3/2/13


Από την πείρα της Χιλής το 1970-1973




Ο παρατεταμένος κοινωνικός πόλεμος στη χώρα μας, που καθιστά ρεαλιστική τη δυνατότητα σχηματισμού αριστερής κυβέρνησης, επέβαλλε το άνοιγμα της συζήτησης για τα θεωρητικά προβλήματα του κράτους και της εξουσίαςi. Στα πλαίσια αυτά έχει πιστεύουμε ενδιαφέρον η μελέτη του πιο προχωρημένου μέχρι τώρα ιστορικού παραδείγματος, της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή,ii ιδιαίτερα μάλιστα που στην τραγική της κατάληξη βασίζονται μια σειρά λαθεμένες, “αριστερέςiii” αντιλήψεις.
Οι αναλύσεις μας θα πάρουν υπόψη τη μεγάλη θεωρητική, αυτοκριτική προσπάθεια που κατέβαλλε μετά την ήττα το Κομμουνιστικό Κόμμα Χιλής, με σειρά άρθρων στελεχών του, βασισμένα σε συλλογικές επεξεργασίες.

1. Τα ιστορικά γεγονότα


Το φθινόπωρο του 1970, η Λαϊκή Ενότητα, μια συμμαχία του κομμουνιστικού, του σοσιαλιστικού, του ριζοσπαστικού και τριών άλλων μικρότερων κομμάτων, κέρδισε τις προεδρικές εκλογές αποσπώντας το 36% των ψήφων, έvαvτι 35% που πήρε o δεξιός υποψήφιος του Εθνικού Κόμματoς, Αλεσσάvτρι, και 27,8% που έλαβε o κεντρώος υποψήφιoς των Χριστιανοδημοκρατών, Τόμιτς.
Η εκλογή του Αλιέντε δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Το λαϊκό κίνημα της Χιλής και το Κομμουνιστικό κόμμα κατάφεραν να διαδραματίσουν περισσότερο ενεργητικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας ήδη από τη δεκαετία του 1930. Για παράδειγμα το 1938 το ΚΚ Χιλής συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάδειξη της πρώτης κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου στη Λατινική Αμερική η οποία έφραξε το δρόμο του ανερχόμενου φασισμού, προωθώντας δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και μερικά οικονομικά μέτρα βελτίωσης της αξιοθρήνητης πραγματικά ως τότε ζωής των εργαζομένων.
Σύμφωνα με το πρόγραμμά της η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας προχώρησε αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων της σε σειρά σημαντικών αλλαγών. Εθνικοποιήθηκε κατ' αρχήν o χαλκός, το σημαντικότερο προϊόν της χώρας που το εκμεταλλεύονταν ως τότε, αλλά και σήμερα, οι αμερικάνικες πολυεθνικές. Μέσα στα πρώτα δυο χρόνια διακυβέρνησης, οι εθνικοποιήσεις περιέλαβαν πολλούς άλλους καίριους κλάδους της οικονομίας όπως τα μεταλλουργεία, τα ορυχεία σιδηρομεταλλεύματος και νίτρου, τα εργοστάσια τσιμέντου, την κλωστοϋφαντουργία, την παραγωγή και διανομή ηλεκτρικού ρεύματος καθώς και τις τράπεζες.
Ο δημόσιος τομέας της οικονομίας παρήγαγε στα τέλη του 1972 περισσότερο από το 50% του ακαθάριστου βιομηχανικού προϊόντος. Συνολικά η βιομηχανική παραγωγή, επίσης, αυξήθηκε με γρήγορους ρυθμούς. Παράλληλα πήρε μέτρα εκδημοκρατισμού, προσπάθησε να οργανώσει από τα κάτω μορφές κρατικής εξουσίας (πχ λαϊκή πολιτοφυλακή, λαϊκά δικαστήρια), χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία.
Τους τελευταίους μήνες του 1971, ένα περίπου χρόνο μετά την εκλογή του Αλιέντε, άρχισαν να διαφαίνονται οικονομικές δυσκολίες: άνοδος του κόστους ζωής, προβληματικός ανεφοδιασμός σε προϊόντα, κάμψη της παραγωγής.
Οι συνθήκες αξιοποιήθηκαν από τις αντιδραστικές δυνάμεις για να μειώσουν το κύρος της κυβέρνησης στο λαό και κυρίως στα μεσαία στρώματα και να προετοιμάσουν έτσι το έδαφος για στρατιωτικό πραξικόπημα, που οργανώθηκε με την καθοδήγηση της CIA.
Τα γεγονότα αυτά πυροδότησαν τότε έντονες συζητήσεις για τη στρατηγική των δρόμων περάσματος στο σοσιαλισμό. Από τη μια πριμοδότησαν απόψεις όπως ο “ιστορικός συμβιβασμός” του ΙΚΚ, και από την άλλη απόψεις για το ανέφικτο ενός “δημοκρατικού” δρόμου.
Ακόμα και σήμερα ομάδες της αριστεράς, παραμένουν σε αυτή την αντίληψη.
Η αφήγηση πχ της οργάνωσης ΔΕΑiv είναι η κάπως απλοϊκή εκδοχή. Μιλά για ψευδαισθήσεις “ειρηνικού και κοινοβουλευτικού” περάσματος στο σοσιαλισμό. Η ερμηνεία τους είναι περίπου η εξής: Η αριστερά παίρνει την κυβέρνηση με ένα “κευνσιανό” πρόγραμμα (πράγμα όχι ακριβές, αλλά και έτσι να ήταν, δεν είναι κακό με βάση την πείρα πχ των μπολσεβίκων), έχουμε έξαρση αγώνων, δημιουργούνται αυθόρμητα εργοστασιακές επιτροπές και άλλες αμεσοδημοκρατικές μορφές που μπορεί να αποτελέσουν εναλλακτικό κράτος. Όμως η κυβέρνηση δεν τις αξιοποιεί για να πάρει όλη την εξουσία αλλά συμβιβάζεται με τη δεξιάv και την αστική τάξη. Ο στρατός από τη φύση του οργανώνει συνωμοσίες και τελικά λόγω και των υποχωρήσεων της κυβέρνησης και της Αριστεράς πετυχαίνει πραξικόπημα.
Η ανάλυση είναι εντελώς απλοϊκή. Πάσχει από πλήρη έλλειψη υπολογισμού του πραγματικού συσχετισμού ταξικών και πολιτικών δυνάμεων. Δεν κάνει καμιά ανάλυση για τις αντιφάσεις της διαδικασίας. Καμία αναφορά στις ταξικές συμμαχίες και το ρόλο των μεσαίων στρωμάτων. Δείχνει άγνοια της πραγματικής εξέλιξης της στάσης του στρατού. Καμιά ιδέα για τις συνθήκες που κατέστησαν δυνατό το πραξικόπημα (το αντιμετωπίζουν σαν φυσική καταστροφή). Καμιά αναφορά στα ζητήματα οικονομικής αποτελεσματικότητας. Το μόνο που αναγνωρίζουν ίσως είναι καλές προθέσεις...
Αλλά και μια πιο σοβαρή εκδοχή των γεγονότων (πχ Καλτσώνης, 2012 ) περιγράφει τα γεγονότα με έναν αρκετά σχηματικό τρόπο. Δεν κατανοεί τις πραγματικές αντιφάσεις του εγχειρήματος, όλα τα ανάγει στη θέληση του ΚΚ Χιλής, γενικά των κομμάτων, ερήμην του πραγματικού συσχετισμού. Αν ήθελε να πάρει την εξουσία (γιατί να μην θέλει;) το ΚΚ Χιλής, αν κέρδιζε τον στρατό, αν... Παραβλέπει εντελώς τα ζητήματα διαχείρισης και αποτελεσματικότητας της οικονομίας. Χαρακτηριστικά γράφει: “Φαίνεται πως στην κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας, ή τουλάχιστον στην πλειοψηφία της, υπήρξαν αυταπάτες για τις δυνατότητες της κυβέρνησης vα αντιμετωπίσει την oικovoμική κρίση και τηv επίθεση τoυ μεγάλου κεφαλαίου και τoυ ιμπεριαλισμού μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας και χωρίς vα λυθεί τo πρόβλημα της εξουσίας”. Αν πάρουμε την παραπάνω δήλωση τοις μετρητοίς τι μπορεί να σημαίνει; ότι κακώς ο Αλιέντε ανέλαβε τη διακυβέρνηση αφού δεν μπορούσε να έχει όλη την εξουσία και αμέσως “σοσιαλισμό”.

2. Το πρόβλημα του συσχετισμού δυνάμεων


Πρώτο και κρίσιμο ζήτημα είναι ότι αυτές οι αναλύσεις παραβλέπουν τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων.
Κατ' αρχήν τον εκλογικό (36% στην αρχή, 44% στο τέλος), που έδειχνε τους περιορισμούς ακόμα και απλής νομοθετικής δράσης, πόσο μάλιστα το μέγεθος της λαϊκής νομιμοποίησης. Αλλά ο εκλογικός συσχετισμός δεν είναι ο μοναδικός, ούτε ο κύριος. Οι χιλιανοί κομμουνιστές κάναν λόγο για τη διαφορά μεταξύ εκλογικής και δραστήριας πλειοψηφίαςvi, δηλαδή λαϊκής ετοιμότητας για δράση. Εκτιμούσαν ότι υπήρχαν σοβαρές αυταπάτες, και τάση ανάθεσης στην κυβέρνηση να λύσει τα προβλήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι προσπάθειες που έγιναν για δημιουργία λαϊκής πολιτοφυλακής ή λαϊκών δικαστηρίων, δεν είχαν σοβαρά αποτελέσματα. Με τα λόγια του Λ Κορβαλάν: “ο λαός δεν είχε αντίληψη της αναγκαιότητας κατάληψης όλης της εξουσίας ... όταν προτείναμε τη δημιουργία λαϊκών δικαστηρίων η έλλειψη στις μάζες ξεκάθαρης αντίληψης μας ανάγκασε να υποχωρήσουμε ...”. Φυσικά η ανάγνωση των γεγονότων από τους αριστεριστές είναι ότι η κυβέρνηση υποχωρούσε στη Δεξιά και όχι ότι υποχωρούσε αναγκαστικά λόγω της μη κατανόησης του μέτρου από τις μάζες. Τυπικό δείγμα πολιτικού πρωτογονισμού που συναντάται και σήμερα στην κριτική που γίνεται για “δεξιά στροφή” του ΣΥΡΙΖΑ.
Σημαντικότερο στοιχείο του συσχετισμού λοιπόν είναι το τι αντιλήψεις κυριαρχούν στο λαό. Μιλώντας για το σήμερα στη χώρα μας, η αντιμνημονιακή πλειοψηφία ούτε συμπαγής είναι ούτε αριστερή, κυριαρχείται από μικροαστικές αυταπάτες, αυταπάτες επιστροφής στην προ κρίσης εποχή, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Ακόμα και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι προσανατολισμένοι στο ότι πρέπει η χώρα να αλλάξει παραγωγικό και καταναλωτικό πρότυπο. Αυτό συνιστά το κρίσιμο στοιχείο του συσχετισμού δυνάμεων, πέρα από την εκλογική επιρροή.
Παραπέρα, στο συσχετισμό συνυπολογίζονται και μια σειρά άλλοι παράγοντες από πιο σοβαρούς, όπως η διεθνής κατάσταση, το ποιες δυνάμεις κυριαρχούν και τι πολιτικές εφαρμόζονται στην Ευρώπη και τον κόσμο, μέχρι την κατάσταση και τη δύναμη του συνδικαλιστικού κινήματος. Στην πραγματικότητα συνυπολογίζονται δεκάδες άλλοι παράγοντες. Αυτό δεν σημαίνει ότι κανείς πρέπει να υποταχθεί στο συσχετισμό, αλλά να τον πάρει υπόψιν για να μπορεί να τον αλλάξει κατά τον δυνατόν. Όμως έτσι ή αλλιώς ο συσχετισμός είναι ένας αντικειμενικός παράγοντας κάθε στιγμή, που δεν αλλάζει ετσιθελικά. Εδώ γίνεται ένα διπλό λάθος. Κάποιοι δεν υπολογίζουν τους αντικειμενικούς παράγοντες πχ διεθνές περιβάλλον, διάταξη πολιτικών δυνάμεων κτλ, και δεύτερο θεωρούν ότι ο λαός, ή η εργατική τάξη είναι πάντα “αριστερή” και πάντα έτοιμη για επανάσταση. Στη θέση μιας νηφάλιας εκτίμησης βάζουν τις επιθυμίες τους.
Να σημειώσουμε ότι στην αρχή της μεταβατικής διαδικασίας τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Μετά, ανάλογα και με τα μέτρα που παίρνονται, οξύνεται η ταξική πάλη και έχουμε διαφοροποίηση του συσχετισμού, ευνοϊκότερη ή και δυσμενέστερη αν πχ τα μεσαία στρώματα στραφούν πάλι προς την αστική τάξη. Βασικό ζήτημα στον υπολογισμό των ταξικών δυνάμεων είναι οι ταλαντεύσεις των μεσαίων στρωμάτων. Στη Χιλή ο εκλογικός συσχετισμός ακολούθησε αυτή την πορεία. Από το 36% το 1970 πήγε στο 44% το 1972, αλλά μετά την αντεπίθεση της αστικής τάξης, εγχώριας και διεθνούς, και λάθη που στρέψανε τους μικροαστούς δεξιά, ο συσχετισμός χειροτέρεψε αισθητά. Σε αυτές τις συνθήκες δεν νομίζουμε ότι είναι ρεαλιστικό να βάλεις ζήτημα κατάκτησης ολόκληρης της εξουσίας, αντίθετα πρέπει να εξετάσεις σοβαρά την πιθανότητα προσωρινής υποχώρησης, πχ με διεξαγωγή εκλογών, ώστε ο λαός να λύσει το ζήτημα.
Γενικά το ζήτημα του να κρατάς ανοικτή την πιθανότητα υποχώρησης όταν χάνεις την πλειοψηφία, δεν ήταν στην προβληματική της κυβέρνησης της λαϊκής ενότητας, για αυτούς το να προχωρήσουν ήταν μονόδρομος.
Παρεμπιπτόντως να πούμε ότι και η στάση μερίδων ή ομάδων της εργατικής τάξης μπορεί να είναι προβληματική. Προβλήματα εμφανίζονται με τη μορφή του οικονομισμούvii, δηλαδή αδυναμίας να μπουν πάνω από τα στενά άμεσα οικονομικά συμφέροντα τα μακροπρόθεσμα πολιτικά. Να θυμίσουμε ότι παρόμοια προβλήματα αντιμετώπισαν και οι μπολσεβίκοι στις αρχές της επανάστασης πχ απεργία των σιδηροδρομικών. Τότε εκείνοι, καλώς ή κακώς, τη σύντριψαν με τις λόγχες. Μια αριστερή κυβέρνηση σήμερα ούτε μπορεί αλλά ούτε και θα θέλει να συμπεριφερθεί έτσι, άρα χρειάζεται από σήμερα μια πολιτική που να διαπαιδαγωγεί την εργατική τάξη στο να μπορεί να συμπεριφερθεί ηγεμονικά, και όχι οικονομίστικαviii.

3. Τα μεσαία στρώματα


Στη Χιλή τα μεσαία στρώματα στην αρχή ήταν ουδέτερα, μετά άρχισαν -σαν αποτέλεσμα των οικονομικών δυσκολιών και της όξυνσης της ταξικής πάληςix- να δυσφορούν, παραπέρα κάποια πέρασαν σε ανοικτά αντιδραστική θέση (ιδιοκτήτες φορτηγών, γιατροί, δικηγόροι) και τέλος πέρασαν μαζικά με την αστική τάξη. Τότε και μόνο τότε, ο στρατός ήταν έτοιμος για ανοικτή αντεπαναστατική δράση, όχι πιο πριν.
Αυτό δεν ήταν υποχρεωτικό να συμβεί. Και στην μπολσεβίκικη επανάσταση οι μικροαστοί (κύρια μεσαίοι αγρότες) ταλαντευόταν. Εκεί, παρόλο που είχε κατακτηθεί η εξουσία, ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι υπολόγιζαν πολύ σοβαρά τη στάση τους και έκαναν το παν για να διατηρήσουν όσο μπορούν τη συμμαχία. Η λεγόμενη ΝΕΠ (νέα οικονομική πολιτική, με αναζωογόνηση του καπιταλισμού αμέσως μετά την κατάκτηση της εξουσίας) σε ένα μεγάλο βαθμό αντιμετώπιζε και αυτή την ανάγκη. Αργότερα επί Στάλιν ακολουθήθηκε γραμμή βίαιης επίθεσης εναντίον τους -δικαιολογημένη ή όχι είναι άλλο ζήτημα– που μακροπρόθεσμα οδήγησε στην απομόνωση του καθεστώτος και στην ήττα. Να σημειώσουμε ότι η στάση των μεσαίων στρωμάτων επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό διάφορες μερίδες της εργατικής τάξης, έστω τις πιο καθυστερημένες. Η πολιτική συμμαχιών δεν αναιρεί τον ηγεμονικό ρόλο της εργατικής τάξης, ίσα-ίσα βοηθά στο να κατακτηθεί.
Ιδιαίτερα στη χώρα μας, που έχουμε εκτεταμένα μεσαία στρώματα, αλλά και μεγάλο μέρος των μισθωτών έχουν εισόδημα από πηγές αυτοαπασχόλησης, είναι σοβαρό ζήτημα. Τα στρώματα αυτά είναι κάτω από την ισχυρή επιρροή της αστικής ιδεολογίας. Είναι συνηθισμένα στη φοροδιαφυγή. Πριν την κρίση είχαν συνηθίσει στον υπερκαταναλωτισμό και σε γρήγορα κέρδη. Σήμερα αυτά κυρίως προσδοκάν μια επιστροφή στην πριν το 2008 εποχή, χωρίς να αλλάξει το παραγωγικό ή καταναλωτικό μοντέλο. Απεχθάνονται το κράτος, και το δημόσιο, εκτός αν είναι να τα στηρίξει. Η δουλειά μιας αριστερής κυβέρνησης δεν θα είναι εύκολη υπόθεση με αυτά. Και οι λαθεμένες ενέργειες αριστερίστικων στοιχείων είτε στον τομέα της οικονομίας, είτε της πολιτικής περιπλέκουν αφάνταστα το πρόβλημαx.

4. Το στρατιωτικό ζήτημα


Ένα συνηθισμένο λάθος είναι η αντιμετώπιση του ζητήματος των ενόπλων δυνάμεων σαν τεχνικό ζήτημαxi. Δηλαδή να μην καταλαβαίνουμε τις πολιτικές προϋποθέσεις και συνθήκες για να κινηθεί ο στρατός στη μια ή στην άλλη κατεύθυνση. Οι ιμπεριαλιστές το καταλάβαιναν πολύ καλά. Πχ “ο στρατηγός Βιώ ετοίμαζε πραξικόπημα για τις αρχές Οκτώβρη 1970. Η Ουάσιγκτον όμως τov 'συμβούλευσε' να σταματήσει γιατί, κατά τη γνώμη της, δεν ήταν αρκετά προετοιμασμένος αλλά ούτε ο χρόνος ήταν κατάλληλος. Κατά το Στέητ Ντιπάρτμεvτ, ένα τέτοιο εγχείρημα θα κατέληγε τώρα σε αποτυχία και θα ισχυροποιούσε την απήχηση της Λαϊκής Ενότητας στο λαό. Ίσως, μάλιστα, να τη βοηθούσε να λύσει, μια και καλή, το ζήτημα της εξουσίας και να της παρείχε τη δυνατότητα συντριβής όχι μόνο των πραξικοπηματιών αλλά ολόκληρου του αστικού κρατικού μηχανισμού”. (Καλτσώνης, 2012)
Η στάση του στρατού δεν είναι προκαθορισμένη. Για να κινηθεί, εκτός από την τεχνική προετοιμασία χρειάζεται το κατάλληλο κλίμα, και στην κοινωνία αλλά και στις τάξεις του. Τα στελέχη του ανήκουν ή αισθάνονται ότι ανήκουν στα μεσαία στρώματα και κινούνται ψυχολογικά και πολιτικά μαζί με αυτά. Για αυτό έχει μεγάλη σημασία ο γενικός συσχετισμός δυνάμεων και η πολιτική συμμαχιών με τα μεσαία στρώματα.
Φυσικά απαιτείται μια ορισμένη επαγρύπνηση, ακόμα και κάποια οργανωτική προετοιμασία για αντιμετώπιση μιας αντιδημοκρατικής εκτροπήςxii. Να υπενθυμίζουμε ότι ο λεγόμενος δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό δεν είναι κατ' ανάγκην ούτε ειρηνικός, ούτε απλός κοινοβουλευτικός περίπατοςxiii. Η αστική τάξη ξεκινά ένα λυσσασμένο πόλεμο που παίρνει τη μορφή της επενδυτικής αποχής της φυγής κεφαλαίων του σαμποτάζ της παραγωγής, της ανάληψης καταθέσεων, του λοκ-άουτ, της δημιουργίας μαύρης αγοράς κτλ. Επίσης δεν αποκλείονται προβοκάτσιες. Στη Χιλή πχ δυο μήνες μετά τις δημοτικές εκλογές δολοφονήθηκε από αναρχικούς ο πρώην υπουργός εσωτερικών επί προεδρίας του Χριστιανοδημοκράτη Φρέι. Σήμερα θα μπορούσαν να παίξουν το χαρτί της “τρομοκρατίας”. Από την άλλη, δυσκολίες πηγάζουν και από το γεγονός ότι οι αριστεριστές, μη κατανοώντας τον πραγματικό συσχετισμό, πιέζουν από τα “αριστερά”, δρουν σα να έχουμε όλη την εξουσία, σαν να πραγματοποιείται άμεσα σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό δείχνει η ιστορική πείρα και από τη δράση του ΜΙΡ στη Χιλή και του ΠΟΥΜ στην Ισπανία το 1936. Έτσι διευκολύνουν τη δημαγωγία της αστικής τάξης, αδυνατίζουν τη συμμαχία με τα μεσαία στρώματα, οδηγούν σε εξασθένιση τη λαϊκή πλειοψηφία, διευκολύνουν την ήττα της διαδικασίας.
Αν από λάθη ή άλλους λόγους χαθεί η πλειοψηφία, το να προετοιμάζεσαι για ένοπλη σύγκρουση είναι όχι μόνο τυχοδιωκτισμός αλλά και αυτοκτονία.xiv Η πιο λογική τακτική θα είναι μια προσωρινή υποχώρηση για να επανέλθεις όταν, και αν βελτιωθεί ο συσχετισμός δυνάμεων. Η αντίληψη ότι οι επαναστάτες δεν παραδίνουν την εξουσία ότι και αν γίνειxv, έχει οδηγήσει σε βαριές ήττες και φυσική εξόντωση της πρωτοπορίας.
Παρόλα αυτά, επαναλαμβάνουμε ότι αν οι προωθούμενες αλλαγές έχουν την ενεργητική στήριξη της πλειοψηφίας, τότε είναι εξαιρετικά δύσκολο να κινητοποιήσουν τον στρατό σε αντιδραστική κατεύθυνση, και στην απίθανη περίπτωση που γίνει αυτό, απλά διευκολύνεται η κατάληψη ολόκληρης της εξουσίας.

5. Η οικονομική διαχείριση


Το κύριο ζήτημα που θα κρίνει προς τα που θα πάνε τα πράγματα είναι το μέτωπο της οικονομικής διαχείρισης και της αποτελεσματικότητας. Οι εργαζόμενοι, τα μεσαία στρώματα προσδοκάν να δούνε τη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, κριτήριο της στάσης τους δεν είναι κατ' αρχήν, πχ το ποσοστό του κρατικοποιημένου τομέα, αλλά το αν και κατά πόσο αυτό βελτιώνει ή χειροτερεύει την κατάσταση.
Εδώ δεν έχουμε φυσικά ευγενή άμιλλα όπου κερδίζει ο καλλίτερος. Έχουμε όπως είπαμε, σκληρή ταξική πάλη, λυσσαλέα επίθεση από μέρους της αστικής τάξης, δυσπιστία από μεγάλη μερίδα μεσαίων στρωμάτων, ακόμα και δυσκολίες από κομμάτια της εργατικής τάξης που προτάσσουν τα στενά συντεχνιακά συμφέροντα τους. Στη Χιλή είχαμε απεργίες από εργατικά στρώματα, είτε αυθόρμητες είτε καθοδηγούμενες από αριστερίστικα στοιχεία που προεξοφλούσαν το ρεφορμιστικό χαρακτήρα της κυβέρνησης.
“Εvα μήvα μετά τις εκλoγές η αvτιπoλίτευση συvέρχεται από τηv ήττα της και καθoδηγεί τηv απεργία στα μεταλλεία χαλκoύ "Ελ Τεvιέvτε”. Αv και συμμετέχει σε αυτήv μόvo τo 35% τoυ πρoσωπικoύ, η απεργία διαρκεί oκτώ βδoμάδες και η παραγωγή πέφτει κατά 70%" (Καλτσώνης 2012).
Ή μήπως στη χώρα μας περιμένει κανείς καλλίτερη αντιμετώπιση από τις δυνάμεις του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τουλάχιστον με τη σημερινή τους πολιτική;
Στο μέτωπο της διαχείρισης περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων: η πλήρης αναδιοργάνωση και εκδημοκρατισμός του αναποτελεσματικού και ξεχαρβαλωμένου δημόσιου τομέα, η δυνατότητα ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος των δημόσιων επιχειρήσεων σε σχέση με τις καπιταλιστικές, ο δημοκρατικός και αποτελεσματικός σχεδιασμός, η στήριξη εργατικών αυτοδιαχειριστικών πρωτοβουλιών, η αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η φοροδιαφυγή κτλ. Χρειάζεται η εργατική τάξη να αρθεί στο ύψος των στρατηγικών καθηκόντων της. Νέα συνειδητή εργασιακή πειθαρχία, παραγωγικότητα, πρωτοβουλίες κτλ, που δεν είναι δεδομένο ότι θα επιδειχθούν αν από τα σήμερα δεν προσανατολίζεται σε αυτά, αλλά περιορίζεται σε οικονομικά μόνο αιτήματα. Αυτό είναι μορφή εκδήλωσης της ηγεμονίας. Αν δεν επιδειχθεί, τότε το οικονομικό μέτωπο θα χαθεί και μαζί με αυτό το σύνολο τη διαδικασίας. Κάποιοι υποτιμούν εντελώς αυτό τον τομέα. Νομίζουν ότι απλά μια αναδιανομή θα κερδίσει τις εργαζόμενες μάζες και θα εξασφαλίσει την υποστήριξή τους. Η αναδιανομή είναι αναγκαία αλλά από μόνη της δεν αντιμετωπίζει το σύνολο των προβλημάτων της μεταβατικής περιόδου. Η αναδιανομή είναι ένα μόνο ζήτημα, και μάλιστα όχι το κύριο. Πρέπει και να παραχθεί πλούτος, αλλά με νέο τρόπο, με νέες παραγωγικές σχέσεις.
Πώς έλυσε αυτά τα ζητήματα η Χιλιανή επανάσταση; Με τα λόγια του Λ Κορβαλάν “...ήρθε στιγμή που απόκτησε αποφασιστική σημασία η ανάπτυξη της παραγωγής και της παραγωγικότητας της εργασίας ... ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις που πέρασαν στα χέρια του κράτους .... ωστόσο η περιφρονητική στάση απέναντι στα οικονομικά καθήκοντα και η απουσία πραγματικής καθοδήγησης της οικονομίας έκλινε τη ζυγαριά όχι προς το μέρος μας” (ΠΕΣ 1/1978).
Φυσικά μπορεί να υπάρξει και μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση:
“Τέλος, στov τομέα της αύξησης της παραγωγής και της παραγωγικότητας της εργασίας τα αποτελέσματα τωv εκκλήσεων της κυβέρνησης ήταv βέβαια αξιόλογα αλλά όχι καθοριστικά. Σε συνθήκες καπιταλιστικής oικovoμίας και, κυρίως, αστικής εξουσίας, oι στόχoι αυτoί δεv μπoρoύv vα εκπληρωθούν με τov τρόπo και στo βαθμό πoυ γvώρισε η αvθρωπότητα μετά τις μεγάλες σoσιαλιστικές επαvαστάσεις τoυ 20oύ αιώvα (Καλτσώνης, 2012).
Αφήνουμε κατά μέρος το πώς “έλυσαν οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ου αιώνα το ζήτημα της παραγωγικότητας”. Σε αυτό που μας ενδιαφέρει: είναι εντυπωσιακό ότι αυτό ακριβώς που πρέπει να κάνει μια μεταβατική αριστερή κυβέρνηση, δηλαδή να πείσει με την οικονομική της αποτελεσματικότητα ευρύτερες μάζες για την ανάγκη του σοσιαλισμού, ο Καλτσώνης λέει ότι δεν γίνεται. Αν είναι έτσι, έχει δίκιο το ΚΚΕ που για τα πάντα θέτει προαπαιτούμενο τη λαϊκή εξουσία.
Παραμελώντας όμως το άμεσο στο όνομα του σοσιαλισμού, κλείνεις έτσι την πόρτα και στο άμεσο και στον σοσιαλισμό.

6. Μακρά και όχι σύντομη μεταβατική περίοδος


Η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου, με αφετηρία μια αριστερή κυβέρνηση που δεν θα έχει αρχικά όλη την εξουσία είναι μια μακριά μεταβατική περίοδος με δύο βασικούς στόχους. α) Την κατάληψη όλης της εξουσίας και β) την προσπάθεια να κατανοήσει ο λαός με τη δική του πείρα την ανάγκη για βαθύτερες ριζοσπαστικές αλλαγές στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού.xvi Βασική προϋπόθεση: κάθε μεγάλο ζήτημα να μπαίνει στη λαϊκή ετυμηγορία για έγκριση. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του δημοκρατικού δρόμου, που δεν είναι κατ' ανάγκη ειρηνικός, ούτε ένας απλός κοινοβουλευτικός περίπατος. Αν σε κάποια φάση χαθεί η πλειοψηφία πρέπει να προβλέπεται και η δυνατότητα υποχώρησης. Η κυβερνητική εναλλαγή δεν είναι κατ' ανάγκη στρατηγική ήττα, μπορεί να είναι πιθανά ο καλλίτερος δρόμος για να πειστούν ταλαντευμένες μάζες για την ορθότητα του σοσιαλιστικού δρόμου, και να επανέλθεις με καλύτερους όρους. Στρατηγική ήττα θα ήταν μια εκτροπή και η φυσική εξόντωση της πρωτοπορίας, έργο που το έχουμε δει επανειλημμένα στην ιστορία.
Όλα θα κριθούν από την ολοκλήρωση της οικοδόμησης ενός συνασπισμού εξουσίας από τις εκμεταλλευόμενες μάζες, διαδικασία που στη χώρα μας έχει μεν αρχίσει, αλλά απέχει αρκετά ακόμα από το να είναι τελειωμένη. Επίσης από την κατάκτηση της ηγεμονίας από την τάξη των μισθωτών, που είναι ακόμα ζητούμενο. Και τέλος από την πολιτική ωριμότητα και θεωρητική προετοιμασία των πολιτικών υποκειμένων της Αριστεράς. Αυτά είναι κατά τη γνώμη μας και τα βασικά διδάγματα της Χιλιανής εμπειρίας.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Πουλαντζάς Ν., Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ.
  2. Καλτσώνης Δ., Η κυβέρνηση της Λαϊκής ενότητας στην Χιλή 1970-1973, Ηλεκτρονική έκδοση, Εργατικός αγώνας (2012).
  3. Αφιέρωμα εκτός γραμμής: φάκελος “Η αριστερά στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία;', http://ektosgrammis.gr/index.php.
  4. Κορβαλαν Λ., Ο μη ένοπλος δρόμος της επανάστασης - Πώς διαμορφώθηκε αυτός στη χώρα μας, ΠΕΣ 1/1978.
  5. Ινσούσα Χ., Διδάγματα από τα γεγονότα στη Χιλή, ΠΕΣ 5/1977.
  6. Ροντρίγκες Π., Το πρόβλημα υπεράσπισης της λαϊκής εξουσίας, ΠΕΣ 6/1977, επίσης άρθρα των Τέτελμποιμ, Ο. Μίλιας, Φάσο στο αφιέρωμα των ΠΕΣ 1977-1978.
  7. Μπελαντής Δ., Το εγχείρημα του “ειρηνικού” δρόμου, περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ τεύχος 105, 2008.
  8. Σωτήρης Π., Η πολιτική κρίση, η Αριστερά και η δυνατότητα ενός νέου ιστορικού μπλοκ, Εκτός Γραμμής, http://ektosgrammis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1784:2012-11-11-09-38-10&catid=161:-30-&Itemid=646
iΠχ περιοδικό “εκτός γραμμής”, φάκελος “η αριστερά στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία;' http://ektosgrammis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1767:2012-10-15-21-18-45&catid=161:-30-&Itemid=639, Δ. Καλτσώνης η κυβέρνηση της Λαϊκής ενότητας στην Χιλή 1970-1973, ηλεκτρονική έκδοση, Εργατικός αγώνας (2012).
iiΠροκαλεί εντύπωση που κάποιες σχετικές μελέτες δεν κάνουν καθόλου λόγο σε αυτήν. Πχ ο Μπελαντής στο σχετικό άρθρο του στις ΘΕΣΕΙΣ το 2008, σε σύνολο 38 σελίδων δεν λέει την παραμικρή κουβέντα (!)
iiiΓια τις οποίες, σωστά παρατηρεί το εισαγωγικό σημείωμα στο αφιέρωμα του περιοδικού εκτός γραμμής: “... από τη μεριά των οργανώσεων της επαναστατικής Αριστεράς ορίστηκε ως η αναγκαία επιβεβαίωση μιας στην πραγματικότητα ανεύρετης εξεγερσιακής στρατηγικής, που στην καλλίτερη περίπτωση έμεινε διακήρυξη και στη τραγικότερη οδήγησε σε μια αυτοκαταστροφική εμπλοκή με τις παραλλαγές του αντάρτικου.”
vΚατηγορούν στα σοβαρά την κυβέρνηση της λαϊκής Ενότητας ότι “επέτρεψαν στη Δεξιά να έχει εφημερίδες, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ...”
viΛ. Κορβαλάν: “... πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν κάνουμε λόγο για πλειοψηφία γενικά, αλλά για τη δραστήρια πλειοψηφία ... η πλειοψηφία γενικά, είναι πολλές φορές ανεπαρκής, ή μπορεί μερικές φορές αυτή προσωρινά να μην υπάρχει ... η έννοια του ευνοϊκού συσχετισμού είναι πιο πλούσια και σύνθετη ... περιλαμβάνει το μαχητικό πνεύμα, την οργανωτικότητα, την ομοιογένεια των αντιλήψεων ... και σαν ειδικό παράγοντα τον στρατιωτικό συντελεστή.” Προσέξτε τη λεπτομέρεια του “να μην υπάρχει” (οφειλόμενη προφανώς στη λενινιστική κληρονομιά). Στη δική μας αντίληψη η πλειοψηφία πρέπει πάντα να υπάρχει, όχι φυσικά για ηθικούς λόγους, αλλά σαν πολιτική προϋπόθεση επιβίωσης της αριστερής κυβέρνησης.
viiΟ οικονομισμός με τη μορφή του καταναλωτισμού, δηλαδή την υποταγή στην αστική ιδεολογία.
viiiΠ. Ροντρίγκες: “... να εξηγείται στις μάζες ότι σε τέτοιες στιγμές πρέπει να δεχτούν ορισμένες υλικές θυσίες στο όνομα της επανάστασης ...”
ixΟ Λ. Κορβαλάν κάνει αυτοκριτικά λόγο ακόμα και για πάλη ενάντια στα μεσαία στρώματα, που έδωσε ανάσα στην αστική τάξη και δυνατότητες να κτίσει συμμαχίες. (ΠΕΣ, 1/1978).
xΧ. ΙΝΣΟΥΝΣΑ “... οι ενέργειες των αριστεριστών προκάλεσαν αρχικά ανησυχία και μετά πανικό στα πλατιά ενδιάμεσα στρώματα ...” ΠΕΣ 5/1977.
xiΕξ άλλου με τη στρατιωτική τεχνολογία σήμερα είναι εκτός συζήτησης η ένοπλη σύγκρουση με το σύνολο του στρατού. Το ζήτημα είναι να εξασφαλιστούν οι πολιτικές προϋποθέσεις ώστε να καταστεί αδύνατη ή τουλάχιστον επιζήμια για την αντίδραση κάθε προσπάθεια εκτροπής.
xiiΟι Χιλιανοί πχ κάνουν λόγο για ειδικό συσχετισμό δυνάμεων στον στρατιωτικό τομέα, που δρα αποτρεπτικά. “ακόμα και όταν προκρίνεται ο ειρηνικός δρόμος ... η φροντίδα για έναν ευνοϊκό συσχετισμό στον στρατιωτικό τομέα είναι απαραίτητη για να εμποδιστεί η αντίδραση να αρχίσει ένοπλη πάλη.” (Χ. ΙΝΣΟΥΝΣΑ, ΠΕΣ 5/1977). Επίσης έχουν τη σημασία τους γεωστρατηγικοι παράγοντες και η διεθνής θέση της χώρας, πχ η συμμετοχή σε ολοκληρώσεις.
xiiiΠουλαντζάς, Το κράτος η εξουσία ο σοσιαλισμός.
xivΠολλές φορές η αντίδραση σε σπρώχνει σε αποφασιστική σύγκρουση σε μη ευνοϊκή στιγμή για να σε συντρίψει και να αποτρέψει το να επανέλθεις αργότερα. Αν δεχθείς την πρόκληση, το πιο πιθανό είναι η φυσική εξόντωση χιλιάδων αγωνιστών και η υποχώρηση του κινήματος για πολλά χρόνια. Μια σειρά δραματικά ιστορικά προηγούμενα, μαζί και στην χώρα μας το 1944-1949, το επιβεβαιώνουν.
xvΠ. Ροντρίγκες “...το επαναστατικό προλεταριάτο που άρχισε την επανάσταση είναι αδύνατο πια να σταματήσει...” ΠΕΣ 6/1977.
xviΤο κρίσιμο αυτό σημείο παραγνωρίζουν εντελώς κάποιες αναλύσεις (πχ Π. Σωτήρης) που θεωρούν προαπαιτούμενη την ύπαρξη μιας αριστερής και ιδεολογικά ώριμης πλειοψηφίας στο λαό, από παρθενογένεση. Έτσι εξηγείται και η κατάστρωση ενός μεταβατικού προγράμματος κατά βούληση, χωρίς υπολογισμό της πραγματικής λαϊκής συνειδητότητας, και ο χαρακτηρισμός ρεφορμιστικού οτιδήποτε λιγότερο “επαναστατικού”.

20/1/13




Γιάννη Δραγασάκη: ποια έξοδος; από ποια κρίση; με ποιες δυνάμεις;
εκδόσεις Ταξιδευτής.
Βιβλιοπαρουσίαση.

Το βιβλίο του Γ. Δραγασάκη έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή για τους εργαζόμενους της χώρας μας αλλά και την Αριστερά. Στην καρδιά ενός γενικευμένου κοινωνικού πολέμου, λόγω της βαθιάς οικονομικής κρίσης, και σε στιγμές σχετικής ταξικής ισορροπίας, με την Αριστερά στην χώρα μας να διεκδικεί μετά από 60 περίπου χρόνια ξανά την εξουσία σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες και με εντελώς διαφορετική στρατηγική (δημοκρατικός δρόμος, αριστερή κυβέρνηση), το βιβλίο έρχεται να απαντήσει σε κρίσιμα ζητήματα θεωρίας και πολιτικής γύρω από το βασικό επίδικο που περιγράφει ο τίτλος του βιβλίου.
Αποτελείται από δυο μέρη. Το δεύτερο είναι μια συλλογή άρθρων του συγγραφέα που γράφτηκαν όλην την περίοδο πριν και κατά την διάρκεια της κρίσης, μέχρι σήμερα. Το πρώτο μέρος είναι μια πρωτότυπη και συμπυκνωμένη παρουσίαση των ιδεών που αναπτύσσονται στα άρθρα αλλά και μια προσπάθεια βαθύτερης και πιο ολοκληρωμένης πραγμάτευσης του θέματος. Στο σύντομο σημείωμα μας δεν είναι δυνατόν να εξαντλήσουμε το σύνολο των ιδεών και θέσεων του συγγραφέα (που άλλωστε κάποιες φαίνεται να είναι σε εξέλιξη, πράγμα καλό κατά την γνώμη μας), αλλά να παρουσιάσουμε ότι εμείς θεωρούμε πιο σημαντικό.


“οι κρίσεις δεν υπάρχουν ως αυθύπαρκτα φαινόμενα. Οι βαθύτερες αιτίες τους έχουν τις ρίζες τους στο εσωτερικό του καπιταλιστικού συστήματος...εκκολάπτονται και ωριμάζουν σε προηγούμενες φάσεις οικονομικής ανόδου, φάσεις έντονης κερδοφορίας και κερδοσκοπίας...δεν συνιστούν μόνο, κριτική του παρελθόντος αλλά και αίτημα για την υπέρβασή του...(η επόμενη μέρα) μπορεί να είναι μια νέα, πιο βάρβαρη ή πιο ήπια μορφή καπιταλισμού, αλλά μπορεί να είναι και μια νέα μορφή κοινωνίας...ο επίλογος δεν είναι γνωστός...είναι το αποτέλεσμα των κοινωνικών, ιδεολογικών και πολιτικών αγώνων...”
Μπορεί τα παραπάνω να μην είναι κάτι καινούργιο στα πλαίσια της Αριστεράς και του μαρξισμού αλλά δείχνουν τον οδηγητικό μίτο της σκέψης του συγγραφέα. Αναφέροντας τα και δίνοντας το στίγμα του βιβλίου, θα μας επιτραπεί στην συνέχεια να παρουσιάσουμε βασικά σημεία της ανάλυσης.

Ποια κρίση;

  1. Στην αρχή γίνεται μια αναλυτική περιγραφή για το πώς η κρίση προετοιμάστηκε από τον τύπο του παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου που προηγήθηκε, δηλαδή από ενδογενείς παράγοντες. Πώς υποβοηθήθηκε από επιλογές τύπου Ολυμπιάδας 2004, που αρχικά κουκούλωσαν τα προβλήματα δίνοντας μια πρόσκαιρη ανάπτυξη, για να τα μεταθέσουν οξύτερα το αμέσως επόμενο διάστημα. Πώς, παρά την πραγματική βάση του προβλήματος, ξέσπασε σε ένα βαθμό τεχνητά, ώστε να αξιοποιηθεί σαν μοχλός νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων στην Ελλάδα, στις χώρες του νότου και όλην την ΕΕ τελικά. Και τέλος τεκμηριώνεται με πολλά στοιχεία το ότι ανατροφοδοτείται από τα μνημόνια και τη συνταγή της λιτότητας που ανακυκλώνουν έναν φαύλο κύκλο λιτότητας-ύφεσης-ελλειμμάτων.
  2. Περιγράφονται τα χαρακτηριστικά του μοντέλου ανάπτυξης: αρχικά δασμοβίοτος και κρατικοδίαιτος καπιταλισμός με κραυγαλέες ανισότητες. Μετά έχουμε μια γενιά προβληματικών επιχειρήσεων που τα βάρη τους φορτώνεται το κράτος (κρίση του ιδιωτικού και όχι δημόσιου τομέα!). Παράλληλα γίνεται μια κάποια επέκταση του κοινωνικού κράτους χωρίς αντίστοιχη αύξηση των εσόδωνi, με δανεικά. Το χρέος από 20% το 1979 πάει στο 98% το 1993. Και τέλος έχουμε την πιστωτική και καταναλωτική υπερεπέκταση, με παράλληλη αποσάθρωση του παραγωγικού ιστού, μια ανάπτυξη φούσκα στηριγμένη στα δανεικά, και σε εκτεταμένη παραοικονομία.
  3. Ανεξάρτητα από την προϊστορία της κρίσης και του λόγους που την εξέθρεψαν παρουσιάστηκε μια ευκαιρία. Το 1994-2007 είχαμε σημαντικούς ρυθμούς ανάπτυξης, λόγω προσφοράς φτηνού δανεικού χρήματος (Ευρώ), ευρωπαϊκών πόρων, φτηνού εργατικού δυναμικού με την έκρηξη της μετανάστευσης, και επέκτασης στις αγορές των βαλκανικών κρατών. Παρ όλα αυτά δεν αντιμετωπίζονται τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της ελληνικής οικονομίας, ο δικομματισμός αρκείται στην φούσκα του χρηματιστηρίου και σε ευημερία στηριγμένη στην υπερχρέωση, “ευημερία πραγματική για τους λίγους, πλαστή εν πολλοίς για τους πολλούς, χτίζοντας κοινωνικές συμμαχίες στη βάση ενός δαπανηρού πελατειακού κράτους”. Η κρίση πια είναι προ των πυλών.
  4. Ενδιαφέρουσα είναι και η παρακάτω επισήμανση για την πολιτική που επικρατεί: “... η ανοχή στη φοροδιαφυγή και στην ήπια ανομία, αφ' ενός συγκαλύπτουν τη φοροδιαφυγή των μεγάλων...και αφ' ετέρου επέτρεπαν κοινωνικές συναινέσεις και ανοχές από ευρύτερα μεσαία και λαϊκά στρώματα στο πλαίσιο του δικομματισμού. Η ελεγχόμενη διάχυτη ανομία, φοροδιαφυγή και σπατάλη...είναι η κοινωνική βάση του δικομματισμού” (υπογράμμιση δική μας). Σε συνδυασμό με την εκτίμηση ότι “η εκλογική και πολιτική ήττα του δικομματισμού δεν συνιστά ήττα ή εγκατάλειψη αυτών των νοοτροπιών”, ο συγγραφέας φωτογραφίζει με καθαρό τρόπο τον σημερινό πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων και τους περιορισμούς μιας πιθανής αριστερής κυβέρνησης. Με απλά λόγια πχ μια φορολογική μεταρρύθμιση για πάταξης της φοροδιαφυγής, θα έχει σοβαρές αντιστάσεις ακόμα και στους ψηφοφόρους που θεωρητικά θα έχουν ψηφίσει ένα τέτοιο πρόγραμμα.

Ποια έξοδος; με ποιες δυνάμεις;

  1. Τα επίδικα της κοινωνικής σύγκρουσης είναι ποιος θα πληρώσει το κόστος της κρίσης, και τι σύστημα, τι εξουσία θα έρθει μετά. Η σημερινή κυρίαρχη πολιτική δεν αντιμετωπίζει το χρέος σαν πρόβλημα προς επίλυση αλλά σαν μοχλό νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων. Παρ όλο που έτσι αναγκάζεται προκειμένου να μη θίξει τα μεγάλα συμφέροντα να διαρρήξει τις κοινωνικές της συμμαχίες, προκαλώντας ραγδαία αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων και τη δυνατότητα ριζοσπαστικών αλλαγών.
  2. Για την έξοδο από την κρίση σε προοδευτική κατεύθυνση, απαιτείται η δημιουργία ενός νέου κοινωνικού και πολιτικού συνασπισμού εξουσίας. Η σημασία του συλλογισμού έγκειται στο ότι κατανοεί το κτίσιμο του σαν μια πολύμορφη διαδικασία που περιλαμβάνει την λαϊκή αυτενέργεια, τον κοινωνικό πειραματισμό στον τομέα της παραγωγής και διανομής, την προγραμματική ωρίμανση της κοινωνίας. Δεν είναι μια αυστηρά πολιτική διαδικασία., κυρίως όχι διαδικασία κορυφών. Περιλαμβάνει υγιείς δυνάμεις που εγκαταλείπουν τον δικομματισμό όχι μόνο εκλογικά αλλά και στην νοοτροπία.
  3. Για όσους από μας έχουν ξεμπερδέψει με την θεωρία του σοσιαλισμού σε μια χώρα όχι μόνο στα λόγια αλλά και στην πράξη, αποκτά ιδιαίτερη σημασία το πρόβλημα του συνδυασμού των ριζοσπαστικών αλλαγών στην Ελλάδα με παράλληλες διαδικασίες στην Ευρώπη. Φυσικά πρέπει να προετοιμαζόμαστε και να έχουμε σχέδιο για να ζήσουμε εκτός ΕΕ. Είτε στην περίπτωση που η Γερμανία ή κάποιος άλλος αποφασίσει να την διαλύσει, ή στην περίπτωση που οι διαπραγματεύσεις δεν οδηγήσουν σε κάποιο αποδεκτό συμβιβασμό. Αυτό όμως δεν αποτελεί επιθυμία, αλλά αναγκαστικό δρόμο, και ο λαός μας θα πρέπει σε μια τέτοια περίπτωση να προετοιμάζεται για δυσκολίες και θυσίες. Δεν μπορεί να αποτελεί επιλογή δική μας, όπως κάποιοι κύκλοι στην Αριστερά νομίζουν. Ακόμα και σήμερα που στην ημερήσια διάταξη δεν είναι ο σοσιαλισμός, αλλά ένα μεταβατικό πρόγραμμα ανακούφισης του λαού, κατάργησης του μνημονίου και αντιμετώπισης του χρέους, με παράλληλη αλλαγή πορείας στο παραγωγικό-καταναλωτικό πρότυπο και το πολιτικό σύστημα, η προβληματική της διαλεκτικής εθνικού-διεθνικού παραμένει. Αν η υλοποίηση αυτού του προγράμματος θα οδηγήσει στον σοσιαλισμό ή όχι θα εξαρτηθεί από τους κοινωνικούς αγώνες, από την ταξική και πολιτική πάλη. Πάντως σε κάθε φάση συνυπάρχουν οι διεθνείς περιορισμοί. Ακόμα και η πρώτη φάση της διαπραγμάτευσης του μνημονίου και του χρέους προϋποθέτει έναν αποδεκτό συμβιβασμό με τους δανειστές όπως είναι σήμερα. Βαθύτερες αλλαγές πρέπει να συμβαδίζουν με αλλαγές στον συσχετισμό δυνάμεων σε όλη την Ευρώπη. Αλλιώς βάζουμε από την πίσω πόρτα την θεωρία του “σοσιαλισμού σε μια χώρα” και μάλιστα σήμερα, την εποχή της έντονης διεθνοποίησης και των ολοκληρώσεων. Τα προβλήματα αυτά ρητά μεν θίγονται μόνο μια φορά στο βιβλίο και φευγαλέα, αλλά κατά την γνώμη μας, όλη η λογική του συγγραφέα υλοποιεί αυτή την βασική θεωρητική κατεύθυνση. Από την ανάλυση στο δίλημμα 'Ευρώ ή δραχμή', την τακτική των διαπραγματεύσεων, το πρόγραμμα εξόδου κτλ.
  4. Η προοπτική του αστικού μπλοκ είναι “στην καλλίτερη περίπτωση μια νέα κερδοσκοπική φούσκα στο έδαφος μιας κοινωνικής καταστροφής” (διάλυση κοινωνικού κράτους, μισθοί και δικαιώματα προπερασμένου αιώνα). Η προοπτική που προτείνει η Αριστερά είναι ένα νέο παραγωγικό και καταναλωτικό μοντέλο, με μια νέα εξουσία σε ένα νέο πολιτικό πλαίσιο βαθιού εκδημοκρατισμού. Σε αυτά τα πλαίσια ο λαός θα είναι διατεθειμένος να αναλάβει νέου τύπου βάρη και ευθύνες, όπως η σκληρή διαπραγμάτευση με τους δανειστές, η αλλαγή του κυρίαρχου υποδείγματος πολιτικής με τις νοοτροπίες που το στηρίζουν, και ο αγώνας για την εφαρμογή ενός προγράμματος μετάβασης σε μια νέα εποχή. Εδώ πρέπει να πούμε ότι ίσως πιο αποφασιστικά πρέπει να διαλυθούν αυταπάτες επιστροφής σε μια εύκολη εποχή υπερκαταναλωτισμού, της ήσσονος προσπάθειας, του ρουσφετιού και του βολέματος των δικών μας κτλ.
  5. Για το χρέος προκρίνει την επαναδιαπραγμάτευση και διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους, (λύση τύπου Γερμανίας το 1953) με ρήτρα ανάπτυξης, μέτρα παραγωγικής ανασυγκρότησης με κριτήριο τη απασχόληση και οικολογικές παραμέτρους (γενικά η οικολογική διάσταση είναι παρούσα σε όλο το βιβλίο), έχοντας επίγνωση ότι μια αριστερή κυβέρνηση δεν μπορεί να χτίσει το μέτωπο αθροίζοντας δυσαρέσκειες, αλλά απαιτείται ολοκληρωμένο πρόγραμμα και σχέδιο πχ η απαραίτητη καταπολέμηση της φοροδιαφυγής των μεσαίων στρωμάτων “πώς θα συνδυαστεί με μέτρα για την επιβίωση τους και την ένταξη τους στον παραγωγικό ιστό”. Παραθέτει μια σειρά σκέψεις για τις πιθανές πηγές πόρων. Κάνει λόγο για έναν νέου τύπου προστατευτισμό της ελληνικής παραγωγής όχι στηριγμένο στους δασμούς, ώστε να μην παράγει ένα μη-ανταγωνιστικό μοντέλο. Αναζητά τρόπους αξιοποίησης της λαϊκή εφευρετικότητας για νέες μορφές παραγωγής και διανομής από σήμερα, που πρέπει να στηριχτούν από μια αριστερή κυβέρνηση για να μην μαραζώσουν και πνιγούν από την αγορά. Όπως λέει χαρακτηριστικά χρειαζόμαστε μια νέα πολιτική οικονομία της μετάβασης.
  6. Ποιο συγκεκριμένα μπορεί να είναι το νέο παραγωγικό μοντέλο; Φυσικά δεν γίνεται λόγος άμεσα για τον σοσιαλισμό. Πρόκειται για ένα μεταβατικό μοντέλο, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει στον σοσιαλισμό ανάλογα με τους λαϊκούς αγώνες και τις διεθνείς εξελίξεις. Το μοντέλο αυτό δεν περιγράφεται στις λεπτομέρειες του, γιατί αυτές θα καθοριστούν από όλη την κοινωνία. Βασικές του κατευθύνσεις είναι : θα στηρίζεται στην αναδιανομή και όχι στον δανεισμό. Θα έχει κριτήριο τις ανάγκες και όχι την κερδοσκοπία. Θα στηρίζεται στην λαϊκή αυτενέργεια και πειραματισμό που θα ενισχύεται από το κράτος (εξασφάλιση πόρων, τεχνογνωσίας, αγορών, κτλ) και όχι αποκλειστικά στο κεφάλαιο. Θα περιλαμβάνει έναν εκσυγχρονισμένο και αποτελεσματικό δημόσιο τομέα σε στρατηγικούς τομείς όπου δεν χωρά το κριτήριο του κέρδους. Το βάρος εδώ πέφτει στην αποτελεσματικότητα, στην διαφάνεια, στην αυστηρή τιμωρία της διαφθοράς. Θα στηρίζεται στην καινοτομία και όχι στις αντιπαραγωγικές επιδοτήσεις. Θα στηρίζεται από έναν δημοκρατικό προγραμματισμό που θα απαντά στο τι και πώς θα παράγουμε. Δεν μπορούμε φυσικά να τα παράγουμε όλα σε εποχή διεθνοποίησης, αλλά δεν μπορούμε να μην παράγουμε και τίποτα, βασισμένοι μόνο στην μονοκαλλιέργεια του τουρισμούii. Βασικά κριτήρια θα είναι η αντιμετώπιση της ανεργίας, ή κάλυψη των λαϊκών αναγκών, η οικολογική διάσταση και όχι η καπιταλιστική κερδοφορία.
  7. Η μεγάλη κρίση του 1929 γέννησε το new deal στις ΕΠΑ αλλά και τον φασισμό και τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο. Σήμερα στην χώρα μας σηκώνει κεφάλι ο φασισμός αλλά παρουσιάζονται πάλι οι δυνατότητες για μια νέα κοινωνία. Ο συγγραφέας διστάζει να χρησιμοποιήσει τον όρο σοσιαλισμό μετά την τριπλή κακοποίηση του όρου (από τον υπαρκτό, την σοσιαλδημοκρατία, τον αυταρχικό τριτοκοσμικό σοσιαλισμό). Με τα δικά του λόγια: “χρησιμοποιώ τον όρο νέα κοινωνία και όχι σοσιαλιστική...διότι αυτή θα προκύψει από την κριτική και υπέρβαση όχι μόνο του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού αλλά και των στρεβλώσεων της ιδέας και του περιεχομένου του σοσιαλισμού. Το ζήτημα του σοσιαλισμού τίθεται ξανά ως ένα αίτημα προς επανακαθορισμό του περιεχομένου και της στρατηγικής προς αυτόν, σε κριτική σχέση τόσο με τις εμπειρίες του υπαρκτού σοσιαλισμού, όσο και με κείνες της προσαρμοσμένης στα νεοφιλελεύθερα δόγματα σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και διαφόρων μορφών αυταρχικού τριτοκοσμικού σοσιαλισμού. Θα είναι ένας νέος σοσιαλισμός με δημοκρατία και ελευθερία ή δεν θα είναι σοσιαλισμός”.

Αυτά σε γενικές γραμμές με το πρώτο μέρος του βιβλίου. Το δεύτερο περιλαμβάνει όπως είπαμε άρθρα του συγγραφέα που αποδεικνύουν την διαχρονική υποστήριξη από μέρους του θέσεων που σήμερα φαίνονται αυτονόητες, και φωτίζουν πλευρές και λεπτομέρειες με βάση την πολιτική επικαιρότητα. Πολλά είναι ενδιαφέροντα, στην παρουσίαση αυτή θα ξεχωρίσω τέσσερα που μου φαίνονται πιο σημαντικά.

  1. Στην παρέμβαση σε ημερίδα του ΣΥΝ (Μάης 2011) με θέμα “κρίση, μνημόνιο, περιβάλλον” εισάγει μια σειρά σημαντικά ζητήματα. Κάνει λόγο για την ανάγκη “διεύρυνσης της μαρξιστικής κριτικής στον καπιταλισμό, ώστε αυτή να περιλαμβάνει κριτική στον παραγωγισμό και την αναπτυξιολογία, δηλαδή στην παραγωγή και την ανάπτυξη σαν αυταξία, ανεξάρτητα από τα φυσικά όρια και το κοινωνικό περιεχόμενο τους”. Εισάγει τον όρο του “οικολογικού χρέους”, με την έννοια ότι οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της σημερινής μας δραστηριότητας δεν είναι πάντα ορατές άμεσα αλλά στο μέλλον, έτσι ώστε αν δεν λάβουμε σήμερα τα αναγκαία μέτρα αποτροπής ανεπίστρεπτων καταστροφών είναι σαν να συσσωρεύεται ένα αφανές οικολογικό χρέος. Επιστρέφει στον Μαρξ (κριτική του προγράμματος της Γκόττα) για να επισημάνει την ανάγκη η κοινωνία να σωρεύει απόθεμα για ασφάλεια, για την διασφάλιση της ύπαρξης και της αναπαραγωγής της, και όχι χρέη όπως γίνεται σήμερα. Επισημαίνει τον κίνδυνο να δούμε στο όνομα της πράσινης ανάπτυξης έναν νέο επιδοτούμενο κρατικοδίαιτο καπιταλισμό. Και κλείνει την παρέμβαση του παραφράζοντας την γνωστή φράση του Πουλαντζά λέγοντας ότι “η Αριστερά της εποχής μας είτε θα είναι επί της ουσίας οικολογική, ή δεν θα είναι Αριστερά”.
  2. Σε άρθρο του στην Ελευθεροτυπία (20/5/2010) ανάμεσα σε διάφορες σκέψεις για την αντιμετώπιση της κρίσης σε διαφορετικό δρόμο από τον ακολουθούμενο αναφέρει ότι η ανάπτυξη αντί με δανεισμό μπορεί να γίνει με αναδιανομή και με νέου τύπου διαρθρωτικές πολιτικές για μια κοινωνία αλληλεγγύης και μια οικονομία των αναγκών. Ότι “είναι καιρός να σκεφτούμε πολιτικές ικανοποίησης των αναγκών μέσω της διεύρυνσης των συλλογικών αγαθών αντί της θεοποίησης του καταναλωτισμού, του ιδιωτικού και της κοινωνικής σπατάλης. Είναι η κατάλληλη στιγμή για να σκεφτούμε τις ανάγκες μας συλλογικές και ατομικές...”. Αυτά κατά την γνώμη μας αφοράν και στην Αριστερά, και στα συνδικάτα και στους εργαζόμενους. Παρά τον κίνδυνο να εμφανιστούν σαν μια αριστερή παραλλαγή της λιτότητας, πρέπει θαρραλέα μέσα στην κρίση και με αφορμή την κρίση να ξαναδούμε τι είναι είναι ουσιαστικό και τι όχι. iii Έτσι ή αλλιώς οι μισθωτοί στην πλειοψηφία τους ζούνε λιτά. Άρα γιατί να μην υιοθετήσουν την ιδέα της λιτότητας και να απαιτήσουν να επεκταθεί στην αστική τάξη και στα πλούσια μεσαία στρώματα; Από την άλλη γιατί να θέλουμε επιπλέον εισόδημα πχ για φροντιστήρια αντί να διεκδικήσουμε ένα σωστό δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα; το ίδιο για την υγεία, τη στέγαση, τις συγκοινωνίες κτλ Πόσο αριστερό είναι το αίτημα πχ για φτηνή βενζίνη αντί για αξιόπιστα, φτηνά και σύγχρονα μέσα μαζικής μεταφοράς; τέλος κάνει λόγο για αναδιανομή όχι με βάση μόνο το εισόδημαiv αλλά και την περιουσία v.
  3. σε ομιλία στην ημερίδα του ΣΥΝ με θέμα τις ιδιωτικοποιήσεις (Μάης 2011), αφού αναφέρει ότι η κρίση που ζούμε προήλθε από τις ιδιωτικές και όχι τις δημόσιες επιχειρήσεις, ξεκαθαρίζει ότι ο σημερινός δημόσιος τομέας είναι ένα δημόσιο στο έδαφος του καπιταλισμού, δεν είναι το δημόσιο της αριστεράς. Φυσικά εύκολο να το λες αλλά δύσκολο να το καταλάβει ο κόσμος όταν η πολιτική σου δεν τον βοηθάει, μιας και κυριαρχεί το “όχι στις ιδιωτικοποιήσεις” κι όχι το “εκσυγχρονισμός και εξυγίανση, ενός διεφθαρμένου, διαπλεκόμενου, και αναποτελεσματικού δημόσιου κατ όνομα τομέα”. Αναφέρει ότι η πολιτική αντιπαράθεση αφορά το πρότυπο με το οποίο θα λειτουργήσει η κοινωνία, άρα έχει σημασία. Όμως εδώ ο αντίπαλος έχει την ηγεμονία αφού το δημόσιο στην χώρα μας σαν αποτέλεσμα χρόνιας κακοποίησης και ασέλγειας από μέρους του δικομματισμού ταυτίζεται με ότι πιο αναποτελεσματικό και σε μεγάλο βαθμό διεφθαρμένο. Εδώ ίσως η ανάλυση που γίνεται υποτιμά το πρόβλημα. Αν και αναφέρεται ότι το ζήτημα δεν είναι κύρια το πόσο κράτος αλλά το ποιο και για ποιόν κράτος, το βάρος δεν πέφτει εδώ.
  4. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι και η ανάλυση που γίνεται στην ομιλία στην ημερίδα του ΣΥΡΙΖΑ με θέμα τράπεζες και κοινωνία (Απρίλης 2012). Αναφέρει ότι “οι τράπεζες ασκούν κατά βάση μια κοινωνική λειτουργία κατά παραχώρηση της κοινωνίας”, άρα δεν δικαιολογείται και η λειτουργία τους με κριτήριο την κερδοσκοπία των ιδιοκτητών τους. Θεωρεί ότι είναι τυπικά ιδιωτικές, μόνο όσον αφορά την διανομή των κερδών τους, εφ' όσον τα κεφάλαιο τους τα αντλούν από την κοινωνία και το ρίσκο τους είναι εγγυημένο από το κράτος, από τους φόρους των πολιτών. Σε μια ιστορική αναδρομή περιγράφει τρεις θεμελιακές αλλαγές. Η πρώτη είναι η μετατροπή τους σε αφεντικά της βιομηχανίας, διαδικασία που ξεκινά από τις αρχές του 19ου αιώνα, αλλά που κυριαρχεί την δεκαετία του '60. Η δεύτερη είναι ο διαχωρισμός της λειτουργίας της ιδιοκτησίας από την λειτουργία της διεύθυνσης. Ονομάζει τον σημερινό καπιταλισμό χρηματιστηριακό, τραπεζοκεντρικό καπιταλισμό. Η τρίτη είναι το πέρασμα από ένα καθεστώς αυστηρής εποπτείας και επιτήρησης -κυρίως μετά την κρίση του 1929- σε ένα καθεστώς απορρύθμισης και πλήρους ασυδοσίας. Ειδικά για την Ελλάδα το αμέσως προηγούμενο διάστημα οι τράπεζες πραγματοποιούν υπερκέρδη, που διανέμονται σε μετόχους και μεγαλοστελέχη, στηριγμένες στην μεγάλη διαφορά επιτοκίου δανείων και καταθέσεων (3,5% έναντι 1,3% στην Ευρωζώνη), στη φούσκα του χρηματιστηρίου, και σε μια στροφή σε καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια αντί για επιχειρηματικά. Και θεωρεί σκάνδαλο την ανακεφαλαίωση τους χωρίς τον έλεγχο του δημοσίου, σε υλοποίηση του νεοφιλελεύθερου δόγματος κοινωνικοποίηση των ζημιών, ιδιωτικοποίηση των κερδών. Δεν θεωρεί ότι αρκεί η κρατικοποίηση. Ψάχνει μορφές ελέγχου και από εμπλεκόμενους φορείς, όπως οι καταθέτες, οι εργαζόμενοι στις τράπεζες, αρκεί προσθέτει να μην πάρει μορφή συντεχνιασμού (κάτι που δεν είναι εύκολο προσθέτουμε εμείς, και θέλει φυσικά μελέτη). Και φυσικά επαναφέρει την γνωστή -και αμφιλεγόμενη!- πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για ρύθμιση των χρεών των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Λέγω αμφιλεγόμενη γιατί αφ' ενός μεταφέρει στο κοινωνικό σύνολο και στον φορολογούμενο χρέη που εν πολλοίς δεν ήταν δικαιολογημένα και αφ ετέρου επιβραβεύει τον καταναλωτισμό με δανεικά.

Η αξία του βιβλίου έγκειται στο ότι σε μια κατάσταση, όπου κάποιοι απλά προσμένουν την επιστροφή στο 2008 σε ότι αφορά την κατανάλωση και την παραγωγή, και άλλοι ευαγγελίζονται σοσιαλισμό σε μια χώρα, φαντασιώνοντας μια επαναστατική λαϊκή πλειοψηφία που την συγκρατεί δήθεν ο ρεφορμιστικός ΣΥΡΙΖΑ, ο Γ. Δραγασάκης βάζει για συζήτηση τις αναγκαίες ριζοσπαστικές αλλαγές στο παραγωγικό και καταναλωτικό μοντέλο. Ριζοσπαστικές αλλαγές που όμως να σέβονται και τον εσωτερικό συσχετισμό δυνάμεων, (χωρίς να υποτάσσονται σε αυτόν, μιας και είναι δυναμικός παράγοντας σε εξέλιξη που με την σειρά του διαμορφώνεται από τις προγραμματικές επεξεργασίες), αλλά και τους διεθνείς περιορισμούς αυτής της διαδικασίας. Κάνει μια προσπάθεια θεμελίωσης της δικής μας πολιτικής οικονομία της μετάβασης. Όπως γράφει, δεν φιλοδοξεί να προσφέρει τελειωτικές λύσεις αλλά το άνοιγμα ενός διαλόγου. Οι τελικές λύσεις θα διερευνηθούν και θα διευρυνθούν από τον κοινωνικό πειραματισμό και την λαϊκή πρωτοβουλία, με την στήριξη φυσικά των οργανώσεων της Αριστεράς.

Κέρκυρα, Γενάρης 2013.

iΗ επισήμανση έχει την σημασία της, γιατί είναι ισχυρή η αντίληψη ότι για το έλλειμμα φταίει ο Αντρέας Παπανδρέου, δηλαδή ο “σοσιαλισμός”, το κοινωνικό κράτος κτλ. Αυτό που πραγματικά φταίει είναι η πολιτική του κοινωνικού κράτους με δανεικά, χωρίς αναδιανομή, χωρίς σύγκρουση με την πλουτοκρατία.
iiΣε πρόσφατες επεξεργασίες του ΣΥΡΙΖΑ προτείνεται η επικέντρωση σε 5 παραγωγικούς κλάδους-συμπλέγματα: Το αγροτοδιατροφικό, το τουριστικό, το ενεργειακό, το σύμπλεγμα βιομηχανίας-περιβαλλοντικών τεχνολογιών και έρευνας, καθώς επίσης και το κατασκευαστικό σύμπλεγμα. (ομιλία Τσίπρα στην ΔΕΘ,2012)
iiiΑξία της Αριστεράς είναι η ανάπτυξη της προσωπικότητας των εργαζομένων, η διεκδίκηση δημιουργικής εργασίας, η προώθηση τους στην διοίκηση της κοινωνίας και των επιχειρήσεων, και όχι πρώτα απ όλα αιτήματα αυξήσεων για να συσσωρεύουν υλικά αγαθά. Το αναγκαίο ψηλό βιωτικό επίπεδο και η αναδιανομή είναι μια προϋπόθεση μόνο για τα προηγούμενα και όχι αυτοσκοπός. Φυσικά καταλαβαίνει κάνεις τα συνδικάτα να είναι μονόπλευρα προσανατολισμένα στο βιοτικό επίπεδο, αλλά προκαλεί εντύπωση να έχει τον ίδιο οικονομίστικο προσανατολισμό και τμήμα της Αριστεράς, και μάλιστα με την αυταπάτη όχι είναι “επαναστατικό”.
ivΚατά την γνώμη μας, τουλάχιστον στην αρχική φάση, και το εισόδημα δεν μπορεί να φορολογείται μόνο με το τι δηλώνεται, αλλά κυρίως με ένα σύστημα ορθολογικών και δίκαιων τεκμηρίων διαβίωσης αλλιώς θα συνεχιστεί το καθεστώς υπερφορολόγησης των μισθωτών και φοροδιαφυγής των μεσαίων στρωμάτων. Στην ίδια λογική δεν είναι ρεαλιστικός ο περιορισμός των έμμεσων υπέρ των άμεσων φόρων. Αρκεί η οι έμμεσοι φόροι να μην είναι οριζόντιοι αλλά στοχευμένοι, δηλαδή σε είδη πολυτελείας, εισαγωγής κτλ.
vαλήθεια, πότε η Αριστερά θα μιλήσει για σημαντική αύξηση του φόρου κληρονομιάς; προοδευτικά φυσικά, με εξαίρεση πχ ενός λογικού σπιτιού για διαμονή. Δεν μπορεί ο αμύθητος πλούτος που συσσωρεύει η αστική τάξη να κληροδοτείται ολόκληρος στους γόνους της, και να μην μένει ένα σημαντικό μέρος στην κοινωνία.

14/6/12


Τι να κάνουμε;


Το μικρό αυτό σημείωμα περιλαμβάνει κάποιες σκέψεις με αφορμή την εξαιρετική πολιτική συγκυρία. Κάποιες απόπειρες για θεωρητική τεκμηρίωση στοιχείων πολιτικής. Γράφτηκε εν θερμώ λίγες μέρες πριν τις εκλογές και ανοίγει μια συζήτηση για την επόμενη μέρα. Για έναν αντίστοιχο προβληματισμό δες http://www.aristerovima.gr/details.php?id=3454

Α)Τι ακριβώς συνιστά η αριστερή κυβέρνηση;

Η δυνατότητα της αριστεράς να πάρει την κυβερνητική (και νομοθετική) εξουσία, δεν συνιστά φυσικά κατάληψη του συνόλου της πολιτικής εξουσίας. Περισσότερο μάλιστα που δεν θα εξασφαλίσει την πλειοψηφία στο λαό αλλά θα στηρίζεται στον καλπονοθευτικό νόμο..
Όσο σημαντικές και αν είναι οι εξουσίες αυτές, φυσικά το σύνολο της πολιτικής εξουσίας θα ανήκει στην αστική τάξη: ο κρατικός μηχανισμός, η δικαστική εξουσία, ο στρατός, ή αστυνομία, η τοπική αυτοδιοίκηση, τα ΜΜΕ. Σημαντικές είναι οι δεσμεύσεις από την ΕΕ, που της έχει εκχωρηθεί μέρος της ανεξαρτησίας της χώρας, πράγμα αυτονόητο για μια συμμετοχή σε κάποια ολοκλήρωση, πολύ δε περισσότερο για μια σχετικά αδύνατη χώρα. Το σημαντικότερο κατά την γνώμη μου δεν είναι ότι οι βασικοί θεσμοί του αστικού κράτους θα είναι εχθρικοί, αλλά ότι και ο συσχετισμός των δυνάμεων στο λαό δεν είναι ευνοϊκός. Υπάρχει μεν μια αντιμνημονιακή πλειοψηφία, παραπέρα και σημαντικότερο μια χρεοκοπία του παραδοσιακού αστικού πολιτικού προσωπικού, μια αγανάκτηση για την απότομη χειροτέρευση του βιοτικού επιπέδου, αλλά συνυπάρχει σύγχυση, και κυριαρχούν αστικές και μικροαστικές απόψεις για την παραπέρα πορεία.
Ένα παράδειγμα: βασική προγραμματική θέση του ΣΥΡΙΖΑ, και βασικό εργαλείο αναδιανομής θα είναι η προσπάθεια χτυπήματος της φοροδιαφυγής. Ένα μεγάλο κομμάτι της -πέρα από το μεγάλο κεφάλαιο- αφορά και εκτεταμένα μικροαστικά στρώματα που φοροδιαφεύγουν συστηματικά. Καταλαβαίνουμε πόσο θα δυσαρεστηθούν -ακόμα και αν ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ- όταν θα κληθούν να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούν.
Επίσης εκτός της πολιτικής, και το σύνολο της οικονομικής εξουσίας ανήκει στην αστική τάξη, πλην μερικών δημόσιων επιχειρήσεων, που και αυτές σήμερα διοικούνται και λειτουργούν σε όφελος της αστικής τάξης, και είναι δεμένες με χίλια νήματα με το κεφάλαιο. (ο σημερινός τρόπος λειτουργίας τους και η κακοδιοίκηση τους προσφέρουν το καλλίτερο επιχείρημα για την ιδιωτικοποίηση τους).

Β)Απέναντι σε αυτές τις δυσκολίες:

-το ΚΚΕ προεξοφλεί την αποτυχία του εγχειρήματος της αριστερής κυβέρνησης, και κάτι χειρότερο, στέκεται απέναντι, και στην ουσία στο πραγματικό δίλημμα μνημόνιο ή Αριστερά στην πράξη, πέρα από προθέσεις, πριμοδοτεί το μνημόνιο. Για το ΚΚΕ ή σοσιαλισμός (λαϊκή εξουσία το λέει), ή τίποτα.
Τι και αν στελέχη του σωστά διαμαρτύρονται για απομάκρυνση από το πρόγραμμα του που μιλά για ενδιάμεσες φάσεις με αντιιμπεριαλιστικά αντιμονοπωλιακά μέτωπα, για ταύτιση τακτικής και στρατηγικής, για σεκταρισμό και αυτοαπομόνωση. Τίποτα, το ΚΚΕ έχει αυτοπαγιδευτεί σε μια πορεία απομόνωσης από την εργατική τάξη, που σήμερα μπαίνει μαζικά στο προσκήνιο, εγκαταλείπει μαζικά τα αστικά κόμματα, και φυσικά προσπερνά την πολιτική του ΚΚΕ και το ίδιο το ΚΚΕ. 

-η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, χωρίς μια ρεαλιστική εκτίμηση της πολιτικής ωριμότητας των μαζών εγκαλεί το ΣΥΡΙΖΑ γιατί το πρόγραμμα του δεν είναι πιο προωθημένο1. Θεωρητικός και πολιτικός παραλογισμός. Ακόμα και ο Π. Παπακωνσταντίνου που είναι ίσως η πιο προσγειωμένη φωνή στο χώρο αυτό, κινείται σε αυτή την κατεύθυνση, κάνει αφαίρεση από την πολιτική ωριμότητα των μαζών και συναρτά το πρόγραμμα αυθαίρετα από την θέληση των κομμάτων, ή των ηγεσιών2. Χαρακτηριστικά κατηγορεί το ΣΥΡΙΖΑ ότι διαμορφώνεται από τον κόσμο που εκπροσωπεί αντί να τον ...διαμορφώνει! Λες και η πολιτική ωριμότητα δεν δημιουργείται με βάση την πείρα αλλά με βάσει την θέληση των κομμάτων. Ο Λένιν το έλεγε μπέρδεμα της πολιτικής με την παιδαγωγική.
Για να μην παρεξηγηθούμε: φυσικά και το κόμμα καθοδηγεί σε ένα βαθμό, διαμορφώνει πρόγραμμα, πολιτική, αλλά σε κάποια όρια που καθορίζονται από την συνείδηση των μαζών. Για αυτό υπάρχουν και τα μεταβατικά προγράμματα, η τακτική. Η τέχνη είναι να οδηγείς τις μάζες να διδάσκονται από την ίδια τους την πείρα.
ένα παράδειγμα: η μεγάλη πλειοψηφία σήμερα είναι, για λόγους που εξηγούνται εύκολα, υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων. Ο αριστεριστής θα το αγνοήσει και με εκκλήσεις για γενικευμένες εθνικοποιήσεις, θα προσπαθήσει να πείσει με τα λόγια τις μάζες. Ο πραγματικός επαναστάτης θα πάρει την εξουσία με ένα 'ρεφορμιστικό' πρόγραμμα, χωρίς γενικευμένες εθνικοποιήσεις, θα επιλέξει μετά 3-4 δημόσιες επιχειρήσεις, θα τις εξυγιάνει, θα τις κάνει πρότυπο απόδοσης, λειτουργίας και κερδοφορίας, θα έχει δείξει στις μάζες τι σημαίνει δημόσιος τομέας, και τότε -και μόνο τότε- θα βάλει για λαϊκή έγκριση (πχ σε εκλογές) το ζήτημα των γενικευμένων εθνικοποιήσεων
Αλλά κάποιοι νομίζουν ότι στην πολιτική όσο “αριστερότερα” είναι τόσο καλλίτερα. Ακόμα κι αν το 'αριστερό' πρόγραμμα συγκινεί μερικές εκατοντάδες, άντε λίγες χιλιάδες, φοιτητές και διανοούμενους. Όχι, επαναστατικό είναι αυτό που μπορεί να κινητοποιήσει την πλειοψηφία.. Αν ήταν όπως τα φαντάζεται η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι μπολσεβίκοι δεν θα είχαν πάρει ποτέ την εξουσία, έχοντας τα 'αστικά' συνθήματα ειρήνη και γη στους αγρότες (και μάλιστα σε αντίθεση με το πρόγραμμα τους που μίλαγε για εθνικοποίηση και όχι μοίρασμα της γης). Ψιλοπράγματα ...οι “ρεφορμιστές” μπολσεβίκοι κέρδισαν την πλειοψηφία της εργατικής τάξης με δύο ταπεινά αστικά αιτήματα, με τα οποία πήραν την εξουσία. Ο ΣΥΡΙΖΑ μιλά για ακύρωση του μνημονίου που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τον πυρήνα της πολιτικής της αστικής τάξης, το διεθνές κεφάλαιο, την ΕΕ, τον Ομπάμα κτλ, και όμως εγκαλείται για ρεφορμισμό! Θα ήταν για γέλια αν δεν ήταν για κλάματα3.
Η χειρότερη ενσωμάτωση είναι η απομόνωση από την εργατική τάξη, το χάσιμο της ικανότητας να κινητοποιείς τις μάζες, να χτίζεις πραγματικές πλειοψηφίες που να συγκρούονται με την ουσία της πολιτικής του κεφαλαίου, και μάλιστα σε συνθήκες έκτακτες, που θυμίζουν επαναστατική κατάσταση.
Και πράγματι η κατάσταση μοιάζει σε μεγάλο βαθμό επαναστατική . Οι από πάνω δεν μπορούν να κυβερνήσουν, χάνουν ραγδαία την νομιμοποίηση τους. Οι από τα κάτω δεν θέλουν να κυβερνηθούν όπως παλιά, εγκαταλείπουν μαζικά τα αστικά κόμματα. Και κατά χιλιάδες κινητοποιούνται, ανακαλύπτουν την πολιτική, δραστηριοποιούνται.. Και παράλληλα εμφανίζεται, σχεδόν από το πουθενά, ο υποκειμενικός παράγοντας, ο ΣΥΡΙΖΑ, που αν και σχετικά ανέτοιμος θεωρητικά, πολιτικά, οργανωτικά, πάντως βάζει θέμα εξουσίας, της κυβερνητικής σήμερα, ολόκληρης αύριο.


Γ) για την Ευρωπαϊκή Ένωση

Από διάφορες δυνάμεις μπαίνει σαν κριτήριο “αριστεροσύνης” η θέση για έξοδο από την ΕΕ. Εγκαλείται ο ΣΥΡΙΖΑ γιατί δεν προτάσσει την έξοδο. Κατ αρχήν ας υποθέσουμε ότι έχουν δίκιο και ότι η έξοδος είναι προαπαιτούμενο οποιωνδήποτε αλλαγών. Τι σημαίνει αυτόματα αυτό; Σημαίνει ότι αφού σήμερα το 85% των Ελλήνων είναι υπέρ της παραμονής, η Αριστερά δεν μπορεί να διεκδικήσει την κυβερνητική εξουσία και ότι πρέπει να περιοριστεί στην αντιπολίτευση. Ότι πρέπει να αφήσει την ΝΔ-ΠΑΣΟΚ να κάνουν κυβέρνηση, αν δεν θέλει να κυβερνήσει κόντρα στην θέληση της πλειοψηφίας. Βέβαια και να το ήθελε αυτό, η πλειοψηφία θα την έβαζε στην θέση της. Βλέπουμε λοιπόν ότι αυτή η θέση δίνει την πρωτοβουλία των κινήσεων στο αστικό μπλοκ και αυτοπεριορίζει την Αριστερά στην αντιπολίτευση. Τον απλό αυτό συλλογισμό δεν μπορούν να τον κάνουν κατά τα άλλα σοβαροί άνθρωποι4.
Αν λοιπόν, λέμε αν, είχαν δίκιο, η μόνη λενινιστική τακτική θα ήταν να πούνε: “σήμερα δεν βάζουμε θέμα εξόδου. Επειδή όμως πιστεύουμε ότι αυτό είναι ένα σοβαρό εμπόδιο στην πολιτική που θέλουμε να υλοποιήσουμε θα προσπαθήσουμε να κυβερνήσουμε, και θα φανεί αν η ΕΕ μας εμποδίζει ή όχι”. Έτσι ο λαός με την δική του πείρα θα έκρινε την ΕΕ από τον αν επιτρέπει ή εμποδίζει ώριμους στόχους που θέλει να υλοποιηθούν. Πάλι η αρχή ο λαός να διδάσκεται με την ίδια του την πείρα. Και όχι να μπει το κάρο πριν το άλογο.
Αλλά πάμε παραπέρα. Δεν καταλαβαίνουν ότι η έξοδος από το είναι ένα αστικό αίτημα, που προωθείται από μερίδες της αστικής τάξης που θα κερδίσουν από μια τέτοια εξέλιξη (εξαγωγείς, τομέας τουρισμού, εγχώρια βιομηχανική παραγωγή κτλ). Ο κόσμος της μισθωτής εργασίας σε συνθήκες αστικής εξουσίας, όχι μόνο δεν έχει τίποτα να κερδίσει, αλλά θα υποστεί -προσωρινά τουλάχιστον- μια παραπέρα ισχυρή συμπίεση προς τα κάτω του εισοδήματος και των δικαιωμάτων του. Θα χρεώσει την Αριστερά για αυτό , χωρίς να περιμένει την περίοδο της σχετικής ανάκαμψης, που θα έρθει αργότερα, και πιθανά με την καθοδήγηση των αστικών πολιτικών δυνάμεων Θα πρόκειται για ήττα ιστορικών διαστάσεων. “Θα είναι καταστροφή” είχε δηλώσει η Α Παπαρήγα, συνδέοντας τουλάχιστον την αποχώρηση με την λαϊκή εξουσία, δηλαδή τον σοσιαλισμό. Αλλά αυτή η αντίληψη βάζει από το παράθυρο την ιδέα του σοσιαλισμού σε μια χώρα. Ιδέα που κυριαρχούσε στο αριστερό κίνημα τον 20ο αιώνα, και χρεοκόπησε μαζί με την κατάρρευση του υπαρκτού. Εκτός και αν ακόμα χειρότερα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ5 δεν μιλά για σοσιαλισμό σε μια χώρα αλλά για καπιταλισμό σε μια χώρα, πράγμα ακόμα χειρότερο την εποχή της παγκοσμιοποίησης και εντελώς ανιστορικό. Οι ολοκληρώσεις είναι ένα αντικειμενικό, προοδευτικό φαινόμενο, και διευρύνει την βάση σοσιαλιστικών μετασχηματισμών σε βιώσιμες εδαφικές και οικονομικές ενότητες.
Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι βαθιές αλλαγές, πολύ περισσότερο σοσιαλισμό, μπορεί να κάνει κανείς στην σημερινή ΕΕ. Αλλά δεν μπορεί να κάνει τέτοιες αλλαγές και να έχει μια βιώσιμη σύγχρονη οικονομία έξω από την αντικειμενική πορεία των οικονομικών ολοκληρώσεων, της παγκοσμιοποίησης.
Τι μένει λοιπόν; Πιο ρεαλιστική και εφικτή φαίνεται η πολιτική που προκρίνει την άμεση εφαρμογή αριστερών αλλαγών στα πλαίσια και σε σύγκρουση με την ΕΕ, και στο βαθμό που αλλάζει ο πανευρωπαϊκός συσχετισμός δυνάμεων, θα προχωρούν δημοκρατικά, σύμφωνα με την λαϊκή θέληση, βαθύτερες αλλαγές.. Έτσι και αλλιώς σε ευρύτερες γεωγραφικές ή πολιτικές περιοχές εμφανίζονται φαινόμενα ντόμινο, όπως πχ στην Λ Αμερική, και αλλού.
Κάτι τελευταίο. Από άλλη πλευρά, την ΔΗΜΑΡ, εμφανίζεται αντίθετα μια καταστροφολογία για την ιδέα εξόδου, ανάλογη με την προπαγάνδα του αστικού μπλοκ. Και αυτό είναι υπερβολή και λαθεμένο. Δεν προκρίνουμε την έξοδο, αλλά αν οι συνθήκες το φέρουν, πχ μια διάλυση της ΕΕ με πρωτοβουλία της Γερμανίας, ή άλλων χωρών (Ισπανία, Ιταλία κτλ), θα μπορέσουμε να ζήσουμε. Θα περάσουμε μια δύσκολη μεταβατική περίοδο, θα χρειαστούν θυσίες αλλά αργά ή γρήγορα θα επακολουθήσει μια ανάπτυξη. Το ζήτημα είναι ποιά πολιτική δύναμη θα χρεωθεί την αρχικά δύσκολη ή και πολύ δύσκολη μεταβατική περίοδο.

Δ) ποιά είναι η προοπτική;

Η αριστερή κυβέρνηση είναι μια μεταβατική περίοδος. Το παλιό έχει πεθάνει αλλά το καινούργιο δεν έχει ακόμα γεννηθεί6. Στην ημερήσια διάταξη της αριστερής κυβέρνησης δεν είναι ο σοσιαλισμός, αλλά η υλοποίηση μια σειράς άμεσων, μεταβατικών μέτρων. Ποιά είναι η ιδέα;
Η ιδέα και ο στόχος είναι η Αριστερά, σε συνθήκες οξυμένων ταξικών συγκρούσεων, να πάρει σταδιακά όλην την πολιτική εξουσία, και με μια σειρά βήματα και ανάλογα με τις διεθνείς εξελίξεις, να ανοίξει το δρόμο για τον σοσιαλισμό, που φυσικά -επαναλαμβάνουμε- είναι μια διεθνής υπόθεση. Όσοι βαυκαλίζονται με την ιδέα του σοσιαλισμού σε μια χώρα, προφανώς δεν διδάχτηκαν τίποτα από την ιστορία του 20ου αιώνα..
Πώς μπορεί να γίνει αυτό;
Ο λαός θα αποφασίζει τα βήματα ανάλογα με την πείρα του, και με τους κατάλληλους τρόπους πχ εκλογικές αναμετρήσεις, ή δημοψηφίσματα και άλλες μορφές άμεσης δημοκρατίας. Θα υλοποιούνται μόνο τα μέτρα που συγκεντρώνουν λαϊκή πλειοψηφία. Θα υπάρχει δυνατότητα πισωγυρίσματος, ουσιαστική στην αρχή, όσο ο συσχετισμός δυνάμεων είναι εύθραυστος, και ασταθής η ταξική ισορροπία, τυπική αργότερα όταν περάσει όλη η εξουσία στον κόσμο της εργασίας. Πάντως και τότε τυπικά θα υπάρχει η δυνατότητα σχηματισμού αστικής κυβέρνησης αν κερδίσει λαϊκή πλειοψηφία, πράγμα μεν δύσκολο, αλλά δυνατό. Αν από την άλλη οι διεθνείς εξελίξεις δεν οδηγήσουν σε ένα φαινόμενο ντόμινο με κυβερνήσεις της Αριστεράς -όχι κεντροαριστεράς -, τότε η μεταβατική εξουσία δύσκολα θα κρατηθεί και πιθανά να πισωγυρίσουμε σε αστική διακυβέρνηση. Αλλά και σε αυτήν την περίπτωση οι λαϊκές κατακτήσεις δεν θα είναι εύκολο να ξηλωθούν, και εν πάση περιπτώσει, αν αυτό γίνει ομαλά και χωρίς αντιδημοκρατικές εκτροπές7, θα έχει μπει μια υποθήκη για μεταγενέστερες προσπάθειες.
Αυτό πείτε το όπως θέλετε, δημοκρατικό, ή ειρηνικό δρόμο. Αρκεί να μην υπάρχουν αυταπάτες .Η ταξική σύγκρουση θα είναι οξυμένη, θα υπάρχει ίσως και κίνδυνος αντιδημοκρατικής εκτροπής που πρέπει να αντιμετωπιστεί αποφασιστικά. Αλλά είναι ο πιο ρεαλιστικός και πιθανός δρόμος σήμερα, στον 21ο αιώνα, με τα σημερινά χαρακτηριστικά του κόσμου της εργασίας, και το επίπεδο του πολιτικού πολιτισμού που έχει κατακτηθεί. Που δεν θα καταστρέψει τις κατακτήσεις τις αστικής δημοκρατίας, αλλά θα τις διευρύνει, θα τους αλλάξει ταξικό πρόσημο. Όσοι ονειρεύονται μορφές κινητοποίησης των εργαζομένων που δεν αντιστοιχούν σε αυτά τα χαρακτηριστικά θα παίζουν όλο και μικρότερο ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις.
Υπάρχει κίνδυνος να ξεφτιλιστούμε8 από δικές μας αδυναμίες; ναι υπάρχει.
Υπάρχει κίνδυνος να μας τσακίσει ο αντίπαλος αξιοποιώντας την τεράστια πίεση από το κεφάλαιο, τις αγορές , τα ΜΜΕ που είναι όλα εχθρικά, ή και την άκαιρη πίεση από τα αριστερά9;ναι υπάρχει.
Υπάρχει κίνδυνος ο λαός να μας γυρίσει την πλάτη, απογοητευμένος από τις δυσκολίες ενώ περιμένει μια “εύκολη επιστροφή στο πριν του 2008”; ναι υπάρχει.
Είναι όμως αυτός λόγος να μην αξιοποιήσουμε την ευκαιρία και να μην προχωρήσουμε; νομίζω πώς όχι.
Αλλά αυτό δεν εξαρτάται τόσο από την θέληση μας όσο από την θέληση του λαού που μπαίνει δραματικά στο προσκήνιο. Όποιος δεν το καταλαβαίνει ...

σημειώσεις
3Αποτελεί ειρωνεία η σχέση κάποιων με τους μπολσεβίκους και τον Λένιν. Ακολουθούν εντελώς δογματικά θέσεις του που απορρίφθηκαν από την ζωή, πχ η περιφρόνηση της λαϊκής πλειοψηφίας, ή η μη ωριμότητα του κομμουνισμού στον 20ο αιώνα, αλλά απορρίπτουν θέσεις τους που έχουν επιβεβαιωθεί δηλαδή ότι οι μάζες πρέπει να διδάσκονται με την ίδια τους την πείρα, ότι το πρόγραμμα δεν καθορίζεται εγκεφαλικά αλλά με βάσει την πολιτική ωριμότητα των μαζών κτλ.
4Πχ http://www.aristerovima.gr/blog.php?id=3479, Γ Ρούσης, Άμεση έξοδος από την ΕΕ, ή βαρβαρότητα
5Και άλλοι οικονομολόγοι όπως ο Καζάκης, Λαπαβίτσας κτλ
6Φυσικά αριστερή κυβέρνηση δεν αποκλεέειι και προσπάθεια συνεργασίας ή έστω ανοχής και από μερίδα αστικών δυνάμεων, πχ σήμερα ίσως χρειαστεί ανάλογα με τον συσχετισμό δυνάμεων ανοχή από τους Ανεξάρτητους Έλληνες για την ακύρωση του μνημονίου, ενώ σε μια μεταγενέστερη φάση που κρίνονται άλλα ζητήματα οι συμμαχίες θα αναδιατάσσονται.
7Αυτό δεν αποτελεί ευχή, αλλά απαιτεί συγκεκριμένα μέτρα από την αριστερή κυβέρνηση. Η Βενεζουέλα του Τσάβες είναι ένα καλό παράδειγμα, για το πως η λαϊκή κινητοποίηση ματαίωσε απόπειρα πραξικοπήματος.
8Σύμφωνα με την διατύπωση του Μαρξ
9Και στην Χιλή το 1973, και στην Ισπανία του λαϊκού μετώπου, μια από τις αιτίες της ήττα ήταν η τυχοδιωκτική δράση του αριστερισμού, που μη κατανοώντας το συσχετισμό δυνάμεων αποδυνάμωνε την αριστερή κυβέρνηση και τρόμαζε ταλαντευόμενα μεσαία στρώματα καταστρέφοντας την εύθραυστη ταξική ισορροπία.

30/3/11


Ν ΚΛΑΙΝ: το δόγμα του σοκ
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ
Ένα βιβλίο1 που βοηθάει σημαντικά στην κατανόηση του σύγχρονου καπιταλισμού, ιδιαίτερα της φάσης του που εγκαινιάστηκε τις αρχές της δεκαετίας του '70, με το πραξικόπημα στην Χιλή, και την δειλή πρωτοεμφάνιση του νεοφιλελευθερισμού.

Το βιβλίο αναπτύσσει πειστικά, χωρίς βαθύτερες θεωρητικές αναλύσεις, αλλά σχεδόν δημοσιογραφικά, και με πληθώρα στοιχείων, δύο απλές, βασικές ιδέες:
  • Με το πραξικόπημα στην Χιλή και την ανατροπή του Αλιέντε, ξεκινάει μια φάση όπου οι ακραίες ιδέες της σχολής του Σικάγου, ο φρηντμανισμός, αποκτά για πρώτη φορά την δυνατότητα πρακτικής εφαρμογής, μιας και ήταν αδύνατον να εφαρμοστεί σε συνθήκες (αστικής) δημοκρατίας. Οι μαθητές της σχολής του Σικάγο, υιοθετούν την αντίληψη ότι οι ριζοσπαστικές, ακραίες νεοφιλελεύθερες απόψεις τους, δεν μπορούν να εφαρμοστούν παρά μόνο ή με μια δικτατορία, ή μετά μια σημαντική κρίση, όπως πχ μια κρίση χρέους ή ψηλού πληθωρισμού. Και αντί να περιμένουν μια πραγματική κρίση να ξεσπάσει, δημιουργούν σε κάποιες περιπτώσεις τεχνητές. Η προσπάθεια τους αυτή υποβοηθάται σημαντικά από τις συνθήκες παγκοσμιοποίησης, με την άμεση τιμωρία από τις 'αγορές', όποιου παρεκκλίνει από την ορθοδοξία.
  • Η παραδοσιακή αστική δημοκρατία που χαρακτηρίζεται από μια διελκυστίνδα συμφερόντων, και διαβούλευση για την εφαρμογή τους, δηλαδή από λεπτούς ταξικούς συμβιβασμούς που αντανακλούν τον δοσμένο ταξικό συσχετισμό της στιγμής, και στην οποία οι εργαζόμενες τάξεις βλέπουν μια μερική αντιπροσώπευση κάποιων άμεσων συμφερόντων τους, αντικαθίσταται σταδιακά (τουλάχιστον στις ΕΠΑ), από μια διαπλεκόμενη εξουσία που συνδέεται στενά και απροκάλυπτα με συγκεκριμένες μερίδες πολυεθνικών, κύρια των κλάδων της πολεμικής βιομηχανίας, της ασφάλειας, των κατασκευών, της υγείας, των νέων τεχνολογιών, κλάδων που κερδίζουν από την δημιουργία και διατήρηση εντάσεων και πολέμων διαρκείας, όπου κερδίζουν μια φορά από τις καταστροφές και μια δεύτερη φορά από την 'ανοικοδόμηση'. Οι ίδιοι άνθρωποι απαρτίζουν εναλλάξ το πολιτικό προσωπικό και την διεύθυνση αυτών των πολυεθνικών, κάνοντας δυσδιάκριτα τα όρια του δημόσιου και του επιχειρηματικού συμφέροντος. Αν παλιά το πολιτικό προσωπικό φρόντιζε για το μακροπρόθεσμο συμφέρον του καπιταλισμού, σε βάρος πολλές φορές των συμφερόντων συγκεκριμένων εταιρειών, σήμερα αυτό γίνεται όλο και λιγότερο. Οι παραδοσιακές αναλύσεις για το κράτος θέλουν εκσυγχρονισμό. Ή για να το πούμε σχηματικά, με την ορολογία του Αλτουσέρ, πάμε από το κράτος 'σχέση', προς το κράτος 'εργαλείο'. Προϋπόθεση για αυτά βέβαια είναι το σοκ και δέος, μια μόνιμη κατάσταση ανασφάλειας και έκτακτης ανάγκης, γιατί σε ομαλές συνθήκες αυτά δεν είναι δυνατόν να υλοποιηθούν.

Σε αυτόν τον καμβά, αναπτύσσονται και αναλύονται οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις υλοποίησης αυτής της στρατηγικής στον πλανήτη. Στην Λατινική Αμερική, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τα στρατιωτικά πραξικοπήματα, την ΝΑ Ασία, με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό την πίεση από τις 'αγορές' και τα χρηματιστηριακά παιγνίδια, τις χώρες του πρώην υπαρκτού, με διάφορες παραλλαγές, την Κίνα, όπου η νεοφιλελεύθερη αλλαγή γίνεται με την καθοδήγηση και υπό τις ευλογίες του ΚΚ (!), το Ιράκ, με ιδιαιτερότητα τους δύο διαδοχικούς καταστροφικούς πολέμους, την Ν Αφρική, ακόμα και τον Καναδά, μια περίπτωση που θυμίζει πολύ την Ελλάδα, ως προς την κλιμάκωση της. Επίσης η Κλάιν αναλύει και μια ιδιαίτερη περίπτωση, εκείνη της αξιοποίησης των φυσικών καταστροφών για εισαγωγή αντιδραστικών και μη δημοφιλών οικονομικών αλλαγών, όπως του τυφώνα Κατρίνα στις ΕΠΑ, ή των τσουνάμι στην Ασία.

Θα σταχυολογήσουμε μερικά σημεία από τα πάρα πολλά που η ΝΚ περιγράφει με έναν εύληπτο και σχεδόν μυθιστορηματικό λόγο:
  1. Την δεκαετία του '70, η ιδέα της εθνικοποίησης των ορυχείων χαλκού στην Χιλή είναι κυρίαρχη, τόσο που και τα τρία κόμματα (δεξιό, κεντρώο, Αριστερά) να είναι υπέρ. Αυτό αντανακλά ένα γενικότερο κλίμα υπεροχής και ηγεμονίας της Αριστεράς, και οδηγεί τότε στο συμπέρασμα ότι επίκεινται βαθιές πολιτικές αλλαγές παγκόσμια. Τελικά η ίδια η εξέλιξη στην Χιλή, είναι αντιφατική, και το κυρίαρχο απλουστευτικό συμπέρασμα που έχει μείνει είναι ότι είναι δύσκολος έως αδύνατος ο ειρηνικός μετασχηματισμός του καπιταλισμού, ένα συμπέρασμα άκρως σχηματοποιημένο κατά την γνώμη μας2. Εν πάση περιπτώσει τα γεγονότα αυτά σηματοδοτούν μια στροφή στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων, που σε συνδυασμό με την λεγόμενη παγκοσμιοποίηση και τις νέες τεχνολογίες, οδηγούν σε ριζική ανατροπή του καπιταλισμού που ξέραμε, στην κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, στην αποδιάρθρωση της εργατικής τάξης που ξέραμε, και στην καταστροφή σχεδόν της πλειοψηφίας των οργανώσεων της, συνδικαλιστικών και πολιτικών.

  2. Ιστορικά έχουν παρατηρηθεί διάφοροι τρόποι επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού:
    • Οι δικτατορίες, κύρια στην Λ Αμερική, όπου έχουμε μια γενικευμένη και χωρίς όρια επίθεση στο σύνολο του πληθυσμού, αν και αρχή γίνεται από την Αριστερά.
    • Παραδοσιακές δεξιές κυβερνήσεις, που κτίζουν συμμαχίες με την πλειοψηφία των μεσαίων στρωμάτων, ακόμα και με κομμάτια της πιο καλοπληρωμένης εργατικής τάξης3, και επιτυγχάνουν εξοντωτικές νίκες ενάντια σε κάποιο κλάδο (ανθρακωρύχοι και Θάτσερ, ελεγκτές κυκλοφορίας και Ρήγκαν).
    • Μάλλον όμως πιο αποτελεσματικές φαίνεται να είναι οι σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, που με μείγμα εξαπάτησης και συναίνεσης που επιτυγχάνεται με διάφορους θεμιτούς και αθέμιτους τρόπους, εξασφαλίζουν μια πιο ειρηνική και ελεγχόμενη ανατροπή των κατακτήσεων της εργατικής τάξης, αν και σε κάποιες περιπτώσεις αναγκάστηκαν να καταφύγουν και ανοικτή κοινοβουλευτική δικτατορία (η περίπτωση πχ της Βολιβίας).
    • Ανεξάρτητα από τις πολιτικές και τα κόμματα, η νέα παγκοσμιοποιημένη οικονομία και οι εκβιασμοί των 'αγορών' παίζουν ένα πιο σημαντικό, κρίσιμο ρόλο. Χαρακτηριστικότερα και εντυπωσιακά είναι τα παραδείγματα στην Ν Ασία, στην Ρωσία, στην Ν Αφρική, περιπτώσεις για τις οποίες η ΝΚ αφιερώνει από ένα κεφάλαιο.
  1. Ένα ζήτημα που αναλύει η ΝΚ (αν και λίγο απόλυτα κατά την γνώμη μας), είναι ο νέος ρόλος τού πολέμου για την ανάπτυξη του καπιταλισμό. Το αμέσως προηγούμενο διάστημα η ανάπτυξη και η ευημερία συνδέονταν με την ειρήνη και τους σχετικούς κλάδους. Σήμερα τουλάχιστον στις ΕΠΑ, το Ισραήλ και αλλού, ατμομηχανή της οικονομίας είναι οι κλάδοι που σχετίζονται με τους πολέμους, την ένταση, την ασφάλεια. Επίσης οι κλάδοι που τους συμπληρώνουν, όπως οι κατασκευές (ανοικοδόμηση των περιοχών που ισοπεδώνουν οι πολεμικές επιχειρήσεις), της υγείας, του πετρελαίου. Αναφέρει πολυκλαδικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα στα οπλικά συστήματα και στις κατασκευές, ή στα όπλα και στην περίθαλψη! Όχι μόνο ο πόλεμος δεν είναι πια αντικίνητρο για την ανάπτυξη, αλλά αρχίζει να γίνεται απαραίτητος. Και μάλιστα ένας πόλεμος σχεδιασμένος με νέο τρόπο, έτσι ώστε να μην τελειώνει ποτέ. Είναι μια ανησυχητική εξέλιξη, που ξαναφέρνει στο προσκήνιο την συζήτηση για τον ιμπεριαλισμό, αν και με νέους όρους που δεν μπορούν να καλύψουν οι παραδοσιακές θεωρίες. 

  2. Στις ΕΠΑ, έχουν προχωρήσει την ιδέα των ιδιωτικοποιήσεων από την κοινωνική πρόνοια και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, στον πυρήνα του κράτους, στους μηχανισμούς καταστολής και στην δημόσια διοίκηση. Ο στρατός ιδιωτικοποιείται σταδιακά, κύρια η διοικητική μέριμνα, αλλά και η δημόσια διοίκηση, από τους δήμους (που αναφέρει παράδειγμα δήμου-επιχείρησης, με 4 μόνο υπαλλήλους, και όλες τις άλλες υπηρεσίες ανατεθειμένες σε εργολάβους!), μέχρι τις φυλακές, τους μηχανισμούς ασφαλείας, όπου έχουμε και μια πλήρη διαπλοκή και συγχώνευση λειτουργιών. Εδώ η ΝΚ αναφέρει πληθώρα διαφωτιστικών στοιχείων. Μιλάει αναλυτικά για τα φρούρια που χτίζονται (σύνορα με Μεξικό, Παλαιστίνη κτλ).Για τις συνοικίες-φρούρια στα ακριβά προάστια των μεγαλουπόλεων στις ΕΠΑ, με τείχη, ιδιωτική αστυνομία, κάμερες και όλα τα σχετικά μέτρα ασφαλείας. Για την χρήση εκατομμυρίων καμερών. Για την αξιοποίηση των κινητών τηλεφώνων για παρακολούθηση, για την αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας4 και τα βιομετρικά δεδομένα, ακόμα την αξιοποίηση των πιστωτικών καρτών όχι για σκοπούς μάρκετινγκ αλλά για λόγους ασφάλειας. Η υστερία της ασφάλειας, έντεχνα διογκούμενη και από τα ΜΜΕ, είναι άκρως κερδοφόρα, οικονομικά και πολιτικά. 

  3. Στην βάση αυτής της οικονομικής διαπλοκής, αναπτύσσεται μια πολιτική διαπλοκή μεταξύ πολιτικού προσωπικού και στελεχών πολυεθνικών. Τα στελέχη αυτά μεταπηδούν από το δημόσιο στις επιχειρήσεις και το ανάποδο, πολλές φορές διατηρούν θέσεις και στα δύο. Εδώ αναφέρει πληθώρα διαφωτιστικών παραδειγμάτων. Χαρακτηριστικές και εντυπωσιακές είναι οι περιπτώσεις Ράμσφελντ και Τσέινι. Ο Ράμσφελντ πριν γίνει υπουργός Άμυνας κατείχε μεταξύ άλλων πολλές μετοχές των εταιρειών Lochheed, Boeing, της πολεμικής βιομηχανίας, και της Gilead Sciences, του τομέα Υγείας, που παρασκεύαζε το γνωστό Tamiflu, της γρίπης των πτηνών. Επί υπουργίας του η κυβέρνηση υπέγραψε παραγγελία για το φάρμακο ύψους 1 δις δολαρίων. Αποτέλεσμα, το 2001 όταν διορίστηκε υπουργός η μετοχή της Gilead είχε $7,45, ενώ όταν παραιτήθηκε η μετοχή είχε φτάσει στα $67,60 (και μερικούς μήνες αργότερα στα $84), επιτρέποντας του να φύγει από την πολιτική πολυεκατομμυριούχος. Το ίδιο ο (αντιπρόεδρος επί Μπους) Τσέινι. Πριν πολιτευτεί ήταν διευθύνων σύμβουλος της Halliburton, που δραστηριοποιούνταν στην ανοικοδόμηση. Αποχωρεί αποκτώντας μεγάλο πακέτο μετοχών σαν αποζημίωση, που μέρος του ρευστοποιεί με κέρδος $18,5 εκατ. Παράλληλα διατηρεί 185.000 μετοχές. Τα τέσσερα πρώτα χρόνια εισπράττει από την Halliburton ετήσια αποζημίωση $211.000. Την ίδια περίοδο η κυβέρνηση υπογράφει με την εταιρεία συμβόλαια δις δολαρίων χωρίς μειοδοτικούς διαγωνισμούς για την ανοικοδόμηση στο Ιράκ, εκτοξεύοντας τα κέρδη της στα ύψη! Η τιμή της μετοχής της ανεβαίνει από $10 σε $41. ο Τσέινι πρωταγωνιστεί στην προπαγανδιστική εκστρατεία για να πειστεί η κοινή γνώμη ότι στο Ιράκ διακυβεύονταν τα εθνικά συμφέροντα των ΕΠΑ, και φυσικά μετέχει στην απόφαση για την κήρυξη του πολέμου! Η ΝΚ επίσης αναφέρει μεταξύ άλλων το παράδειγμα του επίσης γνωστού Κίσσινγκερ, που όντας βασικός σύμβουλος των Μπους-Τσέινι, ήταν πρόεδρος της Kissinger Associates, που εκπροσωπούσε ένα πελατολόγιο που περιλάμβανε τις μεγαλύτερες εταιρείες που δραστηριοποιούνταν στους τομείς των πετρελαίων, του πολέμου, και της ασφάλειας. 

  4. Ένα άλλο ενδιαφέρον θέμα που θίγει η ΝΚ είναι η γρήγορη ανάπτυξη και ευημερία ενός κλάδου, της 'πλουτονομίας' όπως τον ονομάζει, που περιλαμβάνει είδη υπερπολυτελείας, που καταναλώνει μια ελίτ που κερδίζει δις από την δυστυχία των πολλών, αλλά και τις τρομακτικές αναδιανομές πλούτου που δημιουργεί η νέα οικονομία. Περιλαμβάνει φίρμες όπως η Porsche, Bulgari, κτλ, καθώς και αλυσίδες υπερπολυτελών ξενοδοχείων, που στοιχίζουν αρκετές χιλιάδες δολαρίων την βραδιά, και επεκτείνονται συνέχεια σε παρθένες περιοχές, συχνά διώχνοντας του τοπικούς πληθυσμούς, πχ ψαράδων. Αυτά δεν είναι πάντα εύκολα να γίνουν ειρηνικά, και τα πρόσφατα τσουνάμι στην Ινδονησία και αλλού έδωσαν μια ευκαιρία ώστε να εκδιωχθούν οι αυτόχθονες και να 'αξιοποιηθούν' τουριστικά σπάνιας ομορφιάς περιοχές. Είναι μια άλλη πλευρά του καπιταλισμού της καταστροφής που αφού δεν διστάζει να δημιουργήσει τεχνητές καταστροφές για την κερδοφορία (πόλεμοι), είναι φανερό ότι δεν θα άφηνε χαμένη την ευκαιρία που του δίνουν οι φυσικές καταστροφές. Ανάλογα προβλήματα αντιμετωπίζουν και άλλες περιοχές που επλήγησαν από φυσικές καταστροφές όπως πχ με τον τυφώνα Κατρίνα. 

  5. Η ΝΚ εκτιμά ότι ο κύκλος αρχίζει να κλείνει. Οι χώρες της Λ Αμερικής, που πρώτες δοκιμάστηκαν από τον νεοφιλελευθερισμό με ακραίες μεθόδους δικτατορίας, προβαίνουν σε ελπιδοφόρες επιλογές. Εκτιμά ότι οι διαδικασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη είναι πολύ πιο ώριμες από τις αρχικές προσπάθειες που ξεκίνησαν πριν περίπου 30 χρόνια. Αναφέρει δυο παραδείγματα για αυτό. Οι αριστερές κυβερνήσεις φαίνονται καλλίτερα προετοιμασμένες για ενδεχόμενο αντιδημοκρατικών εκτροπών. Το πραξικόπημα πχ στην Βενεζουέλα καταπνίγηκε από την μαζική λαϊκή κινητοποίηση που απαίτησε την επαναφορά του Τσάβες. Επίσης οι εκδηλούμενοι εκβιασμοί των 'αγορών' προκαλούν αντίμετρα από τις προοδευτικές κυβερνήσεις, όπως εθνικοποιήσεις, τοπικές ολοκληρώσεις (οικονομικές ή και πληροφόρησης), και έμπρακτη αλληλοβοήθεια μεταξύ κρατών με παρόμοιο προσανατολισμό, όπως πιστώσεις, οικονομική και τεχνική βοήθεια, ακόμα και στρατιωτικές συμμαχίες. Φυσικά οι εξελίξεις στον πλανήτη δεν θα καθοριστούν απλά από τις διεργασίες στην Λ Αμερική, αλλά στις δύσκολες εποχές που περνάμε και αυτές οι όποιες προσπάθειες είναι ένας φάρος ελπίδας.

1Και για αυτούς με λίγο χρόνο για διάβασμα, υπάρχει και το σχετικό ντοκιμαντέρ http://www.dailymotion.com/video/xg5r6u_tvxs-gr-yy-yyyyy-yyy-yyy_people#from=embed
2Για παράδειγμα η επανάσταση στην Χιλή βρέθηκε σε διπλή πίεση και από τα δεξιά και από τα αριστερά, με σημαντικό για την ήττα της το ρόλο των σεκταριστικών ομάδων που δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων. Αυτό είναι φυσικό αν σκεφτούμε τι πίεση από τα αριστερά είχαν δεχτεί ακόμα και οι μπολσεβίκοι, και με τι μέσα αναγκάστηκαν να λύσουν το ζήτημα (Κροστάνδη κτλ), μέσα που δεν διέθετε μια κοινοβουλευτικά εκλεγμένη κυβέρνηση.
3Στην βάση του να μειωθούν οι φόροι και το κοινωνικό κράτος που προορίζεται για τους πιο φτωχούς.
4Είναι γνωστή η χρήση των GPS, και των δορυφορικών δεδομένων στους βομβαρδισμούς, στα λεγόμενα χειρουργικά χτυπήματα με ακρίβεια ολίγων μέτρων.

18/3/11


Κ. ΠΡΕΒΕ : κριτική ιστορία του μαρξισμού.
ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Με τρία χρόνια καθυστέρηση κυκλοφόρησε στην Ελλάδα από τις εκδόσεις ΚΨΜ, το βιβλίο του Κ Πρέβε. Να πούμε από την αρχή ότι πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον, αν και αιρετικό βιβλίο. Ενδιαφέρον όχι γιατί πιθανά θα συμφωνήσει κανείς με τα περισσότερα σημεία αλλά γιατί παραθέτει κρίσιμα και επίδικα θεωρητικά ζητήματα, με τρόπο ίσως απόλυτο, και ηθελημένα προκλητικό, αλλά πάντως σαφή, και δίνει τροφή για σκέψη και διάλογο. Προσωπικά, σε πολλά από τα συμπεράσματα του δεν συμφωνώ, αλλά το θεωρώ πολύτιμο βιβλίο, και το συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όποιον ενδιαφέρεται σήμερα για τον μαρξισμό.
Ο ΚΠ δηλώνει μαθητής του Μαρξ και κομμουνιστής, αν και πολλοί θα του αμφισβητήσουν αυτήν του την ιδιότητα (ομολογώ ότι και εγώ σε κάποια σημεία είχα αρχικά τις αμφιβολίες μου!).
Ο ΚΠ δεν κρύβει την περιφρόνηση του για το πολιτικό προσωπικό της Αριστεράς, ιδιαίτερα εκείνο που διαχειρίστηκε εξουσία. Σε κάποια σημεία βγάζει και κάποια πικρία (ή και κάτι ...περισσότερο!) για την αντιμετώπιση που είχε σαν 'διανοούμενος' από το κόμμα της εργατικής τάξης: “χρειάστηκε να υπομείνω επί τριάντα χρόνια το ζωώδες μίσος εκείνων που στα λόγια θέλουν έναν κόσμο ελεύθερο και χειραφετημένο κτλ...”
Ο ΚΠ περιοδολογεί την ανάλυση του σε τρία στάδια (μετά τον Μαρξ). Πρωτομαρξισμός, μεσομαρξισμός, ύστερος μαρξισμός. Παραθέτει τις βασικές αντιλήψεις του από την αρχή, και τις αναπτύσσει λεπτομερώς στα επόμενα κεφάλαια.
Ποιες είναι αυτές:
Ο μαρξισμός που ξέρουμε, στις βασικές εκδοχές του , δεν είναι δημιούργημα του ίδιου του Μαρξ αλλά των Ένγκελς-Κάουτσκι. Αναπτύχθηκε σαν μια ιδεολογία της εργατικής τάξης, μιας τάξης υποτελούς, και για αυτό έχει πολλά χαρακτηριστικά θεολογικού και θρησκευτικού τύπου (μεσσιανισμός, ντετερμινισμός, τελεολογία, ιστορικισμός, ουτοπισμός κτλ). Επίσης και πολλά χαρακτηριστικά οικονομίστικα. Η υποτελής εργατική τάξη δεν μπορεί να ηγεμονεύσει στην κοινωνία, ούτε να διοικήσει, για αυτό έχει ανάγκη εκπροσώπων, το κόμμα της. Οι εκπρόσωποι αυτοί, η γραφειοκρατία, είναι εντελώς απαραίτητοι, αν και στην πορεία αυτονομούνται και τείνουν από την ασταθή κατοχή να πάνε σε σταθερή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής (παλινδρόμηση στον καπιταλισμό). Η εργατική τάξη, γράφει, πολύ σωστά πήρε την εξουσία το 1917, οικοδόμησε τον μόνο τύπο 'σοσιαλισμού' που μπορούσε στις δοσμένες συνθήκες, αλλά όλες οι εγγενείς αντιφάσεις του συστήματος μπορούσαν να οδηγήσουν, και οδήγησαν, στην κατάρρευσή του. Αναγέννηση του μαρξισμού (και του κινήματος) δεν μπορούμε να περιμένουμε ούτε από τη σημερινή Αριστερά, ούτε από τις σεχταριστικές ομαδούλες ούτε από τους ακαδημαϊκούς, αλλά από την νέα γενιά, στη βάση των σημερινών νέων αντιθέσεων του καπιταλισμού.
Αυτά για αρχή και προχωράμε σε πιο αναλυτική εξέταση των κεφαλαίων του βιβλίου.

Αρχικά έχουμε ένα εισαγωγικό κεφάλαιο με τίτλο 'πριν από τον Μαρξ', όπου ο ΚΠ συνδέει την σκέψη του Μαρξ με όλην την ιστορία της φιλοσοφίας (σε αντίθεση με την περιοριστική γνωστή αντίληψη των τριών πηγών, δηλαδή αγγλική πολιτική οικονομία, γερμανική φιλοσοφία, γαλλικός κομμουνισμός), και κάνει κάποιες νύξεις για τις θέσεις που θα αναπτύξει σε επόμενα κεφάλαια. Σημεία που αξίζει να κρατήσει κανείς -από τα πάρα πολλά θέματα που θίγονται-, είναι ίσως η εκτίμηση του συγγραφέα για τις αναλύσεις του Κ Πόλανυ, ιδιαίτερα για τις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, καθώς και η μεγάλη σημασία που αποδίδει στον Χέγκελ.

Ο Μαρξ.

Ο Μαρξ σύμφωνα με τον ΚΠ, δεν συστηματοποίησε τις ιδέες του, όχι γιατί δεν προλάβαινε ή δεν μπορούσε, αλλά γιατί δεν ήταν σίγουρος. Ήταν μια έρευνα σε εξέλιξη και όχι ένα κλειστό σύστημα. Εδώ ίσως οφείλονται και πολλές αμφισημίες που παρατηρούνται στο έργο του, όπως πχ για το χαρακτήρα των κρίσεων, ή την παραγωγική εργασία, που δίνουν την βάση για διάφορα ρεύματα ή αιρέσεις, που αλληλομισούνται μεταξύ τους περισσότερο από ότι με αντίπαλα αστικά ρεύματα. Θεωρεί αστεία την προσπάθεια εντοπισμού του 'αληθινού' Μαρξ. Θεωρεί ότι οι σχηματικές διχοτομίες υλιστές-ιδεαλιστές, συσκοτίζουν τα πράγματα (μια αντίστοιχη ιδέα έχει νομίζω και ο Βαζιούλιν). Ο κίνδυνος είναι ο υλισμός να κατανοηθεί σαν μηχανιστικός, που λίγο απέχει από τον ντετερμινισμό και την τελεολογία. Εδώ αναφέρει την φιλοσοφική ιδέα του ύστερου Αλτουσέρ για τον τυχαίο υλισμό (ή 'υλισμό της συνάντησης1', κάτι που θα μας απασχολήσει και παρακάτω).
Θεωρεί ότι τρεις είναι οι βασικές έννοιες του Μαρξ: αξία, αλλοτρίωση, δυνάμει όν (με την έννοια του Αριστοτέλη). Εξηγεί ότι η αλλοτρίωση στην μαρξική φιλολογία μπορεί να σημαίνει δυο πράγματα. 'Η απομάκρυνση από μια αρχική κατάσταση, ή μη ακόμα πραγματοποίηση των εγγενών δυνατοτήτων του ανθρώπινου όντος. Απορρίπτει την πρώτη, υιοθετεί την δεύτερη.
Αναλύει τρεις διαστάσεις της αλλοτρίωσης: στην εργασία, στη γλώσσα (ενδιαφέρουσες και πρωτότυπες αναλύσεις ), στον συνολικό τρόπο ζωής, του νοήματος της (όπου παραθέτει μερικούς από τους πιο λεπτούς του συλλογισμούς).

Σε αυτό το κεφάλαιο αναλύει μια κρίσιμη θεωρητική του θέση. Στην ιστορία καμία υποτελής τάξη δεν γκρέμισε κάποιο τρόπο παραγωγής. Η δουλοκτησία κατέρρευσε από τις βαρβαρικές εισβολές, εξάλλου οι δούλοι δεν θέλανε να γίνουν δουλοπάροικοι αλλά ελεύθεροι αγρότες ή τεχνίτες. Και δεν ήταν οι δουλοπάροικοι αλλά η αστική τάξη, μια ήδη οικονομικά κυρίαρχη τάξη, που γκρέμισε την φεουδαρχία. Γιατί -αναρωτιέται ο ΚΠ- το προλεταριάτο να πετύχει εκεί που δεν πέτυχε άλλη καταπιεζόμενη τάξη; Εδώ φαίνεται να θίγει τα άγια των αγίων του μαρξισμού. Φυσικά 40 χρόνια πριν και ο Αλτουσέρ έθεσε ένα παρόμοιο ζήτημα. Και απάντησε ότι στην ιστορία δεν υπάρχει υποκείμενο που να την οδηγεί κάπου, αλλά μια κινητήρια δύναμη, και αυτή είναι η ταξική πάλη, το αποτέλεσμα της οποίας είναι διαφορετικό από την θέληση της μιας ή της άλλη τάξης, των κομμάτων, των διαφόρων υποκειμένων. Αυτή η θέση φαίνεται να είναι πιο κοντά σε αυτά που γράφει ο Ένγκελς για την ιστορική εξέλιξη σαν συνισταμένης των ξεχωριστών επιμέρους θελήσεων. Ο ΚΠ ισχυρίζεται ότι εκτός από το νεανικό Κομμουνιστικό Μανιφέστο, στα μεταγενέστερα έργα του ο Μαρξ εμφανίζει δυο άλλες προσεγγίσεις. Η πρώτη συνίσταται στην απόδοση στον καπιταλισμό μιας εσωτερικής δυναμικής κατάρρευσης, μια μηχανιστική και ντετερμινιστική αντίληψη που εξάλλου δεν επιβεβαιώνεται και από την ιστορία, και η δεύτερη με δυο άλλα διαφορετικά υποκείμενα. Πρώτο τον συλλογικό εργαζόμενο, νοούμενο σαν το σύνολο των εργαζόμενων σε ένα εργοστάσιο, από τον Διευθυντή μέχρι τον εργάτη, και δεύτερο την γενική διάνοια2.
Ο Μαρξ ήδη όσο ζούσε παρατηρούσε την διαστρέβλωση, ή καλλίτερα την υπεραπλούστευση, της σκέψης του από τους μαθητές του και φαίνεται να είπε το περίφημο ότι εγώ δεν είμαι μαρξιστής(!).

Ο πρωτομαρξισμός(1875-1914).

Δημιουργοί του, γράφει ο ΚΠ, οι Ένγκελς-Κάουτσκι, ιδιαίτερα ο δεύτερος ευθύνεται για την συρρίκνωσή του σε οικονομική θεωρία. Η περιφρόνηση της φιλοσοφίας συντελείται ευθέως ανάλογα με την υιοθέτηση του μαρξισμού από την εργατική τάξη, και εξηγείται από το βασικό της χαρακτηριστικό, το ότι είναι μια υποτελής τάξη.
Η ίδια η σκέψη του Μαρξ δεν μπορούσε να υιοθετηθεί από την εργατική τάξη. Έπρεπε να συστηματοποιηθεί, να απλουστευθεί, να συρρικνωθεί οικονομίστικα, να ενισχυθούν τα τελεολογικά και ντετερμινιστικά στοιχεία, δηλαδή να αποκτήσει λιγότερο επιστημονικό και περισσότερο ιδεολογικό-θρησκευτικό χαρακτήρα. Ο Ένγκελς ήταν ο κατάλληλος με την τεράστια εγκυκλοπαιδική μόρφωση, το πρακτικό και πολιτικό πνεύμα. Ήταν μια ιδιοφυΐα, γράφει ο ΚΠ, και η κριτική που γίνεται σήμερα, 150 χρόνια μετά, δεν μειώνει σε τίποτα αυτά τα χαρακτηριστικά του.
Οι περισσότεροι από αυτούς που θεωρούν τον εαυτό τους μαρξιστή είναι στην πραγματικότητα ασύνειδοι ενγκελιανοί.
Στον Ένγκελς οφείλεται η απόλυτη διχοτομία υλισμού-ιδεαλισμού, μια θετικιστική ιδέα, που αντανακλούσε το κλίμα του γερμανικού Πανεπιστήμιου της εποχής, μια ντετερμινιστική αντίληψη ότι η καπιταλισμός εξελίσσεται σε σοσιαλισμό από μόνος του. Ο Ένγκελς δημοσιεύει, αφού επεξεργάζεται, τους 2ο και 3ο τόμους του Κεφαλαίου, πράγμα που δεν έκανε ο Μαρξ γιατί δεν αισθανότανε σίγουρος για το περιεχόμενό τους. Συνεχίζει με τις -κατά την γνώμη του ΚΠ-, δύο βασικές αδυναμίες: την θεώρηση ότι φύση και κοινωνία έχουν ίδιους νόμους, κοινή διαλεκτική, και την απόδοση στην ιστορία της ικανότητας μιας μεταφυσικής διεύθυνσης μεσσιανικού, και τελεολογικού τύπου.
Προσπαθεί να τις εξηγήσει ως “...την φιλοσοφική εξιδανίκευση μιας ιστορικής αδυναμίας που δεν μπορούσε να αναγνωριστεί σαν τέτοια, και ήταν υποχρεωμένη με την κατάλληλη μαρξική ψευδή συνείδηση να ενσωματώσει τα δύο κύρια μαγικά στοιχεία της παραδοσιακής κουλτούρας...”, δηλαδή την θρησκευτική πίστη για το αναπόφευκτο της τελικής νίκης, την επικράτηση του σοσιαλισμού. Μια ακραία συνέπεια αυτής της αντίληψης είναι η θεωρία του Μπερνστάιν, που τελικά ηττάται σαν 'ρεφορμισμός' .
Σε μια παρένθεση αναφέρει ότι η πρώτη αυτή θεωρητική αντιπαράθεση διεξάγεται πολιτισμένα, σε σχέση με την βίαιη και άκομψη κριτική των Μαρξ, Ένγκελς, και Λένιν στους αντιπάλους τους, ή ακόμα χειρότερα στην σταλινική πρακτική της εξόντωσης όσων είχανε διαφορετική γνώμη3.

Και ερχόμαστε στο κρίσιμο ζήτημα του Λένιν. Ο ΚΠ αναφέρει ότι η ιδιοφυΐα του συνίσταται στο ότι συνειδητοποιεί βασικές ανεπάρκειες του πρωτομαρξισμού, και προχωρά σε 2 κρίσιμες αναθεωρήσεις, του υποκειμένου και του χώρου. Η εργατική τάξη γενικά δεν είναι ικανή να ηγεμονεύσει και να κυριαρχήσει, έτσι μεταθέτει αυτό το ρόλο στο κόμμα της, σε μια λεπτή μερίδα αντιπροσώπων. Ακόμα παραπέρα, στηριγμένος στην ανάλυση του τότε καπιταλισμού μεταθέτει το χώρο, το θέατρο της πολιτικής πάλης, στην περιφέρεια του καπιταλισμού (Γκράμσι: επανάσταση ενάντια στο Κεφάλαιο!). Αυτές οι καινοτομίες συνεπάγονται και άλλες αλλαγές, όπως την ανάγκη συμμαχιών στη θέση της μονοταξικότητας, την επεξεργασία ενεργητικής πολιτικής, που φτάνει στα όρια του βολονταρισμού, στην θέση της παθητικότητας, την ταύτιση ιδεολογίας και φιλοσοφίας (πράγμα αρνητικό γιατί η ιδεολογία είναι ο χώρος της αυθόρμητης ή και οργανωμένης ψευδούς συνείδησης), την προώθηση σε πρώτο πλάνο του εθνικού ζητήματος (εντελώς υποτιμημένο πριν), ζήτημα για το οποίο ο ΚΠ έχει πολύ θετική εκτίμηση για την λενινιστική συμβολή, σε αντίθεση με τις σχεδόν φιλοιμπεριαλιστικές απόψεις των πριν τον Λένιν και κάποιων σύγχρονων κεντροαριστερών.
Γενικά ο λεγόμενος μαρξισμός-λενινισμός είναι στην ουσία λενινισμός, μια καινούργια θεωρία, πρωτοπόρα στην εποχή της προσπάθεια να ξεπεράσει τις ανεπάρκειες του πρωτομαρξισμού (που εν παρόδω, αντανακλούσαν την κατάσταση της εργατικής τάξης του ανεπτυγμένου καπιταλισμού και δεν ήταν 'προδοσία' των ηγετών), λενινισμός που όμως είναι εντελώς ανεπαρκής για την ανάλυση και αντιμετώπιση του σύγχρονου καπιταλισμού.


Ο μεσομαρξισμός (1914-1956).

Ξεκινά με την δήλωση ότι η εμπειρία του 'ιστορικού κομμουνισμού', όπως ονομάζει τον 'υπαρκτό', δεν έχει καμία σχέση με την πρωτότυπη θεωρία του Μαρξ, και δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν εφαρμογή της. Έτσι φυσικά νομίζει ότι ξεμπερδεύει εύκολα με την αφόρητη πίεση από αντιπάλους αλλά και φίλους, για τις φανερές, -πραγματικές ή υποθετικές- αδυναμίες αυτού που υπήρξε. Ο κομμουνισμός δεν οικοδομείται, αλλά προκύπτει από μια εσωτερική δυναμική του αναπτυγμένου καπιταλισμού4. Έτσι εξηγεί και ορισμένα αυταρχικά χαρακτηριστικά: “σε ένα στρογγυλό τραπέζι συζητάμε, σε ένα εργοτάξιο εκτελούμε οδηγίες των μηχανικών παραγωγής”, γράφει ο ΚΠ.

Διατυπώνει την άποψη ότι ο εξισωτισμός είναι άδικος και αναποτελεσματικός, μια κριτική που έχει γίνει από παλιά ήδη στον πλατωνικό κομμουνισμό. Εδώ φυσικά υπάρχει μια σύγχυση, που οφείλεται εν μέρει στην αντίληψη ότι ο σοσιαλισμός είναι κομμουνισμός έστω η κατώτερη φάση του.
Μια παρένθεση: έχει αναπτυχθεί μια μεγάλη συζήτηση για τη σχέση σοσιαλισμού και κομμουνισμού. Άλλοι σχεδόν τους ταυτίζουν, άλλοι τους θεωρούν περίπου διαφορετικά συστήματα. Ο Ρούσης ισχυρίζεται ότι ο σοσιαλισμός σχεδόν δεν χρειάζεται σήμερα, έχει ωριμάσει ο κομμουνισμός. Η σχολή της Λογικής της ιστορίας έχει εισάγει την έννοια του πρώιμου σοσιαλισμού (αν και ο σοσιαλισμός θεωρείται πρώιμος κομμουνισμός). Και όλοι μαζί ισχυρίζονται5 ότι ο κομμουνισμός θα προκύψει από παρθενογένεση, ότι θα εμφανιστεί μόνο αφού η εργατική τάξη πάρει την εξουσία, και ότι δεν παρατηρούνται κομμουνιστικές μορφές ήδη στα πλαίσια του καπιταλισμού (σε αντίθεση μάλιστα με τον Μαρξ που έψαχνε τέτοιες μορφές στα πλαίσια του καπιταλισμού ήδη από την εποχή του). Είναι μια μεγάλη συζήτηση που φυσικά δεν μπορεί να συνοψιστεί στα πλαίσια αυτής της παρουσίασης.

Η ιδεοτυπική αντιμετώπιση της εργατικής τάξης από τον Λούκατς (χαρακτηριστική των σεκταριστικών ομάδων και σήμερα, που φαντασιώνονται μια ιδανική εργατική τάξη, τελείως διαφορετική από την πραγματική) είναι υπεκφυγή από το προφανές πραγματικό γεγονός ότι η εργατική τάξη ήταν ανίκανη για αυτόνομη επαναστατική δράση. Σε αντίθεση με τον Γκράμσι που επεδίωκε μια πραγματική (πολιτική και πολιτιστική) ηγεμονία, ή με άλλα λόγια, θεωρούσε ηγεμονία το να γίνει η εργατική ιδεολογία και αξίες κοινός νους.

Ο Στάλιν, γράφει ο ΚΠ, οικοδομεί τον μόνο δυνατό σοσιαλισμό στις τότε συνθήκες και με την κληρονομηθείσα ανεπαρκή θεωρία. Ο ΚΠ διατυπώνει την ιδέα ότι τότε παρατηρείται η μεγαλύτερη παρουσιασθείσα στην ιστορία μαζική κοινωνική εξέλιξη (ένας τρόπος να πει ότι η εργατική τάξη, τουλάχιστον μια μερίδα της, ήταν κυρίαρχη). Αυτό υπηρετούσε και η μέθοδος της μόνιμης σφαγής. Κριτήριο της κοινωνικής εξέλιξης ήταν ο όρκος πίστης, όχι φυσικά η επιχειρηματικότητα (όπως στον καπιταλισμό), ούτε η πολιτιστική αξιοσύνη. Ή να το πούμε πιο θεωρητικά, η κυρίαρχη τάξη συγκροτούνταν με πολιτικά και όχι οικονομικά, ή άλλα, μέσα.

Σε γενικές γραμμές ο ΚΠ θεωρεί τις κοινωνίες του “ιστορικού κομμουνισμού” σαν τεχνολογικά προωθημένη επανέκδοση του ασιατικού τρόπου παραγωγής.

Ο ύστερο-μαρξισμός (1956-1991).

Ή η εποχή της διάλυσης, παρά τις διάφορες προσπάθειες διάσωσης ('δεξιές', 'αριστερές', από τον Ντούμπτσεκ μέχρι τον Μάο κτλ) . Αιτία θεωρεί τον χαρακτήρα του φορέα, δηλαδή της εργατικής τάξης, σαν τάξης υποτελούς και μη ικανής να ηγεμονεύσει μια μετάβαση από ένα τρόπο παραγωγής σε άλλο. Και αυτό όχι λόγω της απαλλοτρίωσης της από την γραφειοκρατία, ή οποία είναι εντελώς απαραίτητη σε μια τάξη με αυτά τα χαρακτηριστικά. Απλά η ανάθεση δημιουργεί διαφοροποίηση γνώσεων και εξουσίας, με τάση την μετατροπή της ασταθούς κατοχής σε σταθερή ιδιοκτησία. Κατά την γνώμη μας υπάρχει ένα βαθύτερο ζήτημα ωριμότητας και προϋποθέσεων του κομμουνισμού που φυσικά δεν μπορούμε να αναλύσουμε εδώ.
Ο ΚΠ ξεχωρίζει για σχολιασμό δύο φιλοσόφους, τον Λούκατς και τον Αλτουσέρ, και έναν ηγέτη-πολιτικό, τον Μάο.
Ειδικά για τον Αλτουσέρ αναφέρει ότι, πλήττει σοβαρές ανεπάρκειες της θεωρίας -αν και με θετικιστικό τρόπο-, όπως ο ιστορικισμός, ο οικονομισμός, ο ουτοπισμός. Προσπαθεί να απελευθερώσει τον μαρξισμό από μια τριπλή, μεταφυσική: της Αρχής, του Υποκειμένου, του Σκοπού.
Αμφισβητεί το μαρξισμό του Μάο, ιδιαίτερα τον θεωρητικό, παραθέτοντας μια σειρά στοιχεία για τις γνώσεις του αλλά και την κοινωνική βάση της κινέζικης επανάστασης. Δεν τον κατηγορεί ιδιαίτερα για αυτό αφού βασικές μαρξικές αντιλήψεις φαίνεται πια ότι δεν επαληθεύονται: ο καπιταλισμός δεν είναι και τόσο ανίκανος να αναπτύξει τις παραγωγικές δυνάμεις. Ο υλισμός δεν είναι κατάλληλος αποκλειστικά για την επανάσταση και ο ιδεαλισμός αποκλειστικά για την αντεπανάσταση. Δεν παρατηρείται μια συνεχής πόλωση μεταξύ αστικής και εργατικής τάξης. Δεν επαληθεύονται τα επαναστατικά χαρακτηριστικά της εργατικής τάξης. Δεν είναι δυνατόν να οικοδομηθεί σοσιαλισμός δια αντιπροσώπων, οι οποίοι τείνουν να αυτονομηθούν, κτλ. Έτσι ο ΚΠ θεωρεί ότι η υπεραπλούστευση της θεωρίας από τον Μάο, είναι μια προσπάθεια να παραβλέψει τις αντιφάσεις, χωρίς όμως και να μπορεί να τις λύσει.
Αναφέρει το αυτονόητο για τα διάφορα θεωρητικά ρεύματα: οι διάφοροι δήθεν 'ρεβιζιονισμοί' δεν αντανακλούν παρά τις ιστορικές διαφοροποιήσεις της εργατικής τάξης, ή καλλίτερα διαφόρων μερίδων της (το βολικό μεταφυσικό σχήμα 'ένα το κόμμα', 'μια η τάξη', και ότι όλες οι άλλες τάσεις είναι 'μικροαστικές' ή και αστικές-διανοουμενίστικες είναι αστειότητες).
Περιγράφει δυο παράλληλα κοινωνικά προτσές: διάλυση και ατομικοποίηση της εργατικής τάξης, ενσωμάτωση και εξαγορά των διανοουμένων, προτσές που στερούν από τα παραδοσιακά ΚΚ την μαζική κοινωνική τους βάση.
Και με μια μικρή ανάλυση της περεστρόικα, τελειώνει η περιγραφή του τέλους αυτού που ονομάζει ιστορικό κομμουνισμό του 20ου αιώνα.

Επίλογος.

Το βιβλίο έχει ένα ακόμα, τελικό κεφάλαιο, για την μετα- εποχή. Εδώ σύντομα παραθέτει κάποιους συλλογισμούς ή και ερωτήματα για το μέλλον. Δεν θα τα παραθέσουμε , αφήνοντας τον αναγνώστη να τα συναντήσει διαβάζοντας το ίδιο το βιβλίο.
Είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί, παρά τις όποιες υπερβολές, ή και απολυτότητες ίσως του συγγραφέα. Δεν ξέρω αν ο ΚΠ θα το έλεγε έτσι αλλά η ουσία του είναι ότι για να παραμείνουμε μαρξιστές πρέπει να αλλάξουμε εντελώς τον μαρξισμό, τουλάχιστον όπως τον ξέρουμε μέχρι σήμερα.