Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεωρία της μετάβασης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα θεωρία της μετάβασης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

17/12/14

βιβλιοπαρουσίαση- Λινέρα:κράτος, επανάσταση, ηγεμονία




Εισαγωγή.


Στην πρωτότυπη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συγκυρία στην χώρα μας, τα θεωρητικά προβλήματα της μετάβασης αρχίζουν κάπως να συζητιούνται, αν και όχι ίσως με την πυκνότητα που θα έπρεπε. Σε αυτά τα πλαίσια το βιβλίο του Α. Λινέρα (Βολιβιανός διανοούμενος και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Ε Μοράλες), έρχεται σαν μια πολύτιμη θεωρητική συμβολή, που στηρίζεται και τροφοδοτείται απο μια πραγματική διαδικασία μετάβασης, αυτή που συμβαίνει στην Βολιβία, αλλά και γενικότερα στην Λ. Αμερική.


Κατ αρχήν τι εννοούμε θεωρητικά προβλήματα μετάβασης. Προφανώς η μαρξιστική Αριστερά βλέπει την κατάκτηση της κυβέρνησης όχι σαν αυτοσκοπό, έστω και για τον υψηλό σκοπό της κοινωνικής σωτηρίας, αλλά ενταγμένη σε μια μακριά διαδικασία ανοίγματος του δρόμου για το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κοινωνίας και την “οικοδόμηση” (αν και ο όρος δεν είναι πολύ δόκιμος) μιας εναλλακτικής, μετακαπιταλιστικής κοινωνίας, που στα πλαίσια του μαρξισμού ονομάζεται κομμουνιστική κοινωνία.


Δυο διευκρινήσεις: 
  • το πώς θα είναι η κοινωνία που επιδιώκουμε, σήμερα δεν είναι τόσο καθαρό, ή καλλίτερα δεν υπάρχει ενιαία άποψη. Κάποιοι θεωρούν ότι αρκεί μια επανάληψη του “υπαρκτού”, με μικρές αλλαγές (που ίσως δεν είναι καν βελτιώσεις αλλά στην πραγματικότητα χειρότερη εκδοχή του). Άλλοι επαναφέρουν τις ηττημένες στην εποχή τους απόψεις της τότε “αριστερής αντιπολίτευσης”, και θεωρούν ότι ο κομμουνισμός είναι υπόθεση καλής θέλησης, μπορεί να εφαρμοστεί γενικευμένα και αμέσως και ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν αντικειμενικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του (τέτοιες δυνάμεις βρίσκονται και στον ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα στον καθοδηγητικό του πυρήνα). Κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι κομμουνισμός σημαίνει γενική κρατικοποίηση των πάντων, είτε μιλάμε για γιγάντιες πολυεθνικές, είτε μιλάμε για ένα συνεργείο αυτοκινήτων. Άλλοι, αντίθετα, θεωρούν ότι κομμουνισμός είναι ο τρίτος τομέας της “αλληλέγγυας οικονομίας”. Τέλος κάποιοι ψάχνουν να βρουν λύση στα προ 170 χρόνων γραπτά του Μαρξ , που όσο πολύτιμα και αν είναι σαν οδηγός και αφετηρία, δεν μπορούν σαν το κοράνι, να απαντάνε στα διαχρονικά προβλήματα της ανθρωπότητας, κάτι που και ο ίδιος ο Μαρξ το κορόιδευε. Βέβαια η συζήτηση δεν θα γίνει στο κενό. Η ίδια η ταξική πάλη θα ανοίγει στην πράξη τον δρόμο στις αναγκαίες και ρεαλιστικές αλλαγές, έστω και με την μέθοδο της δοκιμής και απόρριψης και τον κοινωνικό πειραματισμό. Διαφορετικά θα οδηγηθούμε σε σχήματα και εγκεφαλικές κατασκευές που τόσο ακριβά έχουμε πληρώσει στην προηγούμενη επαναστατική προσπάθεια.

  • Κάποια στοιχεία μιας θεωρίας μετάβασης υπάρχουν. Μια ορισμένη αριστερά (το ΚΚΕ, κάποιες άλλες ομάδες που αναμασάν τσιτάτα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα) ισχυρίζονται ότι τα προβλήματα είναι λυμένα, οι απαντήσεις δοθήκανε αρκετά χρόνια πριν και ότι μόνο η στρεβλή εφαρμογή τους οδήγησε στις ήττες. Η τυπολογία της Οκτωβριανής, οι μορφές που πήραν τα επαναστατικά κινήματα στο παρελθόν, αν επαναληφθούν, θα οδηγήσουν σε επιτυχία. Αρκεί να καθαριστούν απο τις “οπορτουνιστικές” σκουριές. Ακόμα και αν οι απαντήσεις του παρελθόντος ήταν σωστές (που πολύ αμφιβάλλουμε όπως φάνηκε από την ιστορικών διαστάσεων ήττα, και τον συνακόλουθο εξευτελισμό που υποστήκαμε), τουλάχιστον τρεις θεμελιακές αλλαγές σήμερα επιβάλλουν τον επαναπροσανατολισμό και την ανάγκη να αναθεωρήσουμε τα θεωρητικά όπλα μας. Έτσι σήμερα α) έχουμε έναν διαφορετικό καπιταλισμό (όχι καλλίτερο ούτε χειρότερο, απλά διαφορετικό), β) σαν αποτέλεσμα αυτού έχουμε μια εντελώς διαφορετική εργατική τάξη, διαφορετική παγκόσμια διασπορά, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και ψυχολογία, συνείδηση και τρόπο που κινητοποιείται, οργανώνεται και αγωνίζεται και γ) σαν αποτέλεσμα των δύο προηγούμενων έχουνε τροποποιηθεί οι όροι της ταξικής πάλης, με έμφαση στην ανάγκη δημοκρατικών και πλειοψηφιών διαδικασιών, την ανάγκη της κατάκτησης της ηγεμονίας. Απλά η “στρατηγική και η τακτική” της Γ' Διεθνούς, δεν λειτουργεί και τα κόμματα που δεν μπορούν ή δεν θέλουν και συγχρονίσουν τα θεωρητικά και πρακτικά εργαλεία τους απομονώνονται όλο και περισσότερο από την κοινωνία και τις εξελίξεις με κίνδυνο να γίνουν γραφικές, ακίνδυνες για το σύστημα ομάδες.


Πέρα από κάποιες πρώτες απόπειρες του Μαρξ, στα σοβαρά η συζήτηση για τα ζητήματα της μετάβασης άρχισε στις αρχές του εικοστού αιώνα, με ηγεμονικές τις ιδέες των μπολσεβίκων, που οι πρακτικές τους επιτυχίες δεν άφηναν περιθώριο για δεύτερη γνώμη. Ένα βήμα παραπέρα έγινε με τις επεξεργασίες της Διεθνούς και την συμμετοχή του ίδιου του Λένιν την δεκαετία του είκοσι με τις αντιλήψεις για το ενιαίο μέτωπο και το μεταβατικό πρόγραμμα, αλλά και τον “αριστερισμό”. Μια τρίτη συζήτηση άνοιξε την δεκαετία του 60-70, όταν φαινότανε ότι ένα νέο επαναστατικό, κύμα ωριμάζει, όπου αξιοποιώντας επεξεργασίες του Γκράμσι, έδωσαν βασικές αντιλήψεις για την στρατηγική σε χώρες με σχετικά αναπτυγμένη αστική δημοκρατία.


Το βιβλίο αποτελείται από τρεις εισηγήσεις-παρεμβάσεις του Λινέρα (η μια μάλιστα πρόσφατη στο συνέδριο του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστερά), και ένα πολύ εύστοχο πρόλογο του Ρ. Ρινάλντι για την ελληνική έκδοση.


Στον κατατοπιστικό πρόλογο του Ρινάλντι ενδεικτικά αναφέρει:

  • την εκτίμηση ότι το ζήτημα της μετάβασης στον 21ο αιώνα ..."μάλλον δεν θα ακολουθήσει σχήματα και δεν θα μοιάζει με επανάληψη μορφών επανάστασης που έζησε η ανθρωπότητα στον 20ο αιώνα"
  • το ότι ο Λινέρα θαυμάζει μεν τον Λένιν αλλά παράλληλα είναι πολύ πλουραλιστικός, συνομιλεί με όλες τις σχολές, δεν υποτάσσεται σε καθαρότητες και ιδίως σε απλοποιητικά-απλουστευτικά σχήματα.
  • Θεωρεί (και σωστά κατά την γνώμη μας) εντυπωσιακή την θέση του Λινέρα για την ανάγκη οικοδόμησης μια νέας κοινής λογικής (πράγμα που θα αναλύσουμε περισσότερο στην συνέχεια).


9 θέσεις για τον καπιταλισμό.


Η πρώτη παρέμβαση του Λινέρα (2013, παρέμβαση στο Αριστερό φόρουμ) λέγεται “9 Θέσεις για τον Καπιταλισμό”. Κάνει διάφορες εκτιμήσεις για τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού, που τον διαφοροποιούν απο αυτόν των μέσων του 20ου αιώνα. Από αυτές ενδεικτικά ξεχωρίζουμε:

  • την εκτίμηση ότι με την (πραγματική) υποταγή της ανθρώπινης γνώσης στον καπιταλισμό ως βασικής παραγωγικής δύναμης, γνώση που έχει καθολική, κοινοτική βάση, υπονομεύεται η βάση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, που δημιουργείται απο αυτήν την κοινοτική παραγωγική δύναμη.
  • Σαν δεύτερο αποτέλεσμα έχουμε μια διάσπαση της παγκόσμιας εργατικής τάξης σε μια μερίδα στις μητροπόλεις που σχετίζεται περισσότερο με την επιστήμη, τις γνώσεις και την τεχνολογία, και σε μια μερίδα στην περιφέρεια που σχετίζεται περισσότερο με την καθημερινή προσπάθεια και την συνεργατικότητα. Δημιουργείται έτσι μια κατάσταση διαφορετική απο εκείνη που οδήγησε στο κράτος πρόνοιας, στα συνδικάτα και τα εργατικά κόμματα.
  • Η αλόγιστη σπατάλη ή και καταστροφή πλουτοπαραγωγικών πόρων πέρα απο τους περιβαλλοντολογικούς κινδύνους, οδηγεί και σε κάποια όρια για παραπέρα επέκταση του καπιταλισμού λόγω πιθανής έλλειψης φυσικών πόρων. Εδώ βέβαια κάποιος μπορεί να αντιτάξει ότι αυτό δεν είναι αυστηρά πρόβλημα του καπιταλισμού αλλά της παραγωγήο Λινέρα παραδέχεται σε ένα σημείο του βιβλίου του ότι σαν ακαδημαϊκός δεν καταλάβαινε πράγματα που τα έμαθε απο την πολιτικής γενικά και δεύτερο ότι η επιστήμη μπορεί να δίνει κάποια διέξοδο πχ νέες μορφές ενέργειες να αντικαταστήσουν τα ορυκτά καύσιμα, και νέα τεχνητά υλικά τις εξαντλούμο Λινέρα παραδέχεται σε ένα σημείο του βιβλίου του ότι σαν ακαδημαϊκός δεν καταλάβαινε πράγματα που τα έμαθε απο την πολιτικήενες φυσικές πρώτες ύλες.
  • Ο νέος μετακαπιταλιστικός τρόπος παραγωγής απαραίτητα πρέπει να είναι παγκόσμιος. Διστάζει εδώ να χρησιμοποιήσει τον όρο κομμουνιστικός, που αλλού τον χρησιμοποιεί. Πιστεύω για δυο λόγους: και γιατί όπως είπαμε δεν υπάρχει ενιαία αντίληψη για το τι θα είναι το “μετά”, αλλά και γιατί ο κομμουνισμός λόγω της θλιβερής εμπειρίας του “υπαρκτού” έχει ταυτιστεί με κοινωνίες αντιδημοκρατικές και φτώχειας. (όχι βέβαια ότι δεν πετύχανε σημαντικά πράγματα, αλλά η τελική εικόνα που έμεινε είναι αυτή).
  • Εκτιμά ότι η μορφή κινητοποίησης των εργαζομένων, η μορφή οργάνωσης των συνδικάτων τείνει να συμπληρωθεί (ή και να αντικατασταθεί, γράφει) απο δυο άλλες μορφές: την μορφή της κοινότητας (σε αγροτικές κοινωνίες) και την μορφή του “πλήθους”. Αυτό βέβαια θέλει συζήτηση σε τι βαθμό συμβαίνει αλλά αν δούμε πχ τις κινητοποιήσεις μέσω ιντερνέτ (απο την Αραβική άνοιξη μέχρι τους “αγανακτισμένους” σε διάφορες χώρες), αλλά και το ειδικό βάρος των μπλόγκς στην πολιτική πάλη, καταλαβαίνουμε ότι σε μεγάλο βαθμό η διαδικασία είναι σε εξέλιξη.


Κράτος, επανάσταση, ηγεμονία.


Η δεύτερη παρέμβαση του έγινε σε Διεθνές συμπόσιο φιλοσοφίας στην Βενεζουέλα, το 2011, με θέμα όπως ο τίτλος του βιβλίου, και αποτελεί και το βασικό πυρήνα των απόψεων του Λινέρα, που αφοράν την θεωρία της μετάβασης. Και εδώ πάλι ενδεικτικά θα σταχυολογήσουμε κάποιες απόψεις του.

  • Αρχικά εξηγεί με απλό τρόπο γιατί το κράτος δεν είναι μόνο θεσμοί και ταξική βία, αλλά και ιδέες που εγκαθιστούν ηγεμονία. Επίσης ότι δεν είναι μόνο όργανο στα χέρια μιας τάξης, αλλά και εκφράζει έναν συσχετισμό δυνάμεων που υπάρχει στην κοινωνία. Νομίζω ότι η ανάλυση του είναι γλαφυρή και ακριβής. Από τα καλλίτερα σημεία του βιβλίου.
  • Παραπέρα αναφέρει ότι το κράτος έχει τρία (συν ένα) μονοπώλια: της (νόμιμης) βίας, της φορολογίας, την νομιμότητας (και της καθολικότητα, δηλαδή την πρόταξη του γενικού σε βάρος του τοπικού, του συντεχνιακού συμφέροντος). Βέβαια εδώ μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι και η βία και η νομιμότητα είναι ένα θεωρητικό, ή ιδανικό μονοπώλιο. Επίσης βία μπορεί να ασκήσουν και ασκούν διάφορες ιδιωτικές ομάδες όπως η ιδιωτική αστυνομία.
  • Κομβική στην ανάλυση του είναι η άποψη ότι η Αριστερά πρέπει να διεκδικήσει το κράτος και την εξουσία. Απαντά έμμεσα στις απόψεις ότι μπορεί να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς εξουσία, που στην πράξη προέρχονται βασικά απο τον αναρχικό-αντιεξουσιαστικό χώρο, αλλά και απο κομμάτια της παραδοσιακής αριστεράς που έχουν εγκαταλείψει την μάχη για την κυβερνητική εξουσία, και με μια δήθεν αριστερίστικη φρασεολογία ακολουθούν στην πράξη μια βαθειά ρεφορμιστική πολιτική θεοποιώντας τους επιμέρους αγώνες, το διεκδικήσεις απο τα κάτω κτλ (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Φυσικά διευκρινίζει ότι δεν περιοριζόμαστε στην κατάληψη του κράτους (γιατί αυτό θα ήταν απλή εναλλαγή κυβερνήσεων) αλλά κύρια στον μετασχηματισμό και εκδημοκρατισμό του στην κατεύθυνση της λαϊκής συμμετοχής και της συμπλήρωσης της αντιπροσώπευσης με μορφές άμεσης δημοκρατίας.
  • Αυτή η διαδικασία βαθιού εκδημοκρατισμού, η συμμετοχή των μαζών στην εξουσία, είναι πολιτική επανάσταση, η σύγχρονη μορφή της. Η πολιτική επανάσταση δικαιώνεται απο την κοινωνική επανάσταση που ακολουθεί, δηλαδή την αναδιοργάνωση της οικονομίας και του πολιτισμού, όλης της κοινωνικής οργάνωσης. Ο Λινέρα δικαιούται να μιλά για τον δημοκρατικό δρόμο. Ο ίδιος προσωπικά οργάνωσε την μεγαλύτερη ένοπλη ομάδα στην Βολιβία, πολέμησε, συνελήφθη και βασανίστηκε, έκανε πέντε χρόνια φυλακή. Αλλά και στις περισσότερες χώρες της Λ Αμερικής ο ένοπλος δρόμος δοκιμάστηκε και ηττήθηκε (πλην της Κούβας). Τώρα ακολουθούνε τον δρόμο της κατάκτησης της πλειοψηφίας και με αυτό έχουνε σημαντικά αποτελέσματα.
  • Διερωτάται τι είναι η σημερινή περίοδος στην Βολιβία και αλλού. Είναι σοσιαλισμός; είναι μετάβαση στον σοσιαλισμό; Υιοθετεί την σωστή κατά την γνώμη μας άποψη ότι σοσιαλισμός δεν υπάρχει σαν τρόπος παραγωγής. Οι τρόποι παραγωγής είναι ο καπιταλιστικός και ο κομμουνιστικός (και φυσικά η απλή εμπορευματική παραγωγή, αυτοαπασχόληση κτλ). Σοσιαλισμός είναι η μεταβατική περίοδος συνύπαρξης και των δυο τρόπων παραγωγής, σε θανάσιμη πάλη μεταξύ τους, και αφού την εξουσία έχει κατακτήσει η εργατική τάξη. Αυτή είναι μια θέση που την αποδίδει στον Λένιν, αν και με σαφήνεια από ότι ξέρουμε την ανέπτυξε ο Μπετελέμ. Εν πάση περιπτώσει πρόκειται για μια σχετικά μακρά περίοδο (ο Λινέρα μιλά για δεκαετίες, ας θυμηθούμε ότι ο καπιταλισμός για να επικρατήσει παγκόσμια χρειάστηκε τρεις αιώνες), που δεν θα κριθεί στα πλαίσια μιας χώρας αλλά παγκόσμια, ιδιαίτερα σήμερα σε συνθήκες “παγκοσμιοποίησης”, και ολοκληρώσεων.
  • Δηλώνει ότι πολιτική είναι η οικοδόμηση της ηγεμονίας (ή των πλειοψηφιών). Η θέση αυτή σηματοδοτεί την απομάκρυνση απο μια ορισμένη “μπλανκιστική” ερμηνεία της λενινιστικής και τριτοδιεθνιστικής παράδοσης, σε όφελος στρατηγικών αντιλήψεων όπως το ενιαίο μέτωπο και το μεταβατικό πρόγραμμα. Είναι αυτό που στην δεκαετία του '70 ονομάστηκε “δημοκρατικός δρόμος”, με βασικό χαρακτηριστικό τη συγκέντρωση πλειοψηφίας για κάθε μείζονα αλλαγή, αλλαγή που πρέπει να αποδείχνει στην κοινωνία την αποτελεσματικότητα και την χρησιμότητα της.



Για τις αντιθέσεις.


Και ερχόμαστε σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο της τοποθέτησης, εκείνο που περιγράφει τις αντιθέσεις-αντιφάσεις της διαδικασίας, και μάλιστα όχι μόνο αυτές μεταξύ των ανταγωνιστικών δυνάμεων (δηλαδή τα δίπολα αστική-εργατική τάξη, δεξιά-αριστερά κτλ), αλλά και αυτών που αναφύονται μεταξύ του λαού. Επιγραμματικά να υπενθυμίσουμε πόσο ταλαιπωρήθηκε το αριστερό κίνημα, από την παραγνώριση ή την λειψή θεωρητική αντιμετώπιση του ζητήματος των αντιθέσεων της μεταβατικής περιόδου, με τις παλινωδίες περί μη ύπαρξης αντιθέσεων ή της ύπαρξης μόνο μη-ανταγωνιστικών κτλ. Ο Λινέρα εντοπίζει 4 βασικές αντιθέσεις:

  • πρώτη, ανάμεσα στο κράτος (και μιλάμε για το κράτος που έχει ήδη, έστω και μερικά, καταληφθεί από την αριστερά, τους εργαζόμενους) και στην κοινωνία, τα κινήματα. Για το πως το Κόμμα, η Αριστερά πρέπει να καθοδηγεί μεν το κράτος (αλλά χωρίς να “κρατικοποιηθεί”), και πως να είναι ταυτόχρονα και αντιπολίτευση. Δεν είναι εύκολο όπως δείχνει και η εντελώς πρόσφατη αρνητική πείρα του ΠΑΣΟΚ αλλά και των κυβερνητικών κομμουνιστικών κομμάτων στον “υπαρκτό”.
  • Δεύτερη, ανάμεσα στην ανάγκη εκπροσώπησης συμφερόντων πλατύτερων συμμαχικών στρωμάτων και την ανάγκη εκπροσώπησης των στενών συμφερόντων της εργατικής τάξης. Ο Λινέρα γλαφυρά εξηγεί την ανάγκη μιας λεπτής ισορροπίας ώστε να προωθείς μεν τα συμφέροντα των συμμάχων μικροαστών, αλλά χωρίς να εγκαταλείπεις τον σκληρό πυρήνα της εργατικής τάξης, που είναι το βασικό και πιο σταθερό στήριγμα της Αριστεράς.
  • Τρίτη, αντίφαση μεταξύ καθολικών συμφερόντων και συμφερόντων στενών, τοπικών ή συντεχνιακών. Δεν το γράφει ο Λινέρα αλλά η υποταγή των στενών συντεχνιακών στα πολιτικά συμφέροντα είναι υλοποίηση στην πράξη του ηγεμονικού ρόλου της εργατικής τάξης. Αυτό δεν είναι κάποιο δευτερεύον ζήτημα. Στην υποδαύλιση του συντεχνιασμού πολιτικά καθυστερημένων ομάδων της εργατικής τάξης αποβλέπει και η Δεξιά για να υπονομεύσει την νέα εξουσία, αλλά και κάποια ανώριμα “υπεραριστερά” κόμματα ελπίζοντας να κερδίσουν επιρροή και αδιαφορώντας για τους γενικότερους πολιτικούς συσχετισμούς. Και στην Χιλή του Αλιέντε είχαμε τέτοια αποσταθεροποιητικά φαινόμενα.
  • Και τέλος την αντίθεση μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και διαφύλαξης του περιβάλλοντος. Αντίφαση που θα οξύνεται συνέχεια και επειδή το περιβάλλον συνεχώς επιβαρύνεται, αλλά και αναπτύσσεται η οικολογική συνείδηση πλατειών στρωμάτων του πληθυσμού, ενώ απο την άλλη η αντιμετώπιση της οξείας κρίσης ίσως δελεάζει στο να παραβλέπονται τέτοιες “πολυτέλειες”.



Ο Λινέρα προσπαθεί να αναλύσει τις αντιθέσεις που εντοπίζει θεωρητικά αλλά και πρακτικά, γιατί μην ξεχνάμε ότι οι θεωρητικές του αναλύσεις γίνονται εν θερμώ, μπαίνουν στην δοκιμασία της εν εξελίξει αδυσώπητης ταξικής πάλης στην χώρα του. Δεν θα δώσουμε περισσότερες λεπτομέρειες απο την γλαφυρή και γεμάτη ζωντανά παραδείγματα ανάλυση του, προτρέποντας την ανάγνωση του ίδιου του βιβλίου.

Πάντως εδώ θα θέλαμε να προσθέσουμε ότι οι αντιφάσεις πρέπει να είναι αρκετά περισσότερες, που μερικές ούτε καν τις θεωρούμε πιθανές, ή απλά τις βαφτίζουμε προπαγάνδα του αντιπάλου. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ορισμένες.

  • Δημόσιο και σπατάλη: δηλαδή ο κίνδυνος η δημόσια περιουσία να αντιμετωπίζεται όχι σαν όλων αλλά σαν “κανενός”, να παραμελείται ή και να καταστρέφεται.
  • Δημόσιο και διαφθορά: νομίζω κατανοητό, δεν χρειάζεται περισσότερα.
  • Επένδυση-κατανάλωση: τι μέρος του παραγόμενου πλούτου πρέπει να καταναλώνεται άμεσα και τι να επενδύεται ώστε να αποδώσει στο μέλλον.
  • Ατομικός-κοινωνικός μισθός: τι μέρος της εργατικής αμοιβής πρέπει να δίνεται σαν ατομικός μισθός, και τι σαν κοινωνικές παροχές. Εδώ υπάρχει σημαντικό έδαφος και για συντεχνιακές αντιπαραθέσεις.
  • Αντιπροσώπευση και άμεση δημοκρατία: έτσι ώστε να εξασφαλίζεται μια ισορροπία του γενικού συμφέροντος αλλά και κάθε συγκεκριμένης ομάδας.
  • Περιορισμένοι πόροι και προτεραιότητες: οι πόροι πάντα είναι περιορισμένοι και φυσικά κάθε ένας θέλει να λυθεί το δικό του πρόβλημα, είτε αφορά υποδομές, είτε πρόνοια, είτε ανάπτυξη. κ.ο.κ.

Όλα αυτά τα ζητήματα θα προκαλούν εντάσεις όχι μόνο ανάμεσα σε εχθρικές τάξεις, αλλά και “στα πλαίσια του λαού”. Και πρέπει να λύνονται δημιουργικά, δημοκρατικά και με διαφάνεια. Θα υπάρχουν διαφωνίες και δυσαρέσκειες αλλά τελικά οι λύσεις που δίδονται και οι διαδικασίες που ακολουθούνται για την λύση τους πρέπει να εξασφαλίζουν την συνοχή του κυρίαρχου-ηγεμονικού μπλοκ, αλλιώς θα έχουμε πολιτικό πισωγύρισμα.



Στο συνέδριο του ΚΕΑ.


Η τρίτη και πιο πρόσφατη εισήγηση του (Δεκέμβρης 2013) έγινε στο συνέδριο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Αφού στην αρχή επαναλαμβάνει μια σειρά θέσεις του γνωστές σε μας απο τις δυο προηγούμενες διαλέξεις (για την παγκοσμιοποίηση, την υπαγωγή της γνώσης στην καπιταλιστική κερδοφορία, τον διχασμό της εργατικής τάξης σε 2 διακριτές μερίδες με ασύμμετρη παγκόσμια κατανομή, για την υποχώρηση του ρόλου των συνδικάτων κτλ) κάνει την απλή διαπίστωση ότι κάτι δεν κάνουμε καλά, διαφορετικά δεν θα είχε η Δεξιά την εξουσία. Αυτή η απλή αλλά ιδιοφυής σκέψη μπορεί να οδηγήσει σε αναστοχασμό όλων των θεωρητικών μας αποσκευών, χωρίς να εγκαταλείψουμε το έδαφος του μαρξισμού, της επανάστασης, της υπόθεσης της εργατικής τάξης. Το τολμήσανε στην Λ. Αμερική, κάποια βήματα γίνονται σε μας εδώ με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και άλλα συγγενή ευρωπαϊκά κόμματα. Μένει να δούμε που θα οδηγήσει. Την αγωνία του για το μέλλον των ευρωπαϊκών προσπαθειών αναπτύσσει στην εισήγηση του αυτή.

  • Εξαίρει τον ρόλο των εναλλακτικών προγραμμάτων, λέγοντας ότι η καταγγελία δεν οδηγεί σε επιθυμία για εξουσία.
  • Ξαναπιάνει το νήμα του Γκράμσι για την “κοινή λογική”, τον κοινού νου. Σε αντίθεση με μια ορισμένη αριστερά που έκανε και κάνει ιδεολογικοποιημένη “πολιτική”, ακατανόητη στις πλατύτερες μάζες, ο Γκράμσι μίλησε για την ανάγκη να καταπιαστούμε με τον κοινό νου, να προσπαθήσουμε να κτίσουμε την ηγεμονία κερδίζοντας την πλειοψηφία, προσπαθώντας να δούμε τους εργαζόμενους όπως σκέφτονται πραγματικά και όχι όπως θα θέλαμε να σκέφτονται, αντιμετωπίζοντας μια πραγματική και όχι μια ιδεοτυπική εργατική τάξη, κάτι που οι διανοούμενοι δεν μπορούν και δεν ξέρουν να το κάνουν (ο Λινέρα παραδέχεται σε ένα σημείο του βιβλίου του ότι σαν ακαδημαϊκός δεν καταλάβαινε πράγματα που τα έμαθε από την πολιτική).
  • Προτρέπει να ανακτήσουμε την έννοια της δημοκρατίας, μιας και οι άμεσες πολιτικές μάχες δεν γίνονται στο όνομα του σοσιαλισμού, όπως νομίζουν οι αριστεριστές, αλλά της δημοκρατίας όπως μας δίδαξε ο Λένιν. Φυσικά όχι την τυπική, αστική δημοκρατία, αλλά την δημοκρατία που θα εκτείνεται σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής και πρώτα από όλα στην οικονομία, και στην λαϊκή συμμετοχή στην λήψη των αποφάσεων. Η αστική δημοκρατία είναι περιορισμένη και έτσι όπως είναι βολεύει μια χαρά την αστική τάξη. Αλλά εμείς δεν πρέπει να πάμε πίσω από αυτήν, πρέπει να την διευρύνουμε, και κατακτώντας την τέχνη του να κάνουμε πολιτική, να κτίσουμε συμμαχίες, να κατακτήσουμε την ηγεμονία, να κτίσουμε ένα πλειοψηφικό μπλοκ για να ανοίξει ο δρόμος προς τον σοσιαλισμό.


Επιλεγόμενα και κάποιες παρατηρήσεις.


Να τελειώσουμε την σύντομη παρουσίαση με ένα σοβαρό κατά την γνώμη μας ζήτημα που δεν αναφέρεται ρητά, αλλά διαπερνά όλην την ανάλυση του Λινέρα. Ο Λινέρα φαίνεται να θεωρεί (εκτός αν δεν τον διαβάζουμε σωστά) ότι ο κομμουνισμός (ή όπως αλλιώς ονομάσουμε την μετακαπιταλιστική κοινωνία) εξαρτάται αποκλειστικά απο τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων, και όχι απο και απο κάποιους αντικειμενικούς παράγοντες της οικονομίας. Ότι το σημερινό επίπεδο παραγωγικών δυνάμεων, με την κυριαρχία ακόμα της μηχανικής παραγωγής και με σημαντικά υπολείμματα χειρωνακτικής, είναι υπερώριμο για τον κομμουνισμό. Ξέρουμε ότι κάποιοι μαρξιστές (κύρια Αλτουσεριανής επιρροής) “βγάζουν (ας μου συγχωρεθεί η έκφραση!) σπυριά” και μόνο στην διατύπωση του σχετικού προβληματισμού, χαρακτηρίζοντας τον “παραγωγισμό”, “οικονομισμό” κτλ Η δική μας οπτική είναι κάπως διαφορετική. Οπωσδήποτε σήμερα η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι, μπορούν να πάρουν την εξουσία, και να ανοίξουν υπό προϋποθέσεις τον δρόμο για τον κομμουνισμό. Μπορούν να αναδιαρθρώσουν μέρος της οικονομίας σε κομμουνιστική βάση, αλλά σε τομείς, κλάδους και επιχειρήσεις που κυριαρχεί η μηχανική (ή ακόμα χειρότερα χειρωνακτική παραγωγή), θα έχουμε μόνο τυπική υπαγωγή, και ο καπιταλισμός πιθανά να δουλεύει πιο αποδοτικά. Θα είναι μια κατάσταση εύθραυστη, που θα κινδυνεύει απο αλλαγές στον συσχετισμό δυνάμεων. Μόνο σε τομείς όπου κυριαρχεί η αυτοματοποίηση, οι νέες τεχνολογίες, το λογισμικό, μπορούμε να έχουμε πραγματική υπαγωγή τους στον κομμουνισμό, και πιο αποδοτική λειτουργία τους με κομμουνιστικές σχέσεις. Δηλαδή σε τομείς όπου ο κομμουνισμός έχει γίνει τεχνική αναγκαιότητα. Για παραπέρα πραγμάτευση του θέματος δες το “ελεύθερο λογισμικό και κομμουνισμός”, (http://dionisispolitis.blogspot.gr/2014/04/7.html).


Φυσικά και σε άλλα σημεία θα μπορούσε να γίνει μια συζήτηση και να εγερθούν ενστάσεις.

Πχ όταν επιδοτείται το ρεύμα γράφει ο Λινέρα ηττάται η λογική του κέρδους και της ανταλλακτικής αξίας. Μπορεί να είναι έτσι μπορεί όμως και να μην είναι. Αν πχ η συνολική εικόνα οδηγήσει στο να διαμορφωθεί στην λαϊκή πλειοψηφία η αντίληψη ότι η επιδότηση δεν είναι παραγωγική, ή ακόμα χειρότερα ότι οδηγεί σε υπερβολική δημοσιονομική επιβάρυνση, αυτό μπορεί να τροφοδοτήσει και όχι να πλήξει τον νεοφιλελευθερισμό και την λογική του κέρδους. Άρα κάθε μέτρο δεν πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα και δογματικά (ή ακόμα χειρότερα απο άποψη ηθικής, ότι “βοηθάμε τους φτωχούς”), αλλά συνολικά, στο πλαίσιο μιας οικονομικής πολιτικής που να είναι αποτελεσματική και τελικά να βοηθάει την ενίσχυση της αριστερής πλειοψηφίας. Παρόμοιο είναι το ζήτημα με την δημόσια επιχείρηση. Η ύπαρξη της κατ αρχήν περιορίζει τον τομέα του καπιταλισμού. Αλλά όταν είναι αντιπαραγωγική, όταν λειτουργεί απαράδεκτα, πριμοδοτεί τελικά την νεοφιλελεύθερη ιδέα ότι το δημόσιο ταυτίζεται με την διαφθορά, την σπατάλη και είναι μη-παραγωγικό.

Επίσης η αυτοδιαχείριση των εγκαταλελειμμένων εργοστασίων μπορεί να υποστηριχτεί απο την κυβέρνηση, σαν άμεσο μέτρο επιβίωσης, αλλά αυτό φυσικά δεν είναι σοσιαλισμός, είναι στην καλλίτερη περίπτωση ομαδικός, εργατικός καπιταλισμός. Αυτό πρέπει να ξεκαθαρίζεται και όχι να διασπείρονται αυταπάτες. Το ίδιο και με την λεγόμενη αλληλέγγυα οικονομία. Ναι, άμεσα θα υποστηριχθεί, αλλά αυτό δεν είναι σοσιαλισμός, είναι λύση ανάγκης. Η Αριστερά (και οι εργαζόμενοι!) θα πρέπει να ασχοληθεί θεωρητικά αλλά κυρίως πρακτικά, με το πως θα κάνει αποδοτικές για τον λαό, ανταγωνιστικές και πρότυπες τις μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις. Εκεί θα κριθεί σήμερα η άμιλλα μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού. Διαφορετικά δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να μεταφράζουμε τον Holloway στην ...οικονομία, δηλαδή “θα προσπαθούμε πως να κάνουμε κομμουνισμό χωρίς να πάρουμε και να διαχειριστούμε αποτελεσματικά την σύγχρονη μεγάλη (πολυεθνική) επιχείρηση”.





Το βιβλίο του Λινέρα είναι μια σημαντική συμβολή στον θεωρητικό εξοπλισμό μας σήμερα. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα που μπορεί σε λίγες εβδομάδες (!) να έχουμε την τύχη να κάνουμε το πρώτο βήμα πρακτικής λύσης των τεράστιων και κοσμοϊστορικών καθηκόντων που πραγματεύεται ο Βολιβιανός σύντροφος.



3/11/08

Η ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ ΤΟΝ 21ο ΑΙΩΝΑ

(δημισιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΑΠΛΟΥΣ, τεύχος 15)

Εισαγωγή.
Στην εποχή μας δεν φτάνει η επεξεργασία επιμέρους ζητημάτων της θεωρίας μας, αλλά όπως προτείνει ο Ρώσος φιλόσοφος Βαζιούλιν, χρειάζεται βασική έρευνα, επεξεργασία των βάσεων της επαναστατικής θεωρίας. Όπως με κάθε μεγάλη ανακάλυψη των θετικών επιστημών πρέπει να αλλάζει η μορφή του διαλεκτικού υλισμού (Ένγκελς), έτσι και με κάθε σοβαρή στροφή στην ιστορία χρειάζεται βαθύτερη επεξεργασία του ιστορικού υλισμού.
Σήμερα πρέπει να τον επεξεργαστούμε κάτω από την κρίσιμης σημασίας εμπειρία των χωρών του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού. Έτσι εξ άλλου και ο Μαρξ επεξεργάστηκε την θεωρία του. Για την μελέτη του καπιταλισμού κατέφυγε στην τυπική περίπτωση της Αγγλίας. Από την αποτυχημένη προσπάθεια της κομμούνας έβγαλε σοβαρά θεωρητικά συμπεράσματα για το κράτος και την επανάσταση.
Στην εποχή του ο Μαρξ είχε όχι έναν, αλλά τρεις σοβαρούς περιορισμούς[1]. Έναν αντικειμενικό, το επίπεδο της κοινωνικής ανάπτυξης της εποχής του (πρώτα στάδια καπιταλισμού, απουσία σοσιαλιστικής κοινωνίας). Έναν γνωσιολογικό, το επίπεδο επιστημονικής κατάρτισης της εποχής του (κυριαρχία μεταφυσικής και ιδεαλισμού). Ένας τρίτος περιορισμός ήταν τα καθήκοντα που είχε να λύσει, και ο ίδιος και η ανθρωπότητα τότε, δηλαδή την αρχική μελέτη της γενικής ουσίας του καπιταλισμού. Αναγκάστηκε να αρχίσει σχεδόν από την αρχή, να χαράξει νέα επιστημονική μέθοδο, και κατάφερε να δώσει ένα ανεπανάληπτο επιστημονικό έργο, την μελέτη του καπιταλισμού, κύρια στα πρώιμα στάδια του.
Οι καλλίτεροι μαθητές του δεν αντιμετώπιζαν το έργο του σαν τελειωμένο, ούτε σαν δόγμα. Δυστυχώς αργότερα πολιτικοί λόγοι επέβαλλαν την αγιοποίησή του, κάτι που αντίκειται στο πνεύμα του ίδιου του μαρξισμού.

Ποια είναι τα ερωτήματα που ζητούν απάντηση.

Ίσως βοηθάει καλλίτερα στον προσανατολισμό της έρευνας, να τεθούν τα ερωτήματα που είναι προς απάντηση. Και αυτά φαίνονται θεμελιακά.
Γιατί ο καπιταλισμός ζει και βασιλεύει; Γιατί δεν έγιναν νικηφόρες επαναστάσεις στις αναπτυγμένες χώρες; Γιατί ο καπιταλισμός νίκησε στην άμιλλα τον σοσιαλισμό, που σύμφωνα με την θεωρία μας θεωρείται «ανώτερο» σύστημα, και επιτρέπει την καλλίτερη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων; Ή μήπως οι χώρες αυτές δεν ήταν σοσιαλιστικές; Ποια είναι η τύχη του κομμουνιστικού ιδανικού;
Θεμελιώδη ερωτήματα, που προσανατολίζουν σε θεμελιώδη έρευνα.
Στηριγμένοι σε μελέτες μαρξιστών ερευνητών, αλλά και σε δικές μας επεξεργασίες, θα επιχειρήσουμε μια πρώτη συνοπτική απάντηση, (χωρίς απόδειξη και ανάλυση κατ αρχήν), και μετά θα προσπαθήσουμε σε ειδικά κεφάλαια να τεκμηριώσουμε τους ισχυρισμούς μας. Έτσι θα φανεί καλλίτερα τι υποστηρίζουμε, και τι απόψεις βάζουμε σε συζήτηση.

Το προηγούμενο, πρόσφατο στάδιο του καπιταλισμού (μονοπωλιακός καπιταλισμός ή ιμπεριαλισμός), που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα (από τις αρχές του και για έξι-εφτά δεκαετίες), αποδείχτηκε, αντίθετα από ότι πιστεύαμε, ανώριμο για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, για δύο βασικά λόγους:
ü πρώτον στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες η αστική τάξη είχε την δυνατότητα, λόγω των μονοπωλιακών υπερκερδών και της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης, να εξαγοράζει μεγάλες μερίδες της εργατικής τάξης, και να σταθεροποιεί με συμβιβασμούς (κράτος πρόνοιας κτλ) την εξουσία της.
ü Δεύτερο, η μηχανική παραγωγή που κυριαρχούσε, αντίθετα πάλι από ότι πιστεύαμε[2], δεν είναι η υλική βάση του κομμουνισμού, αλλά του καπιταλισμού. Υλική βάση του κομμουνισμού είναι η αυτοματοποιημένη παραγωγή.
Η στρατηγική που επιλέχθηκε υποχρεωτικά από το επαναστατικό κίνημα (του αδύνατου κρίκου στις περιφερειακές χώρες, που θα βοηθούσαν να εκδηλωθεί επανάσταση και στα κέντρα του καπιταλισμού), δεν απέδωσε αποτελέσματα. Οδήγησε σε «πρώιμες» επαναστάσεις, που οδηγούν σε κοινωνίες «πρώιμου» σοσιαλισμού[3] με βαριά την κληρονομιά του χαμηλού επιπέδου αφετηρίας τους, με τυπική και όχι πραγματική κοινωνικοποίηση της ιδιοκτησίας, με εργασία που δεν μπορεί ακόμα να γίνει ζωτική ανάγκη και παρέχεται χάριν του μισθού, με εργατική τάξη που δεν διευθύνει άμεσα, αλλά μέσω αντιπροσώπων, και μια σειρά άλλα ‘αμαρτήματα’, που παρατηρούνταν στις κοινωνίες του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού. Και στην άμιλλα με τον πολύ πιο αναπτυγμένο καπιταλισμό, ιδιαίτερα αν συντρέχουν και μια σειρά αιτίες υποκειμενικού χαρακτήρα, πολύ δύσκολα μπορούσαν να επιβιώσουν.

Σήμερα ο καπιταλισμός μπήκε σε ένα νέο στάδιο. Οι αλλαγές που παρατηρούνται φέρουν ξανά στην επικαιρότητα τον σοσιαλισμό, και μάλιστα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες[4]. Και αυτό γιατί: Ο νεοφιλελευθερισμός, θέτει σε δοκιμασία τα περιθώρια ελιγμών της αστικής τάξης, και την συμμαχία με την πλειοψηφία της εργατικής τάξης. Από την άλλη, οι νέες τεχνολογίες και οι εισαγωγές αυτοματισμών στην παραγωγή, φέρνουν πιο κοντά την υλική βάση του κομμουνισμού. Οι εισαγωγή μεταφορντικών στοιχείων στην οργάνωση της εργασίας δείχνουν, έστω και με στρεβλό-καπιταλιστικό τρόπο, ότι οι παραγωγικές δυνάμεις επιτρέπουν άλλο, ανεβασμένο ρόλο, για την εργατική τάξη. Η παραπέρα διεθνοποίηση της οικονομίας φέρνει πιο κοντά το ιδανικό της παγκοσμιότητας του κομμουνισμού.
Φυσικά η ενδιάμεση περίοδος μεταξύ της μηχανικής παραγωγής (υλικής βάσης του καπιταλισμού), και της πλήρους αυτοματοποίησης (υλικής βάσης του κομμουνισμού), είναι μια μακρά περίοδος, στην οποία μπορεί να υπάρξει και ο καπιταλισμός και ο σοσιαλισμός. Το ποιο σύστημα θα επικρατήσει θα είναι αποτέλεσμα της πολιτικής πάλης, που όμως πρέπει να στηρίζεται σε φρέσκιες θεωρητικές επεξεργασίες, όπως για παράδειγμα της θεωρίας της μετάβασης (της αντικατάστασης ενός κοινωνικοοικονομικού σχηματισμού), μιας σύγχρονης θεωρίας πολιτικής επιστήμης, καθώς και αναλύσεων για το στάδιο του καπιταλισμού που διανύουμε, την ταξική και κοινωνική του διάρθρωση κτλ.




Η θεωρία της μετάβασης.

Πριν από 25 περίπου χρόνια ο Γκοντελιέ, απαντώντας στην θέση του Μπαλιμπάρ[5] ότι ο Μαρξισμός δεν είχε επεξεργαστεί μια ολοκληρωμένη θεωρία της μετάβασης, έδωσε σε αδρές γραμμές τα βασικά σημεία μιας σχετικής θεωρίας, δείχνοντας ταυτόχρονα και τα όρια της.
Σύμφωνα με την μαρξική θεωρία της διαλεκτικής παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων, ένας καινούργιος τρόπος παραγωγής πρώτα αναπτύσσεται σε κληροδοτημένη από τον προηγούμενο τρόπο υλική βάση. Είναι το στάδιο της τυπικής υπαγωγής της εργασίας στον νέο τρόπο παραγωγής[6]. Όσο αναπτύσσεται ο καινούργιος τρόπος αρχίζει να διαμορφώνει την δική του βάση, και μόλις την διαμορφώσει τότε έχουμε πραγματική υπαγωγή. Στον καπιταλισμό, τα πρώτα χειροτεχνικά εργαστήρια που λειτουργούσαν σε καπιταλιστική βάση, καθώς και η μανιφακτούρα, αφοράν το στάδιο της τυπικής υπαγωγής. Η βιομηχανία, η μηχανική παραγωγή, ήταν η δημιουργημένη από τον καπιταλισμό αντίστοιχη βάση. Μόλις δημιουργηθεί αυτή η βάση, η χαρακτηριστική για τις νέες παραγωγικές σχέσεις, αποκλείεται και κάθε πισωγύρισμα, τουλάχιστον από εσωτερικές αιτίες[7].
Έτσι, στη διάρκεια κυριαρχίας της μηχανικής παραγωγής, μπορεί να έχουμε και καπιταλισμό και σοσιαλισμό, αλλά ο σοσιαλισμός θα είναι σε αναντίστοιχη εαυτού βάση[8]. Όσο μάλιστα πιο πρώιμη είναι η μηχανική παραγωγή, τόσο πιο ασταθές θα είναι το καινούργιο κοινωνικό σύστημα. Αν μάλιστα οικοδομείται σε καθυστερημένες χώρες, ο κίνδυνος παλινόρθωσης γίνεται ακόμα μεγαλύτερος. Αυτή η θεωρητική τοποθέτηση είναι η βάση για την αντίληψη ότι ο σοσιαλισμός πρέπει να αρχίσει να οικοδομείται στις πιο αναπτυγμένες χώρες, και μάλιστα αυτό ισχύει τόσο πιο πολύ όσο πιο νωρίς ξεκινήσει αυτή η οικοδόμηση.
Η ιστορία για το ζήτημα της ωριμότητας της επανάστασης είναι αρκετά παλιά. Οι Μαρξ-Ένγκελς αρχικά θεωρούσαν ότι ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα (γύρω στα 1850) είναι ώριμες οι συνθήκες για τον σοσιαλισμό. Γρήγορα συνειδητοποίησαν το λάθος τους. Γράφει ο Ένγκελς : «η ιστορία έδωσε άδικο σε μας και σε όλους όσους σκέφτονταν όπως και εμείς. Ξεκαθάρισε ότι η κατάσταση της οικονομικής εξέλιξης στην ηπειρωτική Ευρώπη δεν ήταν τότε καθόλου ώριμη για την παραμέριση της καπιταλιστικής παραγωγής. Το έδειξε αυτό με την οικονομική επανάσταση που από το 1848 αγκάλιασε όλη την ήπειρο…πάνω σε καπιταλιστική βάση, βάση που το 1848 είχε επομένως ακόμα μεγάλη ικανότητα επέκτασης»[9]. Η ήττα της επανάστασης προσγειώνει τους Μαρξ-Ένγκελς στο ότι η ανατροπή του καπιταλισμού δεν είναι ώριμη το …1848, αλλά και πάλι γίνεται λόγος για την ήπειρο, αφήνοντας περιθώρια στην πιο αναπτυγμένη Αγγλία.
Στα τέλη του 19ου αιώνα επανέρχεται η αντίληψη για άμεσο λίγο πολύ πέρασμα στην Γερμανία, (ενισχυόμενη και με τις εκλογικές επιτυχίες του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος). Αυτό πχ είναι το πνεύμα που έχει γραφεί το Αντι-ντύρινγκ.
Αρχές του 20ου αιώνα ο Λένιν επαναφέρει την ιδέα του σαπίσματος του ιμπεριαλισμού, το ότι ενδιάμεσο σκαλοπάτι μεταξύ του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και του σοσιαλισμού δεν υπάρχει, και διαβεβαιώνει ότι «η μαγείρισσα μπορεί να διοικήσει το κράτος».
Και η πρόσφατη ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος στην ολότητα του δείχνει ότι διακατέχονταν από την άποψη ότι είναι υπερώριμη η δυνατότητα του σοσιαλισμού, για να μην αναφέρουμε την αντίληψη του ΚΚΣΕ την δεκαετία του ΄60[10] ότι σε είκοσι χρόνια θα έχουμε περάσει στον κομμουνισμό.
Οι αντιλήψεις αυτές, και οι ιδιαίτερα του ίδιου του Μαρξ πριν 150 χρόνια, είναι προφανώς αναντίστοιχες με την δική του μεγαλοφυή τοποθέτηση, στον περίφημο πρόλογο στην κριτική της πολιτικής οικονομίας (1859):
«ένα κοινωνικό συγκρότημα ποτέ δεν εξαφανίζεται προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί να χωρέσει, και ποτέ δεν παίρνουν την θέση του καινούργιες και ανώτερες παραγωγικές σχέσεις προτού οι υλικοί όροι γι αυτές τις σχέσεις να ωριμάσουν μέσα στους κόλπους της ίδιας της παλιάς κοινωνίας».

Τότε τι ήταν οι κοινωνίες που προέκυψαν από την Οκτωβριανή και τις άλλες επαναστάσεις;
Ο Βαζιούλιν εισάγει την εξαιρετικής σημασίας έννοια του πρώιμου σοσιαλισμού[11] και την συνδέει με το ζήτημα της υλικής βάσης. Τα βασικά του χαρακτηριστικά είναι:
Α) η τυπική και όχι πραγματική κοινωνική ιδιοκτησία[12]. Έτσι έχουμε αυτοτελείς επιχειρήσεις που καθιστούνε αναγκαίες τις εμπορευματοχρηματικές σχέσεις, (υποταγμένες όμως στον κρατικό σχεδιασμό).
Ανάλογα μπορούμε να θεωρήσουμε ότι τυπική είναι και η εξουσία της εργατικής τάξης, εξουσία στο όνομα της, διαμεσολαβημένη από το κόμμα της.
Β)Η κυριαρχία της μηχανικής παραγωγής, με σημαντικά στοιχεία χειρωνακτικής εργασίας[13], και μόνο στοιχεία αυτοματοποίησης σε τμήματα παραγωγής. Αποτέλεσμα αυτού είναι η εμφάνιση αποξενωτικών φαινομένων, παρόμοιων με την καπιταλιστική μηχανική παραγωγή. [14]
Γ)Η εργασία δεν μπορεί να είναι ανάγκη αλλά διεξάγεται χάριν του μισθού, ή σε κάποιο ποσοστό χάριν της κοινωνικής καταξίωσης. Έτσι παρατηρούνται εκτεταμένα φαινόμενα τεμπελιάς και αποφυγής. Η έλλειψη ανεργίας και η κατάργηση της καπιταλιστικής καταπίεσης επιβάλλουν μέτρα «σοσιαλιστικού» πειθαναγκασμού για την αποτελεσματική διεκπεραίωση της.
Δ)αντίστοιχο είναι και το εποικοδόμημα (γραφειοκρατία, έμμεση αντιπροσώπευση, κόμμα αντί Σοβιέτ κτλ).

Από την μηχανική παραγωγή μέχρι την πλήρη αυτοματοποίηση υπάρχουν διάφορα στάδια. Πρώτα έχουμε την περίπλοκη εκμηχάνιση. Μετά έχουμε την εισαγωγή αυτοματισμών σε ορισμένα τμήματα σε μερικούς κλάδους. Μετά έχουμε το πλήρως αυτοματοποιημένο εργοστάσιο. Την αυτοματοποίηση στους κυριότερους κλάδους. Και τέλος την παραγωγή αυτομάτων από αυτόματα, στα πλαίσια ενός ενιαίου παραγωγικού συμπλέγματος.[15]



Η επικαιρότητα του σοσιαλισμού σήμερα.

Από τα λίγα και γενικά που αναφέραμε εξηγείται γιατί η προσπάθεια σοσιαλιστικής οικοδόμησης αποκλειστικά σε σχετικά καθυστερημένες χώρες, δεν είχε σχεδόν καθόλου πιθανότητες επιτυχίας, και γιατί εμφανίστηκαν μια σειρά αρνητικά φαινόμενα, (πέρα βέβαια από τις μεγάλες επιτυχίες).
Στο σημερινό στάδιο όμως, όπως ήδη αναφέραμε, έχουμε μια σειρά αλλαγές που -όπως μπορούμε να υπολογίζουμε σήμερα- μπορούν να καταστήσουν εφικτή την σοσιαλιστική επανάσταση και οικοδόμηση. Αυτό φυσικά, στο βαθμό και όταν ξεπεραστεί η αρνητική αντίληψη σε πλατειά στρώματα για το σοσιαλισμό λόγω της κατάρρευσης, (και στο βαθμό που οι επαναστατικές δυνάμεις αρθούν στο ύψος της θεωρητικής κατανόησης της νέας συγκυρίας).
Τρία κυρίως είναι τα φαινόμενα που δικαιολογούν τον παραπάνω ισχυρισμό μας.
Στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, η αστική τάξη μπορούσε να εξαγοράζει μεγάλο τμήμα της εργατικής τάξης, λόγω της ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης. Όπως έγραφε ο Λένιν στον ιμπεριαλισμό «τα υψηλά μονοπωλιακά κέρδη που βγάζουν οι καπιταλιστές…τους δίνουν την οικονομική δυνατότητα να εξαγοράζουν ορισμένα στρώματα των εργατών, προσωρινά μάλιστα και μια αρκετή σημαντική μειοψηφία τους, τραβώντας τους με το μέρος της αστικής τάξης…του δοσμένου έθνους…».[16]
Σαν αποτέλεσμα έχουμε διάδοση του οπορτουνισμού, ενίσχυση της σοσιαλδημοκρατίας, που για μεγάλες περιόδους έγινε το βασικό κόμμα του καπιταλισμού. Φυσικά οι παραχωρήσεις στο βιοτικό επίπεδο των εργατών, η δημιουργία του κοινωνικού κράτους, οι κρατικομονοπωλιακές ρυθμίσεις (μερικός σχεδιασμός, κάποιες κρατικοποιήσεις κτλ), ήταν σε ένα βαθμό και αποτέλεσμα του αντίπαλου δέους του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, αλλά ήταν δυνατές ακριβώς στο προηγούμενο στάδιο με τα χαρακτηριστικά που είχε (φορντισμός, κευνσιανισμός, προστατευτισμός κτλ)
Σήμερα η νεοσυντηρητική επίθεση στην εργατική τάξη θέτει σε δοκιμασία την συμμαχία αυτή. Έχει επαρκώς εξηγηθεί πώς η διεθνοποίηση –κατ’ άλλους παγκοσμιοποίηση- της οικονομίας και η απότομη όξυνση του ανταγωνισμού, σχετίζεται με τον νεοσυντηρητισμό, με την ανεργία, τα χαμηλά μεροκάματα, την καταστροφή του κράτους πρόνοιας, τις ιδιωτικοποιήσεις, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, την αχαλίνωτη κερδοφορία του κεφαλαίου.
Ένας άλλος ευνοϊκός παράγοντας είναι το ότι η εισαγωγή των νέων τεχνολογιών μας φέρνει πιο κοντά στην υλική βάση του κομμουνισμού.
Δυο πλευρές αυτής της προβληματικής.
Με την εισαγωγή των νέων τεχνολογιών παρατηρούνται αναδιαρθρώσεις και της εργασιακής διαδικασίας στην κατεύθυνση του νεοφορντισμού, ή τογιοτισμού. Αυτό αντανακλά την αναγκαιότητα για νέο, ανώτερο ρόλο του άμεσα εργαζόμενου στην παραγωγική διαδικασία, άλλο αν στον καπιταλισμό γίνεται στρεβλά, περιορισμένα, και με σκοπό την μεγιστοποίηση της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Ανοίγει νέες δυνατότητες στον άμεσο παραγωγό να μπορεί αλλά και να θέλει να ελέγχει και να διευθύνει σε νέες κοινωνικές συνθήκες την παραγωγή. Τα εκτεταμένα μεσαία μισθωτά στρώματα που δημιουργούνται δείχνουν τις διευθυντικές για την παραγωγή ικανότητες της εργατικής τάξης, και από αντικειμενική άποψη (δεξιότητες), και από υποκειμενική (θέληση τους για κάτι τέτοιο). Άλλο αν σήμερα κάτω από την πολύπλευρη ηγεμονία του κεφαλαίου (αλλά και τα συστήματα πληρωμής με μπόνους, συμμετοχής στα κέρδη κτλ) υποτάσσονται και συμμαχούν μαζί του.

Η αυτοματοποίηση, έστω και περιορισμένα και κάτω από τον σχεδιασμό του κεφαλαίου, μεταμορφώνει την ίδια την εργασία. Ανοίγει δυνατότητες για ελάφρυνση της, για περιορισμό των μηχανικών μονότονων κινήσεων, για εισαγωγή πνευματικών χαρακτηριστικών στην χειρωνακτική διαδικασία. Αυτό ανοίγει δυνατότητες, με αλλαγή του εκμεταλλευτικού σημερινού χαρακτήρα της, να περιορίσει τις αποξενωτικές τάσεις, να περιοριστεί δραστικά η διάρκεια της. Ακόμα και στον καπιταλισμό σε συνθήκες εκμετάλλευσης, μια σειρά μισθωτοί, κύρια σε υψηλής τεχνολογίας πολυεθνικές, καταφέρνουν να έχουν σχετικά δημιουργική δουλειά και να την αντιμετωπίζουν περισσότερο σαν ανάγκη παρά σαν αγγαρεία. (ανεξάρτητα από τις ιδεολογικές παρενέργειες που αυτό επιφέρει).
Η απότομη όξυνση του προβλήματος της ανεργίας είναι μια άλλη παράμετρος της αυτοματοποίησης. Σε κάποια φάση θα συνειδητοποιηθεί πλατειά ότι μόνο μια σχεδιασμένη οικονομία που δεν λειτουργεί με κριτήριο το κέρδος, αλλά την ικανοποίηση των αναγκών, μπορεί να δώσει λύση.
Πάντως η αυτοματοποίηση στον καπιταλισμό έχει κάποια όρια. Πέρα από τα θεωρητικά όρια, μιας και καπιταλισμός σημαίνει απόσπαση υπερεργασίας από την ζωντανή εργασία, σήμερα, με την διεθνοποίηση της παραγωγής και την μεταφορά μέρους της σε χώρες με φτηνότερα μεροκάματα, έχουν ανακοπεί οι ρυθμοί εισαγωγής νέων τεχνολογιών. Σε κάποια φάση η τάση φρεναρίσματος νέων τεχνολογιών θα κάνει πιο φανερό το ότι ο καπιταλισμός αποτελεί εμπόδιο στην παραπέρα ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, ότι επιβάλλεται η αντικατάσταση του από τον κομμουνισμό.

Για τον κομμουνισμό.
Η αναγκαιότητα του κομμουνισμού αποδεικνύεται επιστημονικά. Το απώτερο όριο για το άνοιγμα της διαδικασίας οικοδόμησης του βρίσκεται τότε που θα αποτελεί τεχνική αναγκαιότητα για το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων, ένας άλλος ρόλος των άμεσων παραγωγών, ρόλος ελέγχου, διαχείρισης, διεύθυνσης (κάτι που αχνοφαίνεται και σήμερα με τις αναδιαρθρώσεις στα πλαίσια του μεταφορντισμού). Φυσικά αυτό δεν θα γίνει αυτόματα, αλλά μέσα από την ταξική πάλη. Αλλά και πριν από τότε, οι οξυμένες αντιθέσεις του καπιταλισμού, καθώς και προβλήματα πλανητικής διάστασης, όπως η μόλυνση, το ενεργειακό, της ειρήνης, κτλ, μέσα από την πολιτική πάλη της εργατικής τάξης, μπορούν να οδηγήσουν στην διαδικασία ανατροπής του.
Αν και δεν μπορούμε να περιγράψουμε με λεπτομέρειες τα χαρακτηριστικά του, μπορούμε αλλά και πρέπει, να προσδιορίσουμε μερικές βασικές συνιστώσες του.

Σκοπός του δεν θα είναι κυρίως η ικανοποίηση υλικών αναγκών, αλλά η δημιουργία ελεύθερων και πολύπλευρων προσωπικοτήτων. Η αντίληψη για την πλήρη ικανοποίηση των υλικών αναγκών δεν φαίνεται ρεαλιστική, γιατί και είναι δύσκολο να προβλέψουμε την μελλοντική δομή των αναγκών[17], αλλά και γιατί μόλις ικανοποιηθεί μια ανάγκη, δημιουργούνται άλλες στην θέση της. Επόμενα αν και θα υπάρχει μεγάλη αφθονία αγαθών, αν και οι βασικές υλικές και πνευματικές ανάγκες θα ικανοποιούνται ακόμα και χωρίς προσφορά εργασίας, θα είναι αδύνατο να υπάρξει πλήρης ικανοποίηση, μάλλον θα διευρύνεται το χάσμα των νέων ανικανοποίητων αναγκών και των δυνατοτήτων ικανοποίησης τους. Να δώσουμε δυο παραδείγματα. Η εργασία θα είναι ζωτική ανάγκη, αλλά φυσικά μια δημιουργική και υψηλών προδιαγραφών εργασία. Θα είναι εύκολο να προσφερθεί τέτοια εργασία σε όλους;
Δεύτερο, η ανάπτυξη της επιστήμης θα δημιουργήσει για παράδειγμα ανάγκες, όπως ο διαστημικός τουρισμός, κάτι που δεν θα είναι εύκολο για ένα διάστημα να ικανοποιείται για πολύ κόσμο. Άρα η γνωστή μαρξική ρήση «στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του», θα πρέπει να ερμηνεύεται με ευρύ τρόπο, και κύρια σαν δυνατότητα να αναπτύσσει κανείς ολόπλευρα την προσωπικότητα του.

Βασικό χαρακτηριστικό θα είναι η μετατροπή της εργασίας σε ζωτική ανάγκη. Θα καταργηθεί η διάκριση μεταξύ ελεύθερου και εργάσιμου χρόνου.
Ήδη από σήμερα βλέπουμε έναν προσανατολισμό σε πιο δημιουργικά επαγγέλματα, και μια μερίδα επιστημόνων που απασχολούνται πχ στην έρευνα, ή σε υψηλών προδιαγραφών θέσεις εργασίας, έχουν μια διαφορετική σχέση προς την εργασία, ακόμα και αν υφίστανται καπιταλιστική εκμετάλλευση. Αυτό θα επιταχυνθεί απότομα στον κομμουνισμό σαν αποτέλεσμα τουλάχιστον τεσσάρων παραγόντων: την κατάργηση της εκμετάλλευσης. Την αυτοματοποίηση, που θα απαλλάξει την εργασία από τα μονότονα, κουραστικά και επιβλαβή για τον ανθρώπινο οργανισμό χαρακτηριστικά, θα μειώσει σημαντικά τον εργάσιμο χρόνο. Τον σημαντικό περιορισμό ή και κατάργηση της διάκρισης χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, με την αυτοματοποίηση διαδικασιών, την ανάληψη διαχείρισης από την εργατική τάξη. Την δυνατότητα εναλλαγής από εργασία σε εργασία, με την ολόπλευρη αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων.
Η δυνατότητα να καλύπτει κανείς τις βασικές ανάγκες του χωρίς να εργάζεται, θα απελευθερώσει την εργασία από τον καταναγκαστικό της χαρακτήρα, θα την μετατρέψει σε ζωτική ανάγκη του υγιούς ανθρώπινου οργανισμού. Έτσι θα καταργηθεί ουσιαστικά η διάκριση ελεύθερου και εργάσιμου χρόνου, η δημιουργική εργασιακή ενασχόληση θα είναι η πιο ευχάριστη δραστηριότητα, μαζί με τον πολιτισμό, την ικανοποίηση της ανάγκης για πληροφόρηση και μάθηση, τον τουρισμό, την φυσική και διανοητική[18] αγωγή.

Ο κομμουνισμός δεν θα είναι ειδυλλιακή κοινωνία χωρίς αντιθέσεις, αλλά νέες αντιθέσεις και προβλήματα θα βγουν στο προσκήνιο.
Μια ουτοπική κοινωνία, κάπως επίπεδη και βιβλική, δεν έχει θέση στην ιστορία. Μόλις μια αντίθεση λύνεται, άλλες δημιουργούνται ή βγαίνουν στην επιφάνεια. Ο κομμουνισμός δεν λύνει όλα τα ανθρώπινα προβλήματα, το αντίθετο, λύνει μόνο ένα πρόβλημα, το ζήτημα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, και ότι παράγωγα ζητήματα ανακύπτουν. Τα υπόλοιπα προβλήματα παραμένουν, αλλά και άλλα που θα βγουν στο προσκήνιο, θα ζητούν λύση, όπως τα προβλήματα της ατομικής ευτυχίας, της υγείας, των γηρατειών, της ανακάλυψης του νοήματος της ζωής, των διαπροσωπικών σχέσεων κτλ.
Και ο κομμουνισμός θα έχει στάδια, που φυσικά δεν μπορούμε, αλλά και δεν χρειάζεται να προβλέψουμε. Αντικείμενο της παραγωγικής δραστηριότητας δεν θα είναι μόνο ο μετασχηματισμός της φύσης αλλά και η δημιουργία τεχνητού περιβάλλοντος. Σε κάποια φάση θα υπάρξει και έξοδος από την γη στο διάστημα.


Νέο στάδιο του καπιταλισμού.
Από το φωτεινό μέλλον του κομμουνισμού ας επιστρέψουμε στο ζοφερό παρόν του καπιταλισμού.
Στα πλαίσια της ριζοσπαστικής Αριστεράς υπάρχουν δυο βασικές αντιλήψεις για το χαρακτήρα της σημερινής εποχής.
Η μια υποστηρίζει ότι ο σημερινός καπιταλισμός παραμένει στο στάδιο του ιμπεριαλισμού (ή του μονοπωλιακού καπιταλισμού), στάδιο που η αρχή του ανάγεται στα τέλη του προ-προηγούμενου αιώνα (τελευταίες δεκαετίες του 1800). Από τότε, και παρά τις επιμέρους αλλαγές, η βασική ουσία είναι η ίδια, άρα δεν έχουμε και πολλά καινούργια πράγματα να πούμε ή να ψάξουμε. Είναι η αντίληψη πχ του ΚΚΕ, ή του περιοδικού ΘΕΣΕΙΣ.
Η άλλη υποστηρίζει ότι προς τα τέλη του προηγούμενου αιώνα (γύρω στα 1970), άρχισε να εμφανίζεται ένα καινούργιο στάδιο, που μεταμορφώνει τον σύγχρονο καπιταλισμό, που πρέπει να ερευνηθεί, και που επιβάλλει σοβαρές αναπροσαρμογές στην θεωρία και στην πολιτική. Βασικά χαρακτηριστικά του νέου σταδίου είναι: οι νέες τεχνολογίες, κύρια η μερική αυτοματοποίηση τμημάτων της παραγωγής. Η σημαντική διεθνοποίηση της οικονομίας, με κύριο χαρακτηριστικό τις περιφερειακές ολοκληρώσεις αλλά και υπερεθνικές ρυθμίσεις. Ο κυρίαρχος ρόλος των υπερεθνικών εταιρειών (που δεν είναι ακριβώς το ίδιο με τις πολυεθνικές που έχουν κυρίως εθνική βάση). Η κλαδική αναδιάρθρωση, με ανερχόμενο ρόλο των υπηρεσιών, σε βάρος της υλικής παραγωγής, και με μερική γεωγραφική ανακατανομή της υλικής παραγωγής σε επιλεγμένες αναπτυσσόμενες χώρες. Η εμφάνιση νέων μορφών οργάνωσης της εργασίας, με μερικό πέρασμα από το φορντικό μοντέλο της αλυσίδας, στο μεταφορντικό της πιο ευέλικτης παραγωγής, της πολυειδίκευσης. Με σοβαρές αλλαγές στο εποικοδόμημα και στην ταξική διαστρωμάτωση των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών. Έχουμε μια διαφορετική, ή καλλίτερα δυο διακριτές μερίδες της εργατικής τάξης, στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού.
Αυτές οι σοβαρές αλλαγές, που εντελώς επιγραμματικά αναφέραμε, τροποποιούν ριζικά το σκηνικό της πολιτικής πάλης. Πώς; Εμείς εντοπίζουμε τρεις σημαντικές πλευρές:
ü Την μετατόπιση του κέντρου βάρους του αγώνα στην καρδιά του καπιταλισμού, στις αναπτυγμένες χώρες. Στην αναγκαιότητα επανάστασης σε ομάδα χωρών, και όχι σε μια μόνο χώρα.
ü Στον δραστικό περιορισμό των δυνατοτήτων εναλλακτικών σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών, στην σύγκλιση των δύο κύριων πολιτικών κομμάτων του καπιταλισμού, στην ουσιαστική χρεοκοπία της σοσιαλδημοκρατίας.
ü Στην σταδιακή αλλαγή του υποκειμένου της επανάστασης, της εργατικής τάξης. Αυτή δεν «εξαφανίζεται», όπως δήθεν προβλέπουν οι Rifkin, Schraff και άλλοι, αυτό που εξαφανίζεται είναι τα χαρακτηριστικά του προλεταριάτου του προηγούμενου (μονοπωλιακού) σταδίου.

Αναφερθήκαμε προηγούμενα για τους λόγους μετάθεσης της επανάστασης στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Να προσθέσουμε ότι η γιγάντωση των υπερεθνικών, με την διεθνή παρουσία, και οι ολοκληρώσεις, επιβάλλουν οι σοσιαλιστικοί μετασχηματισμοί να εξελίσσονται λίγο πολύ ταυτόχρονα σε ομάδες χωρών, αν και φυσικά οι επαναστάσεις δεν θα ωριμάζουν ταυτόχρονα, αλλά στην διάρκεια κάποιας ευρύτερης περιόδου.

Να πούμε δυο λόγια για τον περιορισμό δυνατότητας σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής.
Ας το εξηγήσουμε με ένα παράδειγμα. Ας πάρουμε πχ το αίτημα για το 35ωρο. Στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, μπορούσε να επιβληθεί από την ταξική πάλη σχετικά ευκολότερα, είτε με έναν γενικό νόμο στα πλαίσια ενός έθνους, είτε σταδιακά, ξεκινώντας από μεγάλα μονοπώλια υψηλής κερδοφορίας. Σήμερα η διεθνοποίηση και η απότομη όξυνση του ανταγωνισμού, δυσκολεύει πολύ την καθιέρωση του στα πλαίσια ενός έθνους, είτε ακόμα περισσότερο στα πλαίσια μιας μόνο επιχείρησης. Τα εργατικά δικαιώματα και το επίπεδο ζωής έχουν γίνει στο στάδιο του υπερεθνικού καπιταλισμού βασικό στοιχείο του ανταγωνισμού, ωθώντας τα πράγματα προς τα κάτω. Το ίδιο και οι φορολογικές, ασφαλιστικές και δημοσιονομικές ρυθμίσεις. Αυτό περιορίζει δραστικά και το πεδίο δράσης της σοσιαλδημοκρατίας, συνιστά ουσιαστικά χρεοκοπία της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης. Από την άλλη επιβάλλει στα συνδικάτα να υιοθετήσουν αντικαπιταλιστικά αιτήματα, και στα κόμματα της Αριστεράς να βάλουν καθαρά το ζήτημα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού.

Σημαντικές διαφοροποιήσεις έχουν γίνει στην ίδια την εργατική τάξη. Βασικά έχουμε δύο διακριτές ειδικευμένες μερίδες της:
ü την «παραδοσιακή», που απασχολείται σε επιχειρήσεις παλιάς τεχνολογίας, κύρια στην υλική παραγωγή, με σχετικά χαμηλότερο μορφωτικό επίπεδο, που εργάζεται ακόμα με φορντικές μεθόδους παραγωγής.
ü Και την «σύγχρονη», που απασχολείται σε επιχειρήσεις σύγχρονης τεχνολογίας, κύρια πολυεθνικές, στους κλάδους υπηρεσιών, νέων τεχνολογιών ή στο δημόσιο, με ψηλότερο μορφωτικό επίπεδο (πολλοί είναι απόφοιτοι πανεπιστημίου), και που όλο και περισσότερο εργάζονται με μεταφορντικές μεθόδους παραγωγής.
Είναι τόσες οι διαφορές τους που στην χώρα μας (και αλλού) εκφράζονται από διαφορετικά αριστερά κόμματα.
Η «σύγχρονη» αναπτύσσεται, ή «παραδοσιακή» φθίνει, αν και θα διατηρηθεί για πολύ χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα στην χώρα μας.
Σήμερα πιο έμπειρη συνδικαλιστικά και πολιτικά είναι η παραδοσιακή εργατική τάξη, για αυτό και το ΚΚΕ, που σε γενικές γραμμές την εκπροσωπεί πολιτικά, είναι το ισχυρότερο στα πλαίσια της Αριστεράς. Όμως από την θέση της στην παραγωγή σήμερα, αλλά και το μορφωτικό της επίπεδο, δεν μπορεί να ανανεώσει την θεωρία μας, περιορίζεται σε μάχες οπισθοφυλακής. Ανάλογή είναι και η πολιτική και θεωρητική κατάσταση του ΚΚΕ.
Η σύγχρονη εργατική τάξη είναι ακόμα αδύνατη πολιτικά, εν πολλοίς κάτω από την αστική επιρροή. Πρέπει να απαλλαγεί από την αστική επιρροή, μετά να ηγεμονεύσει στα πλαίσια του εργατικού κινήματος[19] για να έχουμε στροφή στην ανάπτυξη του. Φαίνεται, ότι βρισκόμαστε σε μια μεταβατική περίοδο, που όσο πιο γρήγορα ξεπεραστεί τόσο καλλίτερα.

Επίλογος.
Αντανάκλαση αυτών των αλλαγών που αναφέραμε είναι η ανάγκη δημιουργικής ανάπτυξης του μαρξισμού. Τα ερωτήματα τέθηκαν ήδη από τα τέλη του 20ου αιώνα, αλλά δεν δόθηκαν τότε οι καλλίτερες απαντήσεις. Πάντα όταν χρειάζεται να ανοιχτούν καινούργιοι δρόμοι ελλοχεύει ο κίνδυνος του «αναθεωρητισμού»[20]. Αυτός δεν είναι λόγος για την αποστέωση, αυτό δεν αποτελεί άλλοθι του δογματισμού. Και αν τα αρχικά ανανεωτικά εγχειρήματα εκφυλίστηκαν, κάτω και από την καταθλιπτική σκιά του «σοβιετικού μαρξισμού», αλλά και γιατί ήταν ακόμα ανώριμο το νέο στάδιο, σήμερα τα πράγματα είναι πολύ καλλίτερα, και αυτό το δείχνει μια κάποια άνθιση του μαρξισμού, έστω και έξω από τα κυρίαρχα κομμουνιστικά κόμματα, έστω και χωρίς να έχει μπολιάσει ακόμα το εργατικό κίνημα. Όταν γίνει αυτό, θα δούμε μια πραγματική αντεπίθεση των επαναστατικών δυνάμεων που μπορεί να αποτελέσει και την ταφόπλακα του τελευταίου εκμεταλλευτικού συστήματος.


Διονύσης Πολίτης
Κέρκυρα, 15.5.2006
[1] Για περισσότερα δες Βαζιούλιν, η λογική της ιστορίας, εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ.
[2] Η ανάλυση του Μαρξ στο κεφάλαιο είναι αντιφατική. Ενώ περιγράφει εξαιρετικά τον αλλοτριωτικό και αποξενωτικό χαρακτήρα της μηχανικής παραγωγής, τον υποδουλωτικό χαρακτήρα της, την καταστροφική της επίδραση απέναντι στις ανθρώπινες δεξιότητες, από την άλλη την θεωρεί άρρητα μεν, αλλά σαφώς, σαν υλική βάση του κομμουνισμού. Και αυτό γιατί δεν γνώριζε την αυτοματοποιημένη παραγωγή. Χρησιμοποιεί το όρο αλλά για να περιγράψει το τυπικό εργοστάσιο της απλής μηχανικής παραγωγής
[3] μια σημαντική θεωρητική έννοια που οφείλουμε, από ότι ξέρω, στον Βαζιούλιν.
[4] αυτό δεν αποκλείει την παράλληλη ύπαρξη επαναστατικών εστιών και σε μη αναπτυγμένες χώρες, όπως σήμερα στην Λ Αμερική, που όμως από μόνες τους δεν μπορούν να προχωρήσουν σε σοβαρές κοινωνικές αλλαγές.
[5] Διαβάζοντας το Κεφάλαιο, σχετικά με θεμελιώδεις έννοιες του ιστορικού υλισμού, εκδ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
[6] Αναλυτικά Μαρξ, ΚΕΦΑΛΑΙΟ, 1ος τόμος, 14ο κεφάλαιο για την παραγωγή απόλυτης και σχετικής υπεραξίας.
[7] Γκοντελιέ, η θεωρία της μετάβασης στον Μαρξ, εκδ GUTENBERG.
[8] Βαζιούλιν, η λογική της ιστορίας, εκδ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ.
[9] Πρόλογος στο «οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία από το 1848 ως το 1850», Διαλεκτά έργα, σελ 131
[10] 22ο συνέδριο (1961): «το κόμμα διακηρύσσει επίσημα, η σημερινή γενιά των σοβιετικών ανθρώπων θα ζήσει στον κομμουνισμό».
[11] Πιστεύω ότι η έννοια αυτή συνιστά επιστημονική τομή, η βαθύτερη ουσία της είναι ότι συμφιλιώνει το σοσιαλιστικό χαρακτήρα των κοινωνιών αυτών με τις πραγματικές αδυναμίες τους, κάτι που η μεταφυσική σκέψη (και στα πλαίσια του μαρξισμού) αδυνατεί να συλλάβει.
[12] ο Γ Σταμάτης, στο εξαιρετικό βιβλίο του ‘σχέδιο και αγορά στις σοσιαλιστικές οικονομίες’, χρησιμοποιεί, με παρόμοιο περιεχόμενο κατά την γνώμη μας, τους όρους μη-άμεση κοινωνικοποίηση, και κοινωνικοποίηση σε κρατική βάση.
[13] το 1985 στην ΕΣΣΔ το μερίδιο της χειρωνακτικής εργασίας ανέρχονταν στο 40% (και σε μερικούς κλάδους ήταν περισσότερο, πχ οικοδομές 50%, αγροτική οικονομία 80%)
[14] για περισσότερα δες Δ Πατέλη, αυτοματοποίηση της παραγωγής και χαρακτήρας της εργασίας, στην ιστοσελίδα www.geocities.com/ilhsgr
[15] μιλάμε για τους κύριους κλάδους, τους ηγετικούς. Παράλληλα θα υπάρχουν τομείς με άλλο, χαμηλότερο επίπεδο αυτοματοποίησης, ή μηχανικής εργασίας, ή ακόμα και υπολείμματα χειρωνακτικής εργασίας.
[16] Άπαντα, τόμος 27, σελ 430, εκδ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ.
[17] Πχ βλέπε Α Σεστοπάλ, όπως δίνεται στο ΕΣΣΔ, ο σοσιαλισμός στο κατώφλι του 2000,Μ Ανδρουλάκης, εκδ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ.
[18] Όταν τα αυτόματα θα αναλάβουν μεγάλο μέρος της πνευματικής εργασίας, ο άνθρωπος κατ’ αντιστοιχία της φυσικής αγωγής, θα χρειάζεται για εξάσκηση του πνεύματος την λεγόμενη διανοητική αγωγή (μια ιδέα του Βαζιούλιν).
[19] Όχι σε αντιπαλότητα, αλλά ενωτικά με το άλλο, παραδοσιακό τμήμα της. Γενικότερα η άμιλλα για την ηγεμονία πιστεύω ότι δεν πρέπει να γίνεται με τον τρόπο που την διεξάγει σήμερα το ΚΚΕ, δηλαδή με εξόντωση των αντιπάλων, με την συντήρηση ενός εμφυλίου στα πλαίσια της Αριστεράς. Από την άλλη δεν είναι και σωστό να «ξεγράφεται» το ΚΚΕ, που σήμερα είναι ακόμα η πιο οργανωμένη και συνεπής αντικαπιταλιστική δύναμη.
[20] Για μια καλή απεικόνιση της σχετικής διαλεκτικής δες Πατέλη-Δαφέρμου-Παυλιδη, «ποια κληρονομιά απαρνούμαστε», στην ιστοσελίδα www.geocities.com/ilhsgr