δεν είναι ντετερμινισμός, κάτω μάλιστα και από τις μαθηματικές θεωρίες του χάους. Μια συζήτηση που αναζωπυρώθηκε με ακρότητες μετά την διάψευση βεβαιοτήτων για άμεσες σοσιαλιστικές επαναστάσεις.
Η προγραμματική κρίση περιγράφεται σαν έλλειψη σαφούς εναλλακτικής πρότασης. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «υπάρχει πλεόνασμα διαγνώσεων και έλλειμμα θεραπείας». Και μοιράζεται με τον αναγνώστη χρήσιμες σκέψεις για την πολιτική όχι μόνο θεωρητικές αλλά και πιο πρακτικές. Ορίζει την πολιτική σαν την τέχνη να οικοδομήσεις μια αντικαπιταλιστική κοινωνική δύναμη.
Η οργανωτική κρίση φαίνεται να σχετίζεται με την «άκριτη αντιγραφή του μπολσεβίκικου μοντέλου, αγνοώντας αυτά που έχει πει ι ίδιος ο Λένιν».
Παραπέρα περιγράφει μερικές από τις αδυναμίες: πρωτοπορισμός, δηλαδή η τάση αυτοανακήρυξης σε πρωτοπορία. Η διαταγές στις μάζες αντί της πειθούς. Ο υποκειμενισμός στις αναλύσεις, δηλαδή να συγχέεται η ψυχολογία και η συνειδητότητα της πρωτοπορίας με αυτή των μαζών. Η έλλειψη ικανότητας να διδάσκεσαι από τις μάζες. Η ανεπαρκής αξιολόγηση της δημοκρατίας, στη βάση του ιδεολογήματος του περιορισμένου της αστικής δημοκρατίας.
Παρόλα αυτά εκτιμά ότι μια σειρά ήττες ωρίμασαν τις περισσότερες ηγεσίες (στην Λ Αμερική, όχι εδώ!), κάτι που φαίνεται στην πολύ πιο προχωρημένη και ώριμη πολιτική τους πρακτική.
Και το βιβλίο τελειώνει με την απάντηση της ΜΧ στο τι να κάνουμε;
Ξεδιαλύνει τους δρόμους κατάκτησης της ηγεμονίας-που αντιδιαστέλλει με τον ηγεμονισμό. Θεωρεί σαν κεντρικό το ζήτημα της δημοκρατίας, άμεσης αλλά και αντιπροσωπευτικής. Φυσικά η αντιπροσώπευση για να είναι ουσιαστική και όχι τυπική (που χαρακτηρίζει την αστική κοινωνία, αλλά και τις κοινωνίες του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, μηδέ της Κούβας εξαιρουμένης), πρέπει να έχει τα γνωστά χαρακτηριστικά της ανακλητότητας, του περιοδικού ελέγχου, του περιορισμένου αριθμού των θητειών, της έλλειψης προνομίων για τους εκλεγμένους κτλ. Και να συναρθρώνεται με την άμεση δημοκρατία, χωρίς υποταγή στο κόμμα ή το κράτος. Φυσικά αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν από στελέχη και κόμματα με στρατιωτική νοοτροπία, «μιας και η καθοδήγηση κερδίζεται, δεν επιβάλλεται».
Πολύ χρήσιμες είναι οι ιδέες για διαφορετικές μορφές και βαθμούς στράτευσης, για την σωστή αναλογία συγκεντρωτισμού και δημοκρατίας, για την ανάγκη αποτελεσματικότητας, αλλά και για την ανάγκη ο αγωνιστής να μην αποκόβεται από το περιβάλλον του, να έχει και την ατομική του ζωή. Για τις μειοψηφίες αναφέρει ότι δεν πρέπει να συνθλίβονται, γιατί τότε αναγκαστικά οι οργανώσεις οδηγούνται στην διάσπαση.
Φυσικά υπερασπίζεται τις τάσεις, αλλά όχι τις φράξιες. Όλοι κατέχουν μέρος και όχι όλη την αλήθεια, άρα επιβάλλεται μια κουλτούρα διαλόγου, και προσπάθεια σύνθεσης των διαφορετικών γνωμών. Η δημόσια αντιπαράθεση απόψεων αναγκαστικά σήμερα δεν μπορεί να αποφευχθεί. Επομένως και η πιο πλατεία εσωκομματική δημοκρατία δίνει την ευκαιρία να εκλέγεται κάποιος στη καθοδήγηση για τις ιδεολογικές και πολιτικές του θέσεις, και όχι για την ευπείθεια του ή τις δημόσιες σχέσεις.
Προφανώς η νέα ταξική σύνθεση των χωρών επιβάλλει αναπροσανατολισμούς και στην ταξική σκόπευση, αλλά κυρίως στο ποια στρώματα και μερίδες της εργατικής τάξης έχουν στρατηγική σημασία.
Το βιβλίο τελειώνει με την γενίκευση της εμπειρίας από τις τοπικές, και δημαρχιακές κυβερνήσεις. Εκεί γίνεται μια προσπάθεια να εφαρμοστούν στην πράξη μερικές από τις πιο προωθημένες ιδέες που εκτέθηκαν στο βιβλίο. Ήταν πρόκριμα για μεγαλύτερες επιτυχίες σε εθνικό επίπεδο (Βενεζουέλα κτλ), και έδωσαν απτό δείγμα γραφής για το πώς θα πολιτευτεί η Αριστερά. Εδώ βέβαια δεν φτάνουν τα ιδεολογήματα αλλά πρέπει να αποδειχτεί η αποτελεσματικότητα, όχι βέβαια στην κερδοφορία του κεφαλαίου, αλλά στην λύση των οξυμμένων προβλημάτων του λαού.
Και η εμπειρία δείχνει ότι η λαϊκή συμμετοχή δεν είναι βασιλική λεωφόρος. Ο πραγματικός λαός δεν έχει πάντα σχέση με το εξιδανικευμένο αντίστοιχό του που έχουμε εμείς στο κεφάλι μας. Πολιτική όμως πρέπει να κάνεις με τον πραγματικό λαό. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα…
  1. επίλογος.
Στο σύντομο τούτο σημείωμα ούτε κατά ελάχιστο δεν θίξαμε το πλούτο των προβλημάτων που πραγματεύεται το βιβλίο, και τις λύσεις που προτείνει. Απλά σταχυολογήσαμε μερικά ζητήματα που κατά την γνώμη του γράφοντος έχουν σημασία για την θεωρητικό διάλογο στην χώρα μας, αλλά κύρια για την πολιτική πρακτική. Γιατί θεωρία που δεν επαληθεύεται από την πολιτική πρακτική, ή δεν ανοίγει δρόμους στην πολιτική, είναι απλά θεωρητικισμός. Και δυστυχώς από αυτό πάσχουν κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος, μερικές θεωρητικές σχολές, ρεύματα, αλλά και οργανώσεις που έχουν, κατά τα άλλα, σημαντική θεωρητική συνεισφορά. Και το κριτήριο της ορθότητας εδώ είναι αμείλικτο. Είναι η λαϊκή στήριξη και αποδοχή. Αυτό τουλάχιστον επιβεβαιώνεται και από τις χειμαρρώδεις και γεμάτες επαναστατικό πάθος σκέψεις της Μάρτα Χάρνεκερ.
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΑΠΛΌΥΣ).