25/2/14

συζητώντας για την Χιλή του Αλιέντε-θεωρητικάζητήματα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς


Περίληψη εισήγησης σε εκδήλωση (22-02-2014) του ομίλου επαναστατικής θεωρίας Κέρκυρας.




Θεωρητική εισαγωγή.

  1. διερευνώντας τα πιθανά προβλήματα που θα αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς στην χώρα μας, εξετάζουμε βασικά σημεία από την πείρα της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας στην Χιλή. Η στρατηγική της Αριστερής κυβέρνησης σαν ένα πρώτο βήμα σε μια διαδικασία μετάβασης στον σοσιαλισμό, ιστορικά δοκιμάστηκε στην Χιλή το 1970-1973, και σήμερα σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Θεωρητικά διερευνήθηκε κυρίως απο τον Ν Πουλαντζά με τον όρο “δημοκρατικός” δρόμος για τον σοσιαλισμό, με την διευκρίνηση ότι δεν είναι ούτε απλά κοινοβουλευτικόςi, ούτε κατ ανάγκην ειρηνικός.
  2. Πρόκειται για μια επαναστατική διαδικασία, αν καταλαβαίνουμε την κοινωνική επανάσταση, ανεξάρτητα από τις μορφές της, σαν μια διαδικασία ριζικής αναδιοργάνωσης της κοινωνίας (σήμερα απο την καπιταλιστική κοινωνία στη σοσιαλιστικήii). Στην αφετηρία αυτής της διαδικασίας η πολιτική εξουσία αλλάζει χέρια (σήμερα από την αστική τάξη στην εργατική) δηλαδή έχουμε μια πολιτική επανάσταση.
  3. η αναγκαία κατάσταση "δυαδικής εξουσίας" που μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη κατάληψη της εξουσίας έχει ιστορικά εμφανιστεί με τρεις μορφές, δρόμους:
    1. μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης, εξωτερικές προς το υφιστάμενο κράτος, που δημιουργούνται στην πορεία της ταξικής πάλης (πχ Σοβιέτ) διεκδικούν και τελικά αποσπούν την εξουσία από το αστικό κράτος, συνήθως μετά από ένοπλη σύγκρουση. Ο δρόμος αυτός στηρίζεται στην δύναμη και τον καταναγκασμό του αντιπάλου, και απαιτεί ειδικές συνθήκεςiii, όπως επαναστατική κατάσταση η οποία να εξελιχθεί σε επαναστατική κρίση, καταστάσεις που δεν προετοιμάζονται αλλά προκύπτουν -αν προκύψουν- αντικειμενικά.
    2. Ένα παρατεταμένο αντάρτικο που αποσκοπεί στην στήριξη από αγροτικούς πληθυσμούς, μορφή που εφαρμόστηκε νικηφόρα στην Κίνα, Κούβα, γενικά σε αγροτικές χώρες, ή χώρες υπό κατοχή.
    3. Την στρατηγική της κατάκτησης της πλειοψηφίας στο αστικό κοινοβούλιο, την απόσπαση της κυβέρνησης, που εγκαινιάζει μια μακρά μεταβατική περίοδο ριζοσπαστικών αλλαγών με σκοπό την κατάληψη ολόκληρης της εξουσίας, τον μετασχηματισμό του κράτους και το άνοιγμα του δρόμου για τον σοσιαλισμό.
  4. Ο δρόμος της πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο, ή ο “δημοκρατικός” δρόμος όπως θα τον ονομάζουμε απο εδώ και πέρα, (ανεξάρτητα αν ο όρος είναι δόκιμος), έχει σαν βασικά χαρακτηριστικάiv: ότι οι κρίσιμες αλλαγές θα προχωράνε μόνο αφού εξασφαλίζουνε λαϊκή πλειοψηφία (είτε με έγκριση προγράμματος σε εκλογές, είτε πχ με δημοψήφισμα). Ότι οι λαϊκές δυνάμεις που κατακτάνε μερική κρατική εξουσία, προσπαθούν διαρκώς να βελτιώνουν τον συσχετισμό δυνάμεων, και έτσι να προχωράνε την επαναστατική διαδικασία, εξασφαλίζοντας πλήρη ελευθερία δράσης σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, ακόμα και τις εχθρικές. Ότι συνδυάζονται μορφές αντιπροσώπευσης με αμεσοδημοκρατικές, και προσπάθεια ενεργοποίησης του λαϊκού παράγοντα. Ότι αν για κάποιο λόγο χαθεί η πλειοψηφία υπάρχει η δυνατότητα υποχώρησης και κυβερνητικής εναλλαγής.



Τα γεγονότα.

  1. Το 1970, η Λαϊκή Ενότητα, συμμαχία του κομμουνιστικού, του σοσιαλιστικού, και τεσσάρων άλλων μικρότερων κομμάτων, κέρδισε τις προεδρικές εκλογές αποσπώντας το 36% των ψήφων, έvαvτι 35% που πήρε o δεξιός υποψήφιος του Εθνικού Κόμματός και 27,8% που έλαβε o κεντρώος υποψήφιας των Χριστιανοδημοκρατών.
  2. η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας προχώρησε σε σειρά σημαντικών αλλαγών. Εθνικοποιήθηκε o χαλκός, το σημαντικότερο προϊόν της χώρας που το εκμεταλλεύονταν αμερικάνικες πολυεθνικές. Μέσα στα πρώτα δυο χρόνια διακυβέρνησης, εθνικοποιείται μεγάλο μέρος της παραγωγής, ο δημόσιος τομέας φτάνει να παράγει περισσότερο από το 50% του ακαθάριστου βιομηχανικού προϊόντος. Αυξήθηκαν τα μεροκάματα: των εργατών 38%, των υπάλληλων 120% . Η ανεργία μειώθηκε στο 10% και το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 8%. Παίρνονται μέτρα εκδημοκρατισμού, γίνεται προσπάθεια να οργανώσει από τα κάτω μορφές κρατικής εξουσίας (πχ λαϊκή πολιτοφυλακή, λαϊκά δικαστήρια), χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία.
  3. Μετά το πρώτο μούδιασμα εκδηλώνεται σφοδρή αντεπίθεση της αστικής τάξης με επενδυτική αποχή, φυγή κεφαλαίων, μαύρη αγορά, πληθωρισμό. Στον πολιτικό τομέα έχουμε άμεση προετοιμασία πραξικοπήματος με τον στρατηγό Βιώ, τον οποίο όμως οι Αμερικάνοι συμβουλεύουν να περιμένει γιατί το θεωρούν πολύ πρόωρο. Έχουμε σημαντικές αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις μεσαίων στρωμάτων (ιδιοκτήτες φορτηγών,φοιτητές, γιατροί, δικηγόροι, μαγαζάτορες), διαδηλώσεις “κατσαρόλας”, αλλά και απεργίες μέρους της εργατικής τάξης. Εκδηλώνονται πρόωρες καταλήψεις εργοστασίων ακόμα και μικρών, είτε αυθόρμητα είτε καθοδηγούμενες απο αριστεριστές. Οι σημαντικές οικονομικές δυσκολίες αλλά και το κλίμα χάους και διάλυσης στρέφουν την μεγάλη πλειοψηφία των μεσαίων στρωμάτων δεξιά. Οργανώνονται ένοπλες ομάδες, φασιστικές και απο αριστεριστές, και καλλιεργείται κλίμα εμφυλίου πολέμου. Αριστεριστές καλούν τη εργατική τάξη σε κατάληψη της εξουσίας με ανατροπή της κυβέρνησης απο τα “αριστερά”. Ξεσπά μεγάλη απεργία στα ορυχεία, με συντεχνιακά χαρακτηριστικά, και πλήρη υποστήριξη απο την Δεξιά. Δεύτερη απόπειρα πραξικοπήματος καταπνίγεται. Η κυβέρνηση αναθέτει στον στρατό να αφοπλίσει όλες τις ένοπλες ομάδες. Ο στρατηγός Πινοσέτ οργανώνει τρίτο αιματηρό πραξικόπημα, που ανατρέπει την κυβέρνηση.



Ο συσχετισμός δύναμης.

  1. ερμηνείες που αποδίδουν τη ήττα στο ότι η Λαϊκή Ενότητα δεν προχώρησε πιο αποφασιστικά στο δρόμο του σοσιαλισμού και στο να καταλάβει ολόκληρη την εξουσία παραβλέπει εντελώς τον συσχετισμό δύναμης. Αρχικά τον εκλογικό συσχετισμό (36%), αλλά κυρίως τον ουσιαστικό, δηλαδή την ωριμότητα και ετοιμότητα της εργατικής τάξης, την ικανότητα της να επιδείξει ηγεμονική συμπεριφορά, αλλά και να διατηρήσει τη συμμαχία με τα μεσαία στρώματα. Από την άλλη αριστερίστικες ομάδες και κόμματα δρούσαν χωρίς να παίρνουν υπόψιν τους συσχετισμούς, σαν να είχε κατακτηθεί όλη η εξουσία, προέτρεπαν σε γενικές καταλήψεις εργοστασίων, ακόμα και πολύ μικρών, οργανώνανε ένοπλες ομάδες καλλιεργώντας ένα κλίμα εμφυλίου, καταστρέφοντας τη συμμαχία με τους μικροαστούς και δημιουργώντας κλίμα χάους, που τελικά χρησιμοποιεί σαν πρόσχημα ο στρατός για να επέμβει.
  2. Βασικό συμπέρασμα είναι ότι κάθε ριζοσπαστικό μέτρο πρέπει να συγκεντρώνει πλειοψηφία πριν προωθηθεί. Ότι η πολιτική δεν πρέπει να μετρά μόνο τις διαθέσεις μερικών πρωτοπόρων εργατών, αλλά όλης της τάξης, και μάλιστα όλης της κοινωνίας. Ότι τα μέτρα που παίρνονται πρέπει να αποσκοπούν στην βελτίωση του συσχετισμού δύναμης και όχι στο αδυνάτισμα του, τροφοδοτώντας την δημαγωγία της Δεξιάς. Ότι η εργατική τάξη δεν είναι δεδομένη, ότι πρέπει να κερδίζεται συνεχώς, και ότι μπορεί συντεχνιακή συμπεριφορά μερίδων της να ενταχθεί στο αντεπαναστατικό σχέδιο της Δεξιάς, ή στον τυχοδιωκτισμό αριστερίστικων ομάδων. Όλα αυτά βαραίνουν αποφασιστικά ιδιαίτερα που σε αυτές τις καταστάσεις ο συσχετισμός δύναμης είναι οριακός και μια μικρή μετατόπιση του μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή.
  3. Οι αποφάσεις σε αυτές τις σύνθετες καταστάσεις δεν είναι εύκολες. Και οι μπολσεβίκοι δυσκολεύονταν να βρουν την διαφορά μεταξύ αναγκαστικού συμβιβασμού και απαράδεκτης υποχώρησης. Πχ στην ειρήνη του Μπρέτ-Λιτόβσκ, ο Λένιν δυσκολεύτηκε να πείσει την Κεντρική επιτροπή, και έχασε δυο απανωτές ψηφοφορίες (Δεκέμβρης-Γενάρης) με αποτέλεσμα τελικά να υπογραφεί πολύ χειρότερη συνθήκη απο ότι μπορούσε αρχικά.



Τα μεσαία στρώματα.

  1. τα μεσαία στρώματα συμμαχούν ιδεολογικά με την αστική τάξη στην βάση της ιδιοκτησίας, και πολιτικά-οικονομικά στην βάση της δυνατότητας να αποκτούν κάποιο πλούτο. Όταν η συμμαχία αυτή διαρραγεί για κάποιο λόγο και ταλαντευτούν προς την μεριά της εργατικής τάξης ανοίγει η δυνατότητα πολιτικών ανατροπών. Όμως η στάση τους δεν είναι σταθερή. Πολύ γρήγορα μπορεί να αλλάξουν διάθεση και πολιτικές προτιμήσεις ανατρέποντας τον γενικό συσχετισμό δυνάμεων.
  2. Τι έγινε στην Χιλή. Αρχικά τα μεσαία στρώματα κρατάνε μια στάση ευνοϊκής ουδετερότητας (οι αυξήσεις μισθών αυξάνουν το τζίρο τους), που γρήγορα με τις πρώτες δυσκολίες μετατρέπεται σε δυσαρέσκεια. όταν κλιμακώνεται η αστική αντεπίθεση σε συνδυασμό με άκαιρες ενέργειες επιθέσεων στην μικρή ιδιοκτησία αυθόρμητα απο εργάτες,ή με την καθοδήγησε αριστεριστών, περνάνε σε ανοικτή εχθρότητα. Διαδηλώνουν, κρύβουν τρόφιμα και προϊόντα, κάνουν μαύρη αγορά, ενισχύουν την φασιστική patria y liberta.
  3. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Οκτωβριανής επανάστασης: τα μεσαία στρώματα (δηλαδή τότε ο μεγάλος όγκος των αγροτών) ήταν δυσαρεστημένα με τον πόλεμο και παλεύανε για την απόκτηση της γης των τσιφλικάδων. Οι μπολσεβίκοι τα κερδίζουν μαζικά με το μοίρασμα της γης αντίθετα μάλιστα με το πρόγραμμα τους που πρόβλεπε εθνικοποίηση και όχι μοίρασμα σε ιδιώτες. Έτσι κερδίζουν τον εμφύλιο και αντέχουν απέναντι στην ιμπεριαλιστική επίθεση. Όμως η πολιτική επιτάξεων των αγροτικών πλεονασμάτων που επιβάλει ο εμφύλιος και ο λιμός, τους στρέφει απότομα ενάντια στην Σοβιετική εξουσία. Έχουμε πολιτική κρίση με αποκορύφωμα τα γεγονότα της Κροστάνδης. Ο Λένιν έγκαιρα το συνειδητοποιεί και προτείνει την ΝΕΠ (νέα οικονομική πολιτική), δηλαδή αντικατάσταση των επιτάξεων με φόρο σε είδος, και ελευθερία του εμπορίου με σχετική αναζωογόνηση του καπιταλισμούv. Παράλληλα προτείνουν την συνεταιριστικοποίηση σε αυστηρά εθελοντική βάση. Έτσι ξανακερδίζουν αν όχι την υποστήριξη τουλάχιστον την ανοχή του μεσαίου αγρότη. Μετά 10 περίπου χρόνια, η πολιτική της ΝΕΠ εγκαταλείπεται. Οι μπολσεβίκοι προχωράνε σε μαζική και βίαιη συνεταιριστικοποίηση, στρέφοντας τους αγρότες μαζικά εναντίον τους, απομονώνοντας την σοβιετική εξουσία απο την πλειοψηφία του λαού, κάτι που δεν αναστράφηκε ποτέ (με ένα μικρό διάλειμμα στη διάρκεια του πατριωτικού πολέμου.)
  4. Σήμερα η πιθανή αριστερή κυβέρνηση θα έχει να λύσει τον γρίφο με τα μεσαία στρώματα. Η καταστροφική πολιτική των μνημονίων τα οδήγησε να εγκαταλείψουν τα αστικά κόμματα και ένα μέρος τους να στραφεί στον ΣΥΡΙΖΑ (άλλο στην Χρυσή Αυγή). Είναι συνηθισμένα στην φοροδιαφυγή, και προσδοκάν εύκολο και γρήγορο κέρδος, για να συνεχίσουν τον υπερκαταναλωτισμό που τα διέκρινε πριν την κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως έχει βασική προγραμματική θέση το χτύπημα της φοροδιαφυγής. Θα καταφέρει να το κάνει (φυσικά μέσα σε ένα συνολικό πακέτο μέτρων όπως την αύξηση του τζίρου τους, την αντιμετώπιση των προβλημάτων ρευστότητας και της πιστωτικής ασφυξίας) χωρίς να πυροδοτήσει την εχθρότητα τους;
  5. τα μεσαία στρώματα επηρεάζουν φυσικά και μεγάλα κομμάτια της εργατικής τάξης. Είτε ιδεολογικά, είτε λόγω αντικειμενικών αιτιών: δεύτερης μη-μισθωτής δουλειάς, οικογενειακών δεσμών, ή και καταγωγής. Άρα το ζήτημα της αντιμετώπισης τους αναδείχνεται σε βασικό παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων, δεδομένου ότι σε αυτό το πολυάριθμο τμήμα (στην Ελλάδα 40% περίπου του οικονομικά ενεργού πληθυσμού σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΣΥΕ) απευθύνεται και η Χρυσή Αυγή, αλλά φυσικά και τα βασικά κόμματα της αστικής τάξης.



Το ζήτημα του στρατού.

  1. μια ορισμένη αριστερή ανάλυση θεωρεί ότι ο στρατός είναι αστικός (πράγμα σωστό) και άρα αναγκαστικά θα παρέμβει κάποια στιγμή για να αποτρέψει την πορεία προς τον σοσιαλισμό (πράγμα όχι σωστό). Αυτή η ανάλυση παραβλέπει τις πολιτικές προϋποθέσεις για να κινηθεί ο στρατός, και επίσης θεωρεί μηχανιστικά ότι ο στρατός είναι εργαλείο που το κινεί κατά βούληση η αστική τάξη. Τελικά αν ήταν έτσι καμιά επαναστατική προσπάθεια δεν θα μπορούσε να ευοδωθεί.
  2. Η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων ανήκει στα μεσαία στρώματα ταξικά, αλλά και απο καταγωγή. Η συνείδηση τους πηγαίνει σχετικά παράλληλα με την γενικότερη συνείδηση των μεσαίων στρωμάτων. Την στιγμή που τα στρώματα αυτά διάκεινται ευνοϊκά ή είναι ουδέτερα, είναι πολύ δύσκολο να οργανωθεί πετυχημένο πραξικόπημα. Αν εκδηλωθεί πρόωρα, ο στρατός μπορεί να διασπαστεί και να αποτύχει. Αυτό θα οδηγήσει σε εξάρθρωση των αντιδραστικών στοιχείων, θα είναι ένα σημαντικό βήμα να κατακτηθεί ολόκληρη η εξουσία απο τις λαϊκές δυνάμεις.
  3. Στην διάρκεια της κυβέρνησης Αλιέντε είχαμε τρεις προσπάθειες πραξικοπήματος. Μια αμέσως μετά την εκλογική νίκη απο τον στρατηγό Βιώ, που τελικά δεν εκδηλώθηκε ανοικτά γιατί οι Αμερικανοί τον συμβούλεψαν να περιμένει γιατί ήταν πρόωρο. Μια δεύτερη απο το σύνταγμα τεθωρακισμένων στο Σαντιάγκο, με επικεφαλής τον φασίστα συνταγματάρχη Σουπέρ, που κατεστάλλει, και οδήγησε σε δραστηριοποίηση σημαντικού μέρους της εργατικής τάξης, ακόμα και σε ένοπλες εκδηλώσεις μετά απο κάλεσμα και του ΚΚΧ αλλά και της αριστερής πτέρυγας του σοσιαλιστικού κόμματος. Και η τρίτη απο τον “δημοκράτη” Πινοσέτ, που έγινε δυνατό αφού το κλίμα είχε οξυνθεί τόσο πολύ, που η χώρα έμοιαζε να ήταν στα πρόθυρα εμφυλίου. Όμως και η κυβέρνηση δυστυχώς είχε λύσει τα χέρια του στρατού α) αναθέτοντας του τον αφοπλισμό των φασιστών και των ένοπλων ομάδων των αριστεριστών, β) βάζοντας στρατηγούς στην κυβέρνηση, και γ) κηρύσσοντας η ίδια στρατιωτικό νόμο για να αντιμετωπίσει την φασιστική βία, τις τυφλές απεργίες των μικροαστών, και την αναρχία που δημιουργούσε η ανεύθυνη στάση των αριστεριστών.
  4. Η αδυναμία της κυβέρνησης ήταν ότι αντί να οργανώσει εργατικές ομάδες για την επιβολή της τάξη και τον αφοπλισμό φασιστών και αριστεριστών, εμπιστεύτηκε τον στρατό. Είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει λαϊκή πολιτοφυλακή αλλά χωρίς σπουδαία αποτελέσματα, η εργατική τάξη φάνηκε ανέτοιμη για τέτοιο καθήκον. Το περίεργο ήταν ότι ενώ η πλειοψηφία της έφτανε το πολύ μέχρι την διεκδίκηση άμεσων αιτημάτων, με συντεχνιακό τρόπο πολλές φορές, αριστεριστές την καλούσαν να ανατρέψει την κυβέρνηση παίρνοντας όλη την εξουσία. Αλήθεια πιστεύανε ότι αν οι cordonnes, (οι εργατικές επιτροπές που σχηματίστηκαν σε βιομηχανικές ζώνες, κάτι σαν Σοβιέτ) που δεν συγκεντρώναν την πλειοψηφία των εργατών, προσπαθούσαν τυχοδιωκτικά και χωρίς λαϊκή ούτε καν εργατική νομιμοποίηση να πάρουν πρόωρα την εξουσία ο στρατός θα παρακολουθούσε απαθής; ή ακόμα χειρότερα, πιστεύει κανείς ότι με την σημερινή στρατιωτική τεχνολογία μπορεί το λαϊκό κίνημα να αντιπαρατεθεί ένοπλα με τον επαγγελματικό στρατό;
  5. το στρατιωτικό ζήτημα δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Πέρα απο τα τεχνικά μέτρα για τον εκδημοκρατισμό του στρατού (περιορισμό τυφλής πειθαρχία και ενίσχυση δικαιωμάτων φαντάρων, σπάσιμο στεγανών, αντικατάσταση αντιδραστικών στρατηγών με προοδευτικούς κτλ) τα κύρια μέτρα είναι πολιτικά. Προσοχή στη συμμαχία με τα μεσαία στρώματα, ύπαρξη πλειοψηφίας για κάθε μεγάλη αλλαγή που αφαιρεί κάθε πρόσχημα αντιδημοκρατικής εκτροπής, αποφασιστική αντιμετώπιση της φασιστικής βίας αλλά και του τυχοδιωκτικού αριστερισμού που δημιουργεί το απαραίτητο κλίμα..
  6. Σε αντίθεση με την διαδεδομένη άποψη ότι το κράτος έκτακτης ανάγκης (φασισμός ή δικτατορία) επιβάλλεται για να ανακοπεί η ανοδική πορεία της επαναστατικής εργατικής τάξης, ο Πουλαντζάς έκανε την κρίσιμη παρατήρηση ότι αντίθετα κράτος έκτακτης ανάγκης επιβάλλεται αφού η εργατική τάξη έχει ηττηθεί πολιτικά. Ήδη πριν το πραξικόπημα Πινοσέτ η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας είχε χάσει την πλειοψηφία, είχε απομονωθεί σημαντικά, όχι μόνο απο τα μεσαία στρώματα αλλά και απο κομμάτια της εργατικής τάξης, που την εγκαταλείπανε και προς τις δύο κατευθύνσεις, και προς τα δεξιά και προς τα “αριστερά”. Σε μια τέτοια περίπτωση καλλίτερη λύση είναι της συντεταγμένης υποχώρησης. Μια λύση σε αυτά τα πλαίσια είναι η προκήρυξη εκλογών και η προσωρινή εγκατάλειψη της κυβέρνησης, ή η προσπάθεια ευρύτερης συνεννόησης πιθανά με κομμάτι του αστικού κόσμου, μέχρι ο συσχετισμός δυνάμεων βελτιωθεί και να επανέλθουμε στην επαναστατική διαδικασία.





Το μέτωπο της οικονομικής διαχείρισης και αποτελεσματικότητας.

  1. Πέρα απο τις πολιτικές πλευρές που αναφέραμε το βασικότερο ζήτημα στο οποίο τελικά θα κριθεί η αριστερή κυβέρνηση είναι το μέτωπο της αποτελεσματικότητας και της βελτίωσης της ζωής του λαού. Γιατί μπορεί ένας απολογισμός να αναφέρει ότι εθνικοποιήθηκε το 50% της βιομηχανίας, αλλά αν αυτό συνοδεύεται απο πληθωρισμό, ακρίβεια, έλλειψη ειδών πρώτης ανάγκης αύξηση της ανεργίας κτλ, ο ισολογισμός φυσικά είναι αρνητικός.
  2. ορισμένοι στην αριστερά όχι μόνο δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αλλά ούτε καταλαβαίνουν την ύπαρξη του προβλήματος. Για αυτούς εξ ορισμού η δημόσια ΔΕΗ είναι καλλίτερη απο την ιδιωτική, η εργατική διαχείριση είναι αποτελεσματικότερη απο την καπιταλιστική κτλ. Αυτό όμως πρέπει να αποδειχτεί όχι με επιχειρήματα αλλά στην πράξη. Και εδώ δεν ξέρουν ούτε καν απο που να αρχίσουν. Αυτά τα προβλήματα ταλαιπώρησαν έντονα και τούς μπολσεβίκους ιδιαίτερα τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Ο Λένιν δεν διστάζει με βάση την πείρα που συσσωρεύεται να αναθεωρήσει τα ίδια του τα γραπτά και να προτείνει βιώσιμες λύσεις, όπως την μονοπρόσωπη διεύθυνση στην θέση των εργατικών επιτροπών, και την αξιοποίηση αστών ειδικών, αναγνωρίζοντας την σχετική αδυναμία των εργατών να διαχειριστούν τις επιχειρήσειςvi. Σχηματίζεται η εργατική αντιπολίτευση που τον κατηγορεί για “δεξιά στροφή”, του θυμίζει τις θέσεις τ' Απρίλη και άλλα κείμενα του, με έντονη ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση.
  3. Στην Χιλή εκτιμάνε ότι κατ αρχή εθνικοποιήσανε ένα μεγάλο ποσοστό επιχειρήσεων, ακόμα και μικρής σπουδαιότητας, που δεν μπορούσαν να διαχειριστούν σωστά. Παραπέρα, αριστερίστικα στοιχεία καθοδηγούσαν εργάτες να καταλάβουν την κάθε επιχείρηση, μικρή ή μεγάληvii. Το αποτέλεσμα ήταν πτώση της παραγωγής, μετά την αρχική άνοδο 8% του πρώτου χρόνου. Παράλληλα αυτή η ανασφάλεια έσπρωχνε την αστική τάξη σε επενδυτική αποχή και στην μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό.
  4. Βασικό ζήτημα είναι η ικανότητα που θα δείξει η εργατική τάξη στον εργατικό έλεγχο, ώστε να μην είναι συντεχνιακός αλλά για τα συνολικά ταξικά συμφέροντα, πράγμα καθόλου αυτονόητο. Η προθυμία της να αρθεί πάνω απο τα στενά οικονομικά συμφέροντα σε όφελος των πολιτικών, πράγμα και αυτό καθόλου αυτονόητο, ιδιαίτερα που δυνάμεις αριστεριστών αλλά και της δεξιάς την καθοδηγούν για το αντίθετο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η απεργία των ορυχείων χαλκού. Ενώ οι διεθνείς τιμές χαλκού έπεφταν ραγδαία, και η κυβέρνηση στηριζόταν εν πολλοίς στην κερδοφορία των ορυχείων για τη κοινωνική της πολιτική, ξεκινάνε απεργία με στόχο να πάρουν και αυτοί τις αυξήσεις που δόθηκαν σε πιο κακοπληρωμένα τμήματα εργατών. Τους υποστηρίζει ανοικτά η Δεξιά που οργανώνει οικονομική εξόρμηση ενίσχυσης τους.
  5. Σήμερα η πλειοψηφία συμφωνεί με τις ιδιωτικοποιήσεις, ή έχει σοβαρές επιφυλάξεις για την ικανότητα του δημόσιου να διαχειριστεί αποτελεσματικά επιχειρήσεις. Πέρα απο τις ευθύνες των αστικών κομμάτων που κυριολεκτικά ασελγούν πάνω στις δημόσιες επιχειρήσεις, που τις χρησιμοποιούν σαν μεταφορείς αξίας στον ιδιωτικοκαπιταλιστικό τομέα, που τις διαχειρίζονται σπάταλα και κάποτε με συνειδητό στόχο την απαξίωση τους, ένα μέρος ευθύνης υπάρχει και στους εργαζόμενους. Ή εν πάση περιπτώσει έχουν ευθύνη να παλέψουν για την αλλαγή της κατάστασης και την μετατροπή τους σε αποτελεσματικές και σύγχρονες επιχειρήσεις. Στα πλαίσια αυτά αν αλλάξει χέρια η εξουσία, και στα πλαίσια μια μεταβατικής πορείας προς στον σοσιαλισμό πρέπει να είναι έτοιμοι να κάνουν και οικονομικές θυσίες ώστε στην άμιλλα με τις ιδιωτικοκαπιταλιστικές επιχειρήσεις να βγούνε νικητές και να έχουν δείξει έμπρακτα ότι το δημόσιο μπορεί όχι μόνο να μην είναι χειρότερο αλλά να είναι και καλλίτερο. Αλλιώς ο σοσιαλισμός θα μείνει ευσεβής πόθος κάποιων αριστερών.



Επίλογος.


Η μακράν πιθανότερη επαναστατική στρατηγική στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, είναι η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου, που ξεκινάει με την κατάληψη απο την Αριστερά της κυβέρνησης, συνεχίζει -αν βελτιωθεί ο συσχετισμός των δυνάμεων- στην κατάληψη όλης της εξουσίας, και ανάλογα με τις διεθνείς προϋποθέσεις και τις παράλληλες εξελίξεις σε ομάδα χωρώνviii, ανοίγει το δρόμο για τον σοσιαλισμό. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τον κοινοβουλευτισμό της σοσιαλδημοκρατίας. Ο δρόμος αυτός δεν είναι εξελικτικός, απαιτεί αρκετές ρήξεις, περισσότερες απο την μια που απαιτεί οι άλλοι. Ο δρόμος αυτός φυσικά περικλείει κινδύνους “ενσωμάτωσης” και ρεφορμισμού, και επαγρύπνηση για δεξιά λάθη. Απαιτεί όμως να ξεπεραστούν και οι σκόπελοι του αριστερισμού που σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να αποβούν μοιραίοι, εξασκώντας στις επαναστατικές δυνάμεις μια διπλή πίεση και απο τα δεξιά και απο τα αριστερά, σε συνθήκες που ο συσχετισμός δυνάμεων είναι οριακός και κρίνεται ανά πάσα στιγμή. Όμως είναι δρόμος που αν δεν γίνουν σοβαρά λάθη μπορεί να δρομολογήσει το άνοιγμα της επαναστατικής διαδικασίας. Ίσως στην Ελλάδα να έχουμε την μεγάλη χαρά και τιμή να δοκιμάσουμε αυτήν την πιθανότητα και να αναμετρηθούμε με αυτά τα καθήκοντα, πράγμα που σήμερα αντικειμενικά αποτελεί και μια σοβαρή διεθνιστική συμβολή στην υπόθεση της παγκόσμιας εργατικής τάξης.



 

iΤα σημαντικότερα πράγματα συμβαίνουν εκτός κοινοβουλίου, εκεί απλά αντανακλάται ο πολιτικός συσχετισμός που δημιουργεί η ταξική πάλη σε μια δεδομένη συγκυρία.

iiΑνεξάρτητα του γεγονότος ότι λόγω των γνωστών καταρρεύσεων, το τι ακριβώς σημαίνει σοσιαλισμός είναι ένα ανοικτό ζήτημα ακόμα στην Αριστερά.

iiiΆλλες προϋποθέσεις είναι η ύπαρξη βιομηχανικής εργατικής τάξης συγκεντρωμένης σε μεγάλα εργοστάσια, και ή έλλειψη αναπτυγμένης αστικής δημοκρατίας. Θεωρώ πάντως ότι η σύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία καθιστούν απαγορευτική την ένοπλη αναμέτρηση με τον επαγγελματικό στρατό.

ivΣτα πλαίσια αυτής της στρατηγικής χρησιμοποιείται ένα ολόκληρο διαφορετικό σύστημα εννοιών. Οι έννοιες της επαναστατικής κατάστασης και επαναστατικής κρίσης εμπλουτίζονται με τις έννοιες της ηγεμονίας, της κρίσης εκπροσώπησης, του μπλοκ εξουσίας, του πολέμου θέσεων, της τάξης-στήριγμα, της κυβερνώσας τάξης (που μπορεί να είναι διαφορετική απο την κυρίαρχη), έννοιες που επεξεργάστηκε κυρίως ο Πουλαντζάς στα θεωρητικά έργα του.

vΠάλι αντιμετωπίζει σφοδρή αντιπολίτευση που τον κατηγορεί για εγκατάλειψη του σοσιαλιστικού δρόμου. Γενικά σε κάθε καμπή των γεγονότων και στην ανάγκη αναπροσαρμογής της πολιτικής ένα μεγάλο μέρος του κόμματος απο αδράνεια υπερασπίζεται την παλιά γραμμή, δημιουργώντας κομματική κρίση.

viΣτην πραγματικότητα είχαμε εκτεταμένα φαινόμενα απουσιών, κοπάνας, κλοπής και πώληση πρώτων υλών ακόμα και μηχανημάτων. Πολλές επιχειρήσεις με εργατική διαχείριση φτάσανε στα πρόθυρα της διάλυσης. Αυτό ανάγκασε τους μπολσεβίκους να πάρουν σκληρά μέτρα εργασιακής πειθαρχίας. Επί Στάλιν φτάσανε στην υπερβολή 20' καθυστέρηση στην πρωινή προσέλευση να είναι ...ποινικό αδίκημα!

viiΟ Λένιν έχει γράψει ότι η εθνικοποίηση είναι εύκολη γιατί βασίζεται στην θέληση (απλή απόφαση), η διαχείριση είναι δύσκολή γιατί απαιτεί ικανότητα.


viiiΝομίζω ότι ενώ μεγάλο μέρος της αριστεράς και των μαρξιστών έχει εγκαταλείψει στα λόγια την στρατηγική του σοσιαλισμού σε μια χώρα, στην πράξη πολλοί προτείνουν πολιτική που παραγνωρίζει την ανάγκη παράλληλων αλλαγών σε ευρύτερες περιοχές. Η επιμονή για έξοδο απο την Ευρωπαϊκή Ένωση νομίζω είναι έκφραση αυτής της τάσης.

24/11/13

Για την τέχνη και την επιστήμη της πολιτικής-μέρος 2 (Η ικανότητα υπολογισμού του συσχετισμού δυνάμεων).



Ποιος είναι ο βασικός παράγοντας που παίρνει υπόψη της η πολιτική: είναι ο συσχετισμός των δυνάμεων, όπως είναι, και όχι όπως θα θέλαμε να είναι. Ή με τα λόγια του Λένιν “να παίρνεις υπόψιν σου όλες τις δυνάμεις ...τις μάζες που δρουν σε μια χώρα και όχι να καθορίζεις την πολιτική σου με βάση μονάχα τις επιθυμίες και τις αντιλήψεις, το βαθμό συνειδητότητας και της διάθεσης για αγώνα μιας μόνο ομάδας ή ενός μόνο κόμματος” (αριστερισμός, άπαντα τ.41, σελ 65).ii
Φυσικά ο συσχετισμός υπολογίζεται όχι μόνο για να υποταχθεί κανείς σε αυτόν αλλά για να χαραχθεί αντίστοιχη πολιτική που να τον βελτιώνει. Πάντως με μια έννοια ο συσχετισμός υποχρεώνει, και όποτε τον παραβλέψαμε είχαμε στην καλλίτερη περίπτωση αποτυχίες και στην χειρότερη τραγωδίες (φυσική εξόντωση της πρωτοπορίας). Πολλές φορές ο αντίπαλος σπρώχνει σε μια πρόωρη, άκαιρη εξέγερση για να ξεμπερδεύει με το λ.κ. όταν ακόμα μπορεί, και δεν περιμένει να χειροτερέψουν για αυτόν τα πράγματα.
Αυτά φαίνονται αυτονόητα αλλά τελικά δεν είναι: πχ γίνεται πολλή συζήτηση για το αν ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να συνεργαστεί με ΑΝΕΛ ή ΔΗΜΑΡ. Ότι και να καταλογίσει κανείς στους ΑΝΕΛ (ακροδεξιοί κτλ) και στην ΔΗΜΑΡ (κρυφομνημονιακοί, φιλοευρωπαιστές κτλ) το απλό γεγονός ότι αλλιώς δεν σχηματίζεται αντιμνημονιακή κυβέρνηση (με δεδομένη την σημερινή άρνηση του ΚΚΕ) υποχρεώνει τον ΣΥΡΙΖΑ να επιδιώξει να συνεργαστεί. Ο Λένιν, κριτικάροντας τους ‘αριστερούς’ κομμουνιστές της Γερμανίας έγραφε ότι όλη η ιστορία του μπολσεβικισμού είναι ιστορία συμμαχιών και συνεργασιών με άλλα κόμματα, ακόμα και αστικά. (αριστερισμός, άπαντα τ.41σελ 54).
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η κριτική του Λένιν στους τότε Γερμανούς “αριστερούς” κομμουνιστές σχετικά με την επαχθή συνθήκη των Βερσαλλιών. Ακόμα και αυτή την κατάπτυστη συνθήκη έλεγε δεν ήταν υποχρεωμένοι να δεσμευτούν για το αν και πότε θα την καταγγείλουν και ότι “η μελλοντική Σοβιετική Γερμανία θα βρισκόταν στην ανάγκη να αναγνωρίσει την ειρήνη για ορισμένο διάστημα και να υποταχθεί σε αυτή” (αριστερισμός, άπαντα τ.41 σελ 60). “οι κομμουνιστές δεν πρέπει να δέσουν τα χέρια τους και να υποσχεθούν ότι σε περίπτωση νίκης θα καταγγείλουν υποχρεωτικά και οπωσδήποτε την ειρήνη των Βερσαλλιών” (στο ίδιο, σελ. 60). Άθελα σου έρχεται να χαμογελάσεις για την στάση ορισμένων σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και πως έχουν αναγάγει το ζήτημα της αποδέσμευσης σε βασικό κριτήριο αριστεροσύνης.

Ο συσχετισμός μετρά την σχετική δύναμη της εργατικής με την αστική τάξη, και τις συμμαχίες με την μικροαστική που καταφέρνει να επιτύχει κάθε μια.
  • Ο συσχετισμός δυνάμεων καθορίζεται από την συνείδηση και την ιδεολογική κατάσταση της εργατικής τάξης, την ενότητα της, από την οργανωτικότητα και αγωνιστική της διάθεση, από την ετοιμότητα της για αποφασιστικές μάχες, την ωριμότητα πολιτική και θεωρητική των οργανώσεων της.
  • Καθορίζεται από τις ταξικές συμμαχίες, κυρίως τις διαθέσεις των μικροαστών, που είναι και το πιο ευμετάβλητο στοιχείο, μιας και είναι από παλιά γνωστές οι συχνές ταλαντεύσεις τους, ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Πλούσια εμπειρία για το ρόλο των μικροαστών στην μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων δίνει το ιστορικό παράδειγμα της Χιλής του Αλιέντε. Ακόμα και το πραξικόπημα έγινε δυνατόν μόνο και μόνον όταν η μικροαστική τάξη εγκατέλειψε μαζικά την Λαϊκή Ενότητα και πέρασε με την αστική τάξη.
  • Τέλος, φυσικά από την δύναμη της αστικής τάξης, την ηγεμονική της υπεροχή, τις εσωτερικές της αντιφάσεις, τις σχέσεις της με τους πολιτικούς της αντιπροσώπους, τους διεθνείς δεσμούς και συμμαχίες της.

Ο γενικός ταξικός συσχετισμός καθορίζεται και μετριέται σε διάφορα επίπεδα:
  • την κοινωνία: γεγονότα όπως μια συρρίκνωση της εργατική τάξης σαν αποτέλεσμα αποβιομηχάνισης, μια απότομη αύξηση της ανεργίας, διεθνείς εξελίξεις όπως η κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η ψήφιση ορισμένης νομοθεσίας, η φάση του οικονομικού κύκλου κτλ, μεταβάλλουν το συσχετισμό.
  • τους θεσμούς του κράτους: πχ η κατάσταση και η συνείδηση των στελεχών τους, η επιρροή κάθε τάξης στην Διοίκηση, στα πανεπιστήμια, στα σχολεία, στα σώματα ασφαλείας, στις ένοπλες δυνάμεις. Στο αστικό κράτος η επιρροή της αστικής τάξης είναι αποφασιστική αλλά αυτό δεν είναι στεγανοποιημένο από τη ταξική πάλη, η εργατική τάξη μπορεί ιδιαίτερα σε περιόδους ηγεμονικής κρίσης να διευρύνει την επιρροή της, σε βαθμό που να βρει κάποιο στήριγμα μια αριστερή κυβέρνηση. Φυσικά ριζοσπαστικοί μετασχηματισμοί του κράτους είναι αναγκαίοι για βαθύτερες αλλαγές στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού.
  • Τις επιχειρήσεις: πχ η δύναμη των συνδικάτων, ο βαθμός εργατικής συμμετοχής καπάλι καλά αν αυτό εξηγείται με την νεαρή τους ηλικία: τη νεολαία ο θεός την πρόσταξε να λέει για ορισμένο διάστημα τέτοιες κουταμάρεςι ελέγχου στην διοίκηση, συνδικαλιστικές επιτροπές κτλ

Ειδική έκφραση του γενικού κοινωνικού συσχετισμού είναι ο πολιτικός συσχετισμός: η διάταξη των πολιτικών δυνάμεων, ο χαρακτήρας και η μορφή του κράτους, η δύναμη των κομμάτων, οι συνεργασίες τους, οι θέσεις τους (πχ ο βαθμός υποχωρήσεων που είναι υποχρεωμένα να κάνουν τα αστικά κόμματα για να διατηρήσουν την εργατική εκλογική τους επιρροή), κτλ.
Τέλος ειδικότερη και η πιο φανερή έκφραση του πολιτικού συσχετισμού είναι ο εκλογικός συσχετισμός, που δεν είναι πάντα ενδεικτικός από μόνος του, αλλά θέλει μια βαθύτερη ερμηνεία. Πχ το 27% του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αριστερό, έχει μικροαστικές συγχύσεις, λογική ανάθεσης κτλ. Αν κάποιος παρασυρθεί και το ερμηνεύσει διαφορετικά θα χαράξει λάθος πολιτική, θα βάλει στόχους ανώτερους από αυτούς που αντέχει ο συσχετισμός δυνάμεων.
Ο πολιτικός συσχετισμός λοιπόν μετράται κατ αρχήν εκλογικά αλλά είναι ευρύτερη έννοια, δεν περιορίζεται στην εκλογική αποτύπωση του. Τελικά χαρακτηρίζει την ικανότητα να κατευθύνεις την πορεία της χώρας ανεξάρτητα αν τυπικά έχεις την κυβέρνηση ή ακόμα και την εξουσία, είναι η αποκαλούμενη πολιτική ηγεμονία.
Μπορεί σε μεταβατικές περιόδους, η κυβερνώσα τάξη (με την έννοια που χρησιμοποιεί τον όρο ο Πουλαντζάςiii) να είναι η μικροαστική (περίπτωση γερμανικού φασισμού, η περίπτωση ΠΑΣΟΚ πρώτης περιόδου) ή και η εργατική (μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατία) αλλά η πολιτική ηγεμονία να είναι στην αστική, δηλαδή η χώρα να εξακολουθεί να βρίσκεται σε καπιταλιστική τροχιά.

Ο συσχετισμός επίσης μετριέται και κατά θέμα πχ ιδιωτικοποιήσεις, μνημόνιο, Ε/Ε κτλ. Βλέπουμε διαφορετικό συσχετισμό: αρνητικό στις ιδιωτικοποιήσεις, θετικό στο μνημόνιο. Που θα διαλέξεις να δώσεις την μάχη; Φαίνεται αυτονόητο, αλλά την ατζέντα την καθορίζει όποιος έχει την πρωτοβουλία, συνήθως η κυβέρνηση, (αν και κάποια μικρά περιθώρια έχει και η αντιπολίτευση, με την κατάθεση νομοσχεδίων, πρόκληση συζητήσεων, διοργάνωση κάποιας καμπάνιας κτλ). Άρα αν η κυβέρνηση προχωρά σε ιδιωτικοποιήσεις αναγκαστικά θα δώσεις την μάχη έστω και σε μη ευνοϊκό τερέν, φροντίζοντας να την δώσεις με τις λιγότερες απώλειες και προκαλώντας αντίστοιχα απώλειες στον αντίπαλο πχ ανάμεσα σε εργαζόμενους που απολύονται κτλ.


Η έννοια της πλειοψηφίας.

Βασική έννοια στην αποτύπωση του συσχετισμού είναι η «πλειοψηφία». Η πλειοψηφία υπάρχει ανεξάρτητα από τις μορφές αποτύπωσης της (πχ ο Λαφαζάνης ισχυρίζεται ότι οι απόψεις του είναι πλειοψηφικές στα «ενεργά» μέλη του ΣΥΡΙΖΑ). Αλλά για να παράξει πολιτικά αποτελέσματα πρέπει να αποτυπώνεται με μια μορφή μέτρησης, πχ εκλογές, δημοψήφισμα κτλ.
Η συμμόρφωση με την αρχή της πλειοψηφίας δεν είναι υποχώρηση στον αντίπαλο, ούτε ταυτίζεται με την αστική δημοκρατία. Κατ αρχή οι γενικές εκλογές παρά τους περιορισμούς τους και τα τερτίπια των αστικών πολιτικών δυνάμεων (ληστρικοί εκλογικοί νόμοι, ΜΜΕ ελεγχόμενα, εξαπάτηση με δεσμεύσεις-προγράμματα που δεν υλοποιούνται), αποτυπώνουν, αν όχι με ακρίβεια πάντως με τρόπο που δεν χωρά αμφισβήτηση, την ύπαρξη ή όχι πλειοψηφίας στην εργατική τάξη και τον βαθμό συμμαχίας με την μικροαστική. Όσο τα αστικά κόμματα έχουν πλειοψηφία σημαίνει ότι διατηρούν την συμμαχία τους με την μικροαστική τάξη και συνάμα διατηρούν κάποια -ή και σημαντική- εργατική επιρροή.
Ο λεγόμενος δημοκρατικός δρόμος για τον σοσιαλισμό δεν σημαίνει απλά κοινοβουλευτισμό, ή αποκλειστικά ειρηνικές διαδικασίες. Σημαίνει ότι οι προωθούμενες βαθιές αλλαγές θα συγκεντρώνουν την πλειοψηφία που θα διαπιστώνεται χωρίς αμφισβήτηση. Τα ιστορικά παραδείγματα της βίαιης πχ κολλεκτιβοποίησης, που έφεραν την Σοβιετική εξουσία σε αντίθεση με την μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών, άρα και του πληθυσμού, και απομόνωσαν την εργατική τάξη και την σοβιετική εξουσία, με μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα την κατάρρευση, δείχνουν ότι η ύπαρξη πλειοψηφιών είναι ζωτική, και όχι τυπικό θέμα νομιμότητας.
Φυσικά το πρόγραμμα της Αριστεράς περιλαμβάνει και ζητήματα (τα περισσότερα!) που σήμερα δεν συγκεντρώνουν πλειοψηφία, όπως οι γενικευμένες εθνικοποιήσεις, ή η αποχώρηση από το ΝΑΤΟ. Τι κάνεις; Δεν τα βάζεις άμεσα για λύση, και ή περιμένεις μια ευνοϊκή συγκυρία (πχ στο θέμα του ΝΑΤΟ, έναν τυχοδιωκτισμό όπως τους βομβαρδισμούς στην Γιουγκοσλαβία που στρέφει την κοινή γνώμη ενάντια στο ΝΑΤΟ), ή κτίζεις- αν μπορείς- πλειοψηφία όπως εξηγήσαμε σε προηγούμενο σημείωμα με το παράδειγμα του δημόσιο τομέα: δηλαδή επιλέγεις 2-3 δημόσιες επιχειρήσεις, τις εξυγιαίνεις, την εκσυγχρονίζεις, τις εκδημοκρατίζεις και τότε έχεις δείξει στον λαό την αναγκαιότητα αλλά και την αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα. Πάντως σε κάθε περίπτωση προχωράς με πλειοψηφίες.
Η ιδέα της δικτατορίας του προλεταριάτου ήταν να προχωράς σε αλλαγές στηριγμένος στην δύναμη αγνοώντας τις πλειοψηφίες που σχηματίζονται. Αυτό πρακτικά σημαίνει αδυναμία συμμαχίας με μικροαστούς, που παραμένουν έτσι στο αστικό μπλοκ επιρροής, ή ακόμα και κίνδυνο απώλειας της εμπιστοσύνης της εργατικής τάξης.
Παράλληλα κάποιοι χρησιμοποιούν την έννοια της πολιτικής πλειοψηφίας σε αντιδιαστολή με την αριθμητική. Στηρίζονται στο πραγματικό γεγονός ότι οι μηχανισμοί της τυπικής αστικής δημοκρατίας διαστρεβλώνουν την πραγματική πλειοψηφία είτε νόμιμα (ληστρικοί εκλογικοί νόμοι, ελεγχόμενα ΜΜΕ, προεκλογική εξαπάτηση με υποσχέσεις που δεν τηρούνται) είτε όχι. Αλλά τραβώντας την αντίληψη στα άκρα διατηρούν το δικαίωμα να υπολογίζουν την πλειοψηφία αυθαίρετα, χωρίς κάποια αποδεκτή μορφή πιστοποίησης, πχ εκλογές ή δημοψηφίσματα, και επειδή υπάρχει φυσικά αμφισβήτηση από τον αντίπαλο, το ζήτημα κρίνει η δύναμη (περίπτωση εμφυλίου πολέμου).


Συσχετισμός δυνάμεων και Συνεργασίες.

Πολλή συζήτηση γίνεται για τις συμμαχίες, τις συνεργασίες ή τα ‘μέτωπα’. Η εκπληκτική πολυδιάσπαση στον χώρο της Αριστεράς, και οι διεργασίες που συχνά γίνονται με ιδεολογικούς και όχι πολιτικούς όρους, επιβάλλουν μια πρώτη αποσαφήνιση για το ζήτημα Επίσης κόμματα όπως το ΚΚΕ έχουν ανάγει την άρνηση πολιτικών συνεργασιών σε σήμα κατατεθέν της πολιτικής τους.
Οι συμμαχίες δεν είναι από επιλογή αλλά τις επιβάλλει ο συσχετισμός. Εδώ η λενινιστική κληρονομιά είναι τόσο πλούσια αλλά και τόσο σαφής που δεν χρειάζεται να προσθέσουμε και πολλά πράγματα. Και είναι ειρωνεία ότι κάποιοι τις ξορκίζουν παρ όλο που ορκίζονται στο όνομα του Λένιν (ειδικά το ΚΚΕ και στο όνομα του Στάλιν, που στο θέμα αυτό ήταν πολύ πραγματιστής και ευλύγιστος, μέχρι με τον Τσόρτσιλ και τον Ρούσβελτ συνεργάστηκε, και σωστά).
Κατ αρχήν να αποκλείεις πιθανούς συμμάχους, είναι από θεωρητική άποψη αφελές όπως επανειλημμένα τόνιζε ο Λένιν: «να παραιτείσαι προκαταβολικά από τους ελιγμούς...από τις συμφωνίες και τους συμβιβασμούς...έστω και με προσωρινούς, ασταθείς, ταλαντευόμενους συμμάχους, δεν είναι πράγμα σε αφάνταστο βαθμό γελοίο;» (αριστερισμός, άπαντα τ.41 σελ 54).
Μια κυβέρνηση με κορμό την Αριστερά φυσικά δεν είναι το ίδιο με μια κυβέρνηση της Αριστεράς, αλλά αυτό δεν το καθορίζουν επιθυμίες –όπως υπονοεί η κριτική που γίνεται πχ από την Αριστερή Πλατφόρμα- αλλά ο συσχετισμός δύναμης και η λαϊκή ψήφος. Από την άλλη είναι τέτοια η λυσσαλέα αντίδραση που θα συναντήσει μια αριστερή κυβέρνηση, θα έχουμε τέτοια όξυνση της ταξικής πάλης, που κάθε αξιοποίηση διαφορών στο αστικό μπλοκ είναι επιθυμητή. Για αυτό μια αντιμνημονιακή κυβέρνηση που θα συγκρουστεί στην ουσία με τον παγκόσμιο καπιταλισμό θα ήθελε να έχει την στήριξη ή έστω την ουδετεροποίηση μέρους των αστικών αντιμνημονιακών δυνάμεων. Το κύριο είναι να μην χάνεται ο σκοπός, που είναι το άνοιγμα του δρόμου για τον σοσιαλισμό, που όμως προϋποθέτει την δημιουργία διαφορετικής πολιτικής και εκλογικής πλειοψηφίας, η οποία μπορεί να σχηματιστεί, μπορεί και όχι. Αυτό πάντως δεν αναιρεί την ορθότητα της πολιτικής συνεργασιών του προηγούμενου σταδίου.
όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, δεν κατάλαβε ούτε κόκκο από τον μαρξισμό...” (αριστερισμός, άπαντα τ.41 σελ 55). Ο Λένιν απέδιδε αυτές τις αντιλήψεις σε διανοούμενους και νέους, αν και ειδικά για τους νέους έδειχνε κατανόηση “ πάλι καλά αν αυτό εξηγείται με την νεαρή τους ηλικία: τη νεολαία ο θεός την πρόσταξε να λέει για ορισμένο διάστημα τέτοιες κουταμάρες” (αριστερισμός, άπαντα τ.41 σελ 54).

Πολιτική στοχευμένη σε συγκεκριμένο κοινό.

Πολιτική δεν γίνεται γενικά αλλά σε επιλεγμένες κατηγορίες, ταξικά, κοινωνικά κτλ. Αυτό δεν σημαίνει να λες στον καθένα αυτό που θέλει να ακούει, αλλά να διαλέγεις ποιόν εκπροσωπείς, «αδιαφορώντας» (ας μας επιτραπεί η έκφραση) για τους υπόλοιπους. Να θυμίσουμε ότι αντιθέσεις διαπερνούν και τον λαό, ακόμα και την εργατική τάξη, άρα κάποιο πολιτικό σχέδιο δεν μπορεί να εκφράζει κάθε στιγμή ούτε ολόκληρο το λαϊκό μπλοκ.
Έτσι το συνηθισμένο είναι να κερδίζεις επιρροή σε κάποιες ομάδες (πολιτικές ή ταξικές) και να χάνεις σε άλλες. Πχ ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθώντας να κερδίσει μια κρίσιμη πλειοψηφία του 30-35%- μπορεί να χάνει κάποιους αριστερούς, συνηθισμένους να ταυτίζουν την επαναστατική πολιτική με την επαναστατική φρασεολογία, και κάτω από το βάρος της προπαγάνδας για «δεξιά στροφή» κτλ. Η λεγόμενη πολυσυλλεκτικότητα που εμφάνιζε πχ το παλιό ΠΑΣΟΚ μάλλον στηριζότανε σε πολιτικές ακροβασίες, στην ασάφεια και στην θολή φυσιογνωμία του, όπου ο καθένας έβρισκε ή νόμιζε ότι έβρισκε, αυτό που ήθελε.
Αντίστροφα τώρα, μπορεί να σε εκτιμάνε πολλοί αλλά να μην σε επιλέγουν να τους αντιπροσωπεύσεις (η περίπτωση του ΚΚΕ, ή της ΔΗΜΑΡ). Πχ δεξιοί εκτιμάνε ένα γραφικό και μη απειλητικό ΚΚΕ, αλλά φυσικά δεν το ψηφίζουν. Όπως επίσης υπάρχουν άλλοι που το ψηφίζουν επειδή ακριβώς δεν εκτιμάνε ότι θα κυβερνήσει, άρα δεν τους ενοχλεί η ιδεολογία του αλλά προκρίνεται η αγωνιστική του παρουσία.
Φυσικά τα κόμματα που διεκδικούν εξουσία είναι υποχρεωμένα να απευθύνονται σε ευρύτερο κοινό. Όμως σε κάθε φάση μπαίνουν ανάλογοι στόχοι, που αντιστοιχούν στον αντίστοιχο συσχετισμό δυνάμεων.
  • Ο ΣΥΝ χρόνια είχε στόχο την κοινοβουλευτική επιβίωση, για αυτό και στη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ οι προγραμματικές θέσεις παίζανε δευτερεύοντα ρόλο, δεν είχε σημασία ποιες ήταν και τι λέγανε οι διάφορες συνιστώσες. Με την αρχή της κρίσης του δικομματισμού στόχο είχε την απόσπαση ενός σημαντικού εκλογικού κομματιού με στόχο την οριστική λύση του προβλήματος επιβίωσης. Με την απότομη χρεωκοπία του ΠΑΣΟΚ και την προβολή του συνθήματος της αριστερής κυβέρνησης (σύνθημα ζύμωσης), αρχικός στόχος δεν ήταν φυσικά η εξουσία αλλά η ηγεμονία στην Αριστερά, και η σημαντική ενίσχυση. Με την κατάληψη της θέσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και μόνο τότε, αρχίζει να μπαίνει θέμα εξουσίας (το σύνθημα της αριστερής κυβέρνησης από σύνθημα ζύμωσης τώρα γίνεται σύνθημα δράσης). Τώρα τα προγραμματικά ζητήματα αποκτούν κρίσιμη σημασία, μπαίνουν στο μικροσκόπιο της κεντρικής πολιτικής σκηνής, άρα απαιτούνται σημαντικές αναπροσαρμογές που να αντανακλούν τα στρώματα που εκφράζονται και αντιπροσωπεύονται στο πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ (που κάποιοι που δεν καταλαβαίνουν τις περιγράφουν λαθεμένα σαν «δεξιά στροφή»).
  • Το ΚΚΕ έχει στόχο να κρατηθεί (να μην διαλυθεί) μέχρι να έρθουν "καλλίτερες μέρες", αρνείται να εμπλακεί στην τρέχουσα πολιτική. Με την εύθραυστη πολιτική ισορροπία που έχουμε, αυτή η στάση αντικειμενικά ευνοεί το αστικό μπλοκ. Παράλληλα έχει μονομέτωπο απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ.
  • Η ΔΗΜΑΡ έχει στόχο να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεργασίες που συντελούνται στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, ρόλο που δεν μπορούσε να παίξει εντός ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με ΚΟΕ, ΔΕΑ κτλ. Στόχος της δεν είναι να στηρίξει το σημερινό καθεστώς, αυτό είναι το αποτέλεσμα των επιλογών της σαν «κυβερνώσας αριστεράς». Ένας διαφορετικός συσχετισμός θα την υποχρέωνε να αλλάξει πολιτικό προσανατολισμό, αν όχι ολόκληρη, τουλάχιστον την αριστερή μερίδα της.
  • Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει στόχο να γίνει μια υπολογίσιμη δύναμη με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, προσελκύοντας ένα αριστερό κομμάτι που σήμερα εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ για αυτό και κύριο εχθρό της θεωρεί τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο τρόπος όμως που γίνεται αυτό αντικειμενικά ενισχύει το αστικό μπλοκ. Δυνάμεις στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ (πχ Παπακωνσταντίνου στο πρόσφατο βιβλίο του) διατηρώντας το ίδιο στόχο (θεμιτό εξ άλλου για κάθε κόμμα), δηλαδή το κέρδισμα του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ, προτείνει μια παλιά δοκιμασμένη τακτική –του ενιαίου μετώπου με ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ- που δεν βοηθά το αστικό μπλοκ αλλά ενισχύει τις δυνάμεις της εργασίας.

Πολιτική και ταξική ανάλυση.

Αν και βάση της πολιτικής είναι οι τάξεις, τα ταξικά συμφέροντα, η πολιτική δεν ανάγεται αποκλειστικά στις σχέσεις και τα θεωρητικά συμφέροντα των τάξεων, αντίθετα τα διαμεσολαβεί.
Διαφορετικά όλοι οι εργάτες θα ψήφιζαν Αριστερά, την ΝΔ θα ψήφιζε μόνο η αστική τάξη κτλ. Φυσικά τότε όλα θα ήταν τόσο απλά που θα μπορούσε να κάνει πολιτική ο οποιοσδήποτε.
Πχ πόσο περίπλοκη μπορεί να είναι η εκπροσώπηση της εργατικής τάξης:
  • Κατά αρχήν μέχρι πρόσφατα το μεγάλο κομμάτι της, με μικροαστική-σοσιαλδημοκρατική συνείδηση (δηλαδή που ήταν υπέρ της συνεργασίας των τάξεων, που πίστευε ότι ο καπιταλισμός είναι καλλίτερος αρκεί να υπάρχουν ισχυρά συνδικάτα και φιλεργατική κυβέρνηση, αλλά οι επιχειρήσεις πρέπει να διευθύνονται από τους καπιταλιστές που ξέρουν την δουλειά) εκπροσωπούσε το ΠΑΣΟΚ. Ένα μεγάλο κομμάτι, κύρια της παραδοσιακής βιομηχανικής εργατικής τάξης με αντικαπιταλιστική σοσιαλιστική συνείδηση εκπροσωπούσε το ΚΚΕ, και ένα μικρότερο, κύρια του δημόσιου και της πιο σύγχρονης, μορφωμένης μερίδας ο ΣΥΡΙΖΑ. Και ένα σημαντικό μέρος της με ανοικτή μαχητική φιλοκαπιταλιστική ιδεολογία, η ΝΔ, το κατ εξοχήν αστικό κόμμα.
  • Με την κρίση ηγεμονίας του δικομματισμού, που έπληξε κύρια το ΠΑΣΟΚ, διαρρηγνύονται οι παραδοσιακοί δεσμοί και έχουμε πλήρη ανατροπή των πολιτικών εκπροσωπήσεων. Την πλειοψηφία κερδίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς φυσικά αυτή η μετατόπιση να συνοδεύεται από ριζοσπαστικές αλλαγές στην συνείδηση, που βασικά παραμένει σοσιαλδημοκρατική, με λογική ανάθεσης, και ιδεολογία συνεργασίας των τάξεων. Το ΠΑΣΟΚ χάνει την συντριπτικά μεγαλύτερη μερίδα που περνάει μαζικά στον ΣΥΡΙΖΑ, ένα μικρότερο μέρος στην ΔΗΜΑΡ, αλλά και στην ΝΔ. Αυτό δείχνουν οι έρευνες και οι δημοσκοπήσεις, αλλά επιβεβαιώνεται και εμπειρικά.
  • Ένα σημαντικό κομμάτι, εμφορούμενο από καθυστερημένες, εθνικιστικές, ρατσιστικές αλλά και χυδαίες απόψεις «για κλέφτες, κτλ» στηρίζει ΧΑ.

Αν η προηγούμενη ανάλυση είναι σωστή καταλαβαίνουμε πόσο αξιόπιστη είναι η κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ για δεξιά στροφή, και αποτελεσματικά είναι τα καλέσματα για «νέα ριζοσπαστικοποίηση» κτλ. Ωραία λόγια που το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να σπάσουν την εξ άλλου πολύ εύθραυστη και όχι μόνιμη σχέση του με τα στρώματα αυτά, εύθραυστη γιατί στηρίζεται σε προσδοκίες (αβέβαιες) και όχι στην βάση πραγματικών υλικών παροχών που είχαν οικοδομήσει την προηγούμενη μακρόχρονη σχέση τους με το προηγούμενο ΠΑΣΟΚ.
Φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αισθάνεται άνετα να εκπροσωπεί στρώματα με μικροαστική συνείδηση και πρέπει σιγά-σιγά, και προσεκτικά να επιδρά πάνω τους αλλά αυτή είναι μια διαδικασία που μπορεί να τραβήξει σε μάκρος (εν πολλοίς αβέβαιη), και εν πάση περιπτώσει δεν καθορίζει αποφασιστικά την άμεση πολιτική του. Βέβαια να επαναλάβουμε εδώ ότι τα μαζικά κόμματα είναι και υποκείμενο αλλά και αντικείμενο της ταξικής πάλης, δηλαδή και ο ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνεται με την σειρά του από τα στρώματα αυτά και τις μεταβαλλόμενες εμπειρίες τους.

Ο οικονομισμός προσπαθεί όχι απλά να ανάγει σε τελευταία ανάλυση, αλλά να εξάγει άμεσα την πολιτική από το ταξικό συμφέρον. Δηλαδή «αφού είναι εργάτες, θα θέλουν τον σοσιαλισμό κτλ»… «Ξεχνά», δεν καταλαβαίνει, ότι το ταξικό συμφέρον διαμεσολαβείται από την ιδεολογία. Το ταξικό συμφέρον έχει κρίσιμη σημασία στην πολιτική αλλά συμφέρον όπως κατανοείται από τους ενδιαφερομένους και όχι όπως θεωρητικά πρέπει να είναι (αυτό που ο Μαρξ νόμιζε ότι θα αναγκαστεί η εργατική τάξη να κάνει). Πέρα του ότι είναι αναποτελεσματικό μπορεί να γίνει και επικίνδυνο (να οδηγήσει σε αυταρχικές καταστάσεις, ιδιαίτερα όταν σε περίπτωση σχεδιασμένης οικονομίας καθορίζονται γραφειοκρατικά και αυθαίρετα οι ανάγκες, και να ερμηνεύεται η θέλησή της. Δεν είναι θεωρητική περίπτωση, το έχουμε δει στις κοινωνίες του υπαρκτού σοσιαλισμού).


Βιβλιογραφία:

  1. Λένιν, ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού- άπαντα τ.41, 1977, σύγχρονη εποχή.
  2. Πουλαντζάς, πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις-τόμος β', 1985, Θεμέλιο.
  3. Πουλαντζάς, το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, 1982, Θεμέλιο.
iΔύο είναι τα βασικά ζητήματα στην πολιτική. Η ικανότητα να εκτιμάς τον συσχετισμό δυνάμεων, (που καθορίζει το μεταβατικό-άμεσο πρόγραμμα και τις συμμαχίες) και η ικανότητα η πολιτική σου να δείχνει στις μάζες αυτό που θέλεις αντί να τους το δηλώνεις με την προπαγάνδα.
iiΔεν είναι τυχαίο ότι το μόνο ειδικό βιβλίο για την θεωρία της πολιτικής που έγραψε ο Λένιν -τον "αριστερισμό"- αναφέρεται στα αριστερά λάθη, γιατί πολιτική σημαίνει να κερδίσεις τις μάζες και όχι την πρωτοπορία, και αυτό δεν γίνεται χωρίς καταπολέμηση των σοβαρών αριστερών συγχύσεων που έχουν περισσότερο από όλους όσοι έχουν διαβάσει πέντε πράγματα και νομίζουν ότι αρκεί να “εξηγήσουν” στις μάζες και αυτές θα καταλάβουν.
iiiΜεταξύ άλλων στο “φασισμός και δικτατορία” αλλά και στο “πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις” στο κεφάλαιο “τάξεις που κρατούν το κράτος”, σελ 94-104.

23/11/13

για την επιστήμη και τέχνη της πολιτικής: πρώτο μέρος, ή τι ΔΕΝ είναι πολιτική...


Το σημείωμα αυτό δεν φιλοδοξεί να είναι ένα ολοκληρωμένο εγχειρίδιο πολιτικής, απλά αποσκοπεί στο να ξεδιαλύνει κάποιες βασικές συγχύσεις που φαίνονται αμέσως σε όποιον παρακολουθεί την καθημερινή αντιπαράθεση στα πλαίσια της αριστεράς. Πιο συγκεκριμένα αποσκοπεί στο να δείξει πως κάποιοι μπερδεύουν την πολιτική με την προπαγάνδα, με την επιστημονική ανάλυση-θεωρία και με την ηθική.
Η πολιτική βέβαια στηρίζεται στην θεωρία, στην επιστήμη, στο πρόγραμμα, στην ιδεολογία, όμως διαφέρει σημαντικά από αυτά. Επίσης προφανώς πρέπει να υποστηριχθεί από την διαφώτιση-προπαγάνδα, αλλά επίσης διαφέρει σημαντικά και από αυτήν. Τέλος, ενώ η πολιτική της Αριστεράς πρέπει να στηρίζεται στην ηθική, στις αξίες της Αριστεράς όσον αφορά την ειλικρίνεια, την έλλειψη εξαπάτησης, χειραγώγησης κτλ, δεν μπορεί να θεμελιώνεται σε αντιλήψεις για το δίκαιο και το σωστό. Η σύγχυση της πολιτικής με αυτά οδηγεί σε εντελώς λάθος πολιτικές ή ακόμα χειρότερα στην παραίτηση από την πολιτική. Αυτόν τον διακριτό ρόλο της πολιτικής θα προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε απλά σε αυτό το σημείωμα.

Η πολιτική δεν είναι ιδεολογική-θεωρητική παρέμβαση.

Μια πολύ διαδεδομένη σύγχυση στην Αριστερά και μάλιστα σε κύκλους διανοουμένων, ή ομίλων θεωρίας, είναι το μπέρδεμα της πολιτικής με την ιδεολογία. Ας δώσουμε ένα παράδειγμα με ένα επίκαιρο θέμα, την κρίση. Συμφωνούμε όλοι ότι η κρίση είναι του καπιταλισμού. Ότι το ξεπέρασμα των κρίσεων απαιτεί και το ξεπέρασμα του συστήματος που γεννά τις κρίσεις. Ότι μόνη ριζική λύση είναι ο σοσιαλισμός. Το ίδιο ισχύει για τα περισσότερα ζητήματα, πχ η ανεργία δεν μπορεί να λυθεί ικανοποιητικά χωρίς σχεδιασμένη κοινωνία, σοσιαλισμό. Αυτό είναι κοινά παραδεκτό και περιγράφεται με κάποιο τρόπο στα προγράμματα των κομμάτων της Αριστεράς. Είναι ας πούμε η ιδεολογική (ή η επιστημονική, οικονομική) πλευρά του ζητήματος. Μήπως από την προηγούμενη ανάλυση βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο άμεσος πολιτικός στόχος πρέπει να είναι ο σοσιαλισμός και οτιδήποτε λιγότερο είναι «οπορτουνισμός» όπως νομίζει πχ το ΚΚΕ;
Ας δούμε ένα ιστορικό παράδειγμα. Οι μπολσεβίκοι το 1917 πήραν την εξουσία με τρία βασικά συνθήματα: ειρήνη, ψωμί, γη στους αγρότες. Τρία αστικά συνθήματα, και μάλιστα προκειμένου να εξασφαλίσουν την συμμαχία με τους αντιδραστικούς αγρότες παραιτήθηκαν από το πρόγραμμα τους που ήταν η σοσιαλιστική εθνικοποίηση της γης, και υιοθέτησαν το μικροαστικό πρόγραμμα των εσέρων, για μοίρασμα της γης σε ατομικούς κλήρους, δημιουργώντας έτσι μια θάλασσα μικροαστών. Και ας τους κατηγορούσαν τότε οι υπεραριστεροί για δεξιά στροφή και υποχωρήσεις.
Τι θα έλεγε πχ ένας "αριστερός" σε κείνες τις συνθήκες; θα έλεγε ότι αυτό θα δημιουργήσει μικροαστούς, ότι είναι αντιδραστική λύση, ενισχύει τον καπιταλισμό, ότι δεν συνάδει με τον κομμουνισμό, και θα κατηγορούσε τον Λένιν για δεξιά στροφή και ότι πάει να γίνει Κερένσκυ στην θέση του Κερένσκυ, κριτική γενικά σωστή από επιστημονική άποψη, αλλά που δείχνει πλήρη έλλειψη πολιτικού κριτηρίου. Τι βάρυνε στην πολιτική των μπολσεβίκων; Ο πραγματικός συσχετισμός δυνάμεων και η ανάγκη συμμαχίας με τους πραγματικούς αγρότες, τους αγρότες όχι όπως θα ήθελαν οι μπολσεβίκοι να σκέφτονται αλλά όπως σκέφτονταν την στιγμή της επανάστασης.
Ποιο είναι το λάθος του επιστήμονα; Απαιτεί αυτό που καταλαβαίνει αυτός και μερικοί άλλοι επιστήμονες να το καταλάβουν οι πλατύτερες μάζες, δηλαδή να γίνει πολιτική. Τότε όλα θα ήταν πολύ απλά. Όμως το ταξικό συμφέρον διαμεσολαβείται από την ιδεολογία και τις πολιτικές αντιλήψεις, ακόμα και από τις προλήψεις και προκαταλήψεις, και όλα αυτά καθορίζουν την πολιτική ενός επαναστατικού κόμματος και όχι μιας επιστημονικής λέσχης ή ενός ομίλου θεωρίας.
Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πχ, τι θα έκανε σε κείνες τις συνθήκες; θα καλούσε τους αγρότες να αλλάξουν αντιλήψεις και να υιοθετήσουν το πρόγραμμα των μπολσεβίκων, όπως κάνει σήμερα πχ για το θέμα της ΕΕ και του Ευρώ (πέρα από άλλες αντιρρήσεις που μπορεί να έχει κανείς για το ζήτημα των ολοκληρώσεων και την ιδέα του σοσιαλισμού σε μια χώρα). Θα είχε γίνει έτσι η Οκτωβριανή;
Λέμε λοιπόν ότι σημασία έχει να βρεις αυτό που θα σε φέρει πιο κοντά στην επανάσταση κερδίζοντας την πλειοψηφία, και αυτό σήμερα είναι η κατάργηση του μνημονίου και η κυβέρνηση της Αριστεράς. Όλα τα άλλα τα πιο «αριστερά» όχι μόνο δεν ανοίγουν δρόμο αλλά αντικειμενικά βοηθάνε τον αντίπαλο να διατηρήσει την εξουσία του.
Παραπέρα. Τι καθορίζει το άμεσο πρόγραμμα ενός επαναστατικού κόμματος; Κάποιοι νομίζουν ότι όσο πιο αριστερά είναι τόσο καλλίτερο. Είναι όμως έτσι; στόχος των άμεσων προγραμμάτων είναι να χτίσεις πλειοψηφίες για να πάρεις την εξουσία. Αυτό προϋποθέτει να κτιστούν πλειοψηφίες, που δεν είναι φυσικά στο επίπεδο της πρωτοπορίας και υπέρ του μάξιμουμ προγράμματος, δηλαδή του σοσιαλισμού. Άρα ένα πρόγραμμα πιο «αριστερό» από ένα που συγκεντρώνει πλειοψηφία, όχι μόνο δεν είναι επαναστατικό αλλά απομακρύνει την πιθανότητα νίκης. Σήμερα η κατάργηση του μνημονίου και όχι ο σοσιαλισμός είναι το άμεσο ζήτημα που μπορεί να συγκεντρώσει πλειοψηφία και υπό προϋποθέσεις να δώσει την κυβερνητική εξουσία και να ανοίξει τον δρόμο και για τον σοσιαλισμό. Να το θέσουμε αλλιώς. Ο πιο πιθανός δρόμος για τον σοσιαλισμό σήμερα είναι να παραιτηθείς από αυτόν προσωρινά και να προσπαθήσεις να δημιουργήσεις τις εθνικές και διεθνείς προϋποθέσεις για αυτόν, με ένα μεταβατικό πρόγραμμα που θα σου δώσει την εξουσία.
Τότε γιατί πχ η ΑΝΤΑΡΣΥΑ βάζει ένα άλλο, πιο «προωθημένο» πρόγραμμα, που προφανώς δεν συγκεντρώνει πλειοψηφία; Γιατί σκοπός της δεν είναι το άμεσο άνοιγμα της επαναστατικής διαδικασίας αλλά το στρίμωγμα του ΣΥΡΙΖΑ, η αποκάλυψη του σαν κόμματος ρεφορμιστικού. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ υιοθετούσε το μεταβατικό πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως προτείνει η Αριστερή Πλατφόρμα, τότε η ΑΝΤΑΡΣΥΑ το πιο πιθανό να το άλλαζε σε κάτι πιο «προχωρημένο» με στόχο να διαφοροποιηθεί, και να συνεχίσει την πολιτική αποκάλυψης του δήθεν ρεφορμισμού του ΣΥΡΙΖΑ. Με αυτήν την πολιτική της στοχεύει στον αριστερό (αλλά άπειρο πολιτικά) κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ που συγκινείται από πιο ριζοσπαστικές αλλαγές.
Φυσικά με αυτήν την λογική του αριστερισμού, κάθε πρόγραμμα μπορεί να θεωρηθεί «δεξιό». Γιατί είναι επαρκές το μίνιμουμ πρόγραμμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ αφού πχ για την αντιμετώπιση της ανεργίας δεν φτάνει τίποτα λιγότερο από τον σοσιαλισμό. Και ο σοσιαλισμός όμως δεν φτάνει για την πλήρη απελευθέρωση της εργασίας, που απαιτεί τον κομμουνισμό. Φαίνεται καθαρά ο παραλογισμός αυτής της λογικής.
Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας τακτικής είναι οι δυνάμεις της Αριστεράς να μην αθροίζονται, και το αστικό μπλοκ, αν και μειοψηφικό, να κρατά την εξουσία. Έτσι παρά την επαναστατική φρασεολογία, ουσιαστικά πριμοδοτείται το αστικό μπλοκ.
Τι όμως συμβούλευε ο Λένιν τους αριστερούς κομμουνιστές (πχ στην Αγγλία, Πάνχερστ κτλ) να κάνουν σε αντίστοιχες συνθήκες. Τους καλούσε -με την προϋπόθεση της ελευθερίας κριτικής και δυνατότητας αυτοτελούς δράσης- να συνεργαστούν με το τότε εργατικό ρεφορμιστικό κόμμα, και ακόμα αν δεν δεχτεί εκείνο την συνεργασία να μην βάλουν καν υποψηφιότητα σε κάποιες περιφέρειες προκειμένου να το αφήσουν να κερδίσει τις εκλογές και οι μάζες να το δουν να κυβερνάει, ώστε να μπορούν να βγάλουν τα συμπεράσματα τους. (αριστερισμός σελ. 71, άπαντα τ.41 ).

Διάφοροι όμιλοι επιστημονικής θεωρίας εξ ορισμού δεν μπορούν να κάνουν πολιτική, και γιατί είναι ξεκομμένοι από την πραγματική εργατική τάξη, άρα δεν μπορούν να καταλάβουν πως ακριβώς σκέφτεται, και γιατί προσπαθούν να εξάγουν πολιτική από την θεωρία και όχι από τον συσχετισμό δυνάμεων και τις ανάγκες της ίδιας πολιτικής.

Τέλος, η ιδεολογία, αφορά περιορισμένο αριθμό ομοϊδεατών, πχ οι Αριστεροί στην Ελλάδα αυτοπροσδιορίζονται περίπου στο 10%, άρα αν ένα κόμμα νομίζει ότι μπορεί να κάνει πολιτική που αφορά μόνο τους αριστερούς, δηλαδή με ιδεολογικούς όρους, όπως νομίζουν το ΚΚΕ ή η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αυτοπεριορίζεται και δεν μπορεί να δημιουργήσει πλειοψηφίες. 
 
Μια κρίσιμη διευκρίνιση: όταν λέμε να παίρνουμε υπόψη τον συσχετισμό δυνάμεων δεν εννοούμε να υποταχθούμε σε αυτόν. Πχ αν θεωρούμε ότι είναι σωστή η έξοδος από το ΝΑΤΟ, και εκτιμούμε ότι η πλειοψηφία σήμερα δεν το θεωρεί σωστό ή εφικτό ή αναγκαίο ή οτιδήποτε άλλο, ναι μεν δεν το βάζουμε σαν άμεσο πολιτικό μας στόχο, αλλά δεν παραιτούμαστε, περιμένουμε μια άλλη συγκυρία, πχ μια επέμβαση του ΝΑΤΟ που καταδικάζεται από την πλειοψηφία και αλλάζει την στάση απέναντί του, για να το προωθήσουμε στην πρώτη γραμμή. Ο αριστερισμός θα μας κατηγορήσει σήμερα για υποχώρηση, και αύριο όταν το ζήτημα ωριμάσει, θα ισχυριστεί ότι αυτό έγινε κάτω από την δική του πίεση. Από την άλλη ο ρεφορμισμός θα παραιτηθεί οριστικά από τον προσωρινά μη πραγματοποιήσιμο στόχο.
Φυσικά ακόμα πιο αποτελεσματική τακτική δεν είναι να περιμένουμε παθητικά, αλλά να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε εμείς τα γεγονότα που θα δείξουν αυτό που ισχυριζόμαστε, όπως θα εξηγήσουμε αμέσως παρακάτω. Προφανώς, για να μην παρεξηγηθούμε, δεν ισχυριζόμαστε ότι η πολιτική είναι αποϊδεολογικοποιημένη. Κάθε κόμμα ή και κάθε πολιτικός έχει ένα ιδεολογικό υπόβαθρο, και κάθε πολιτικό πρόγραμμα επίσης. Πχ η μεταβατική κυβέρνηση της αριστεράς, για τον ΣΥΡΙΖΑ ή έστω την πλειοψηφία του, δεν είναι αυτοσκοπός, είναι δρόμος για τον σοσιαλισμό. Αυτό όμως δεν το συμμερίζεται σήμερα υποχρεωτικά η πλειοψηφία που θα τον ψηφίσει, είναι κάτι που θα συνειδητοποιηθεί στην πορεία (αν συνειδητοποιηθεί) και θα αποφασιστεί από μια νέα κοινωνική και εκλογική πλειοψηφία.
Και η λεγόμενη προβοκάτσια είναι η δημιουργία γεγονότων αντί προπαγάνδας. Καίγεται η Αθήνα και η κυβέρνηση αμέσως μπορεί να πάρει μέτρα καταστολής χωρίς πολλές αντιδράσεις. Στην πολιτική πολλές ενέργειες παίζουν αυτό τον ρόλο,, δηλαδή να δείξουν κάτι αντί να το δηλώσουν. Ακόμα και σε συμβολικό επίπεδο (πχ μια επίσκεψη σε μια χώρα ή έναν ηγέτη, το που θα κάτσει κάποιος σε ένα γεύμα ή σε μια φωτογραφία κτλ).


Πολιτική δεν είναι «να εξηγήσουμε», αυτό είναι προπαγάνδα, διαφώτιση.
  • Πολιτική κάνεις με τις μάζες, η προπαγάνδα αφορά μικρές ομάδες πχ αριστερών.
  • η πολιτική στοχεύει σε πλειοψηφίες με την σημερινή συνείδηση, η προπαγάνδα προσπαθεί (ή μερικές φορές αυταπατάται ότι θα το κάνει) να διαμορφώσει συνείδηση στο μέλλον.
  • Η πολιτική προσπαθεί να διαμορφώσει συνειδήσεις δείχνοντας, δημιουργώντας γεγονότα, που θα βοηθήσουν τις μάζες να καταλάβουν με την πείρα τους, η προπαγάνδα με λογικά επιχειρήματα που κατανοούν λίγοι. Παράδειγμα: η μεγάλη πλειοψηφία βλέπει απαξιωτικά τις δημόσιες επιχειρήσεις. Πρώτο πρόβλημα είναι να το συνειδητοποιήσεις αυτό και να μην θεωρείς ότι ο κόσμος τις εκτιμά άρα και θα εγκρίνει σήμερα εκτεταμένες εθνικοποιήσεις, ή θα τις υπερασπιστεί από ιδιωτικοποιήσεις. Για αυτό ο Σαμαράς κερδίζει, και θα κέρδιζε και από την υπόθεση της ΕΡΤ, αν δεν γινότανε άτσαλα και δεν προσέκρουε σε συναισθηματικό δέσιμο με το ραδιόφωνο κτλ.
  • Στην πολιτική δεν φτάνει να υπολογίζεις τι λες και τι κάνεις αλλά και τι συνείδηση δημιουργείται από αυτό που λες και κάνεις, που πολλές φορές αυτά δεν ταυτίζονται.
Όπως είπαμε η προπαγάνδα προσπαθεί να εξηγήσει, να πείσει, πράγμα που μπορεί να επιτευχθεί μπορεί και όχι. Η πολιτική αντίθετα στηρίζεται στα ήδη κεκτημένα πιστεύω και αντιλήψεις και μετρώντας νηφάλια προσπαθεί να χαράξει ένα ρεαλιστικό σχέδιο για το τι μπορεί να γίνει με βάση την σημερινή συνείδηση, και υπολογίζοντας πως θα δημιουργήσει γεγονότα που θα οδηγήσουν τις μάζες με βάση την πείρα τους στο να συνειδητοποιήσουν κάτι.
Ένα παράδειγμα είναι οι δημόσιες επιχειρήσεις. Η μεγάλη πλειοψηφία του λαού, σαν αποτέλεσμα της ασέλγειας όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων αλλά και μια όχι σωστής στάσης πολλών εργαζομένων σε αυτές, δεν τις υπερασπίζεται και μάλλον εγκρίνει την ιδιωτικοποίηση τους. Το να λες απλά υπέρ του δημόσιου τομέα όχι μόνο δεν σε ευνοεί αλλά πριμοδοτεί τον αντίπαλο. Η Αριστερά είναι σε δύσκολη θέση όταν αγωνίζεται κατά των ιδιωτικοποιήσεων, βρίσκεται σε εχθρικό έδαφος. Αναγκαστικά θα δώσει την μάχη, αλλά δεν φτάνει ένα ξερό όχι. Πρέπει να κυριαρχεί η κριτική στην διαχρονική ευθύνη των κυβερνήσεων και να μην ταυτίζεται με το σημερινό καθεστώς τους, να προβάλλει την ανάγκη εκδημοκρατισμού και εκσυγχρονισμού τους. Ούτε στο άμεσο πολιτικό της πρόγραμμα μπορεί να μιλά για εκτεταμένες εθνικοποιήσεις. Αλλά επειδή αυτές είναι αναγκαίες, αφού πάρει την κυβερνητική εξουσία, μπορεί να επικεντρωθεί σε 2-3 επιχειρήσεις, να τις εξυγιάνει, να τις εκδημοκρατίσει, και αφού τις κάνει αποτελεσματικές, κερδοφόρες και θελκτικές και αυτό φανεί σε όλους, αφού λοιπόν έχει δείξει όχι με τα λόγια αλλά με την πείρα ότι υπάρχει αποτελεσματικό και σύγχρονο δημόσιο, τότε και μόνο τότε μπορεί να βάλει για έγκριση στον λαό ένα εκτεταμένο πρόγραμμα εθνικοποιήσεων (φυσικά εκεί που ο χαρακτήρας των παραγωγικών δυνάμεων το επιτρέπει).

Για την σχέση ηθικής και πολιτικής.

Ρωτήστε έναν αριστερό γιατί είμαστε κομμουνιστές, γιατί θέλουμε τον σοσιαλισμό. Γιατί ο καπιταλισμός είναι εκμεταλλευτικός θα σου απαντήσει. Για να καταργηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Λάθος απάντηση! Αυτή η απάντηση ταιριάζει σε έναν αριστερό παπά, και φυσικά υπάρχουν τέτοιοι. Όμως η ηθική θεμελίωση του κομμουνισμού (δικαιοσύνη, …αγάπη κτλ) δεν έχει καμιά σχέση με τον μαρξισμό. Ο σοσιαλισμός η θα είναι ανώτερος και πιο αποτελεσματικός από τον καπιταλισμό, ή δεν θα μπορεί να σταθεί και θα καταρρεύσει (η περίπτωση της ΕΣΣΔ).
Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το μεταναστευτικό. Αντιμετωπίζεται σαν ηθικό θέμα από την αριστερά, ανθρωπιστικά, δηλαδή ότι οι μετανάστες είναι θύματα πολέμων και της φτώχειας, ότι πρέπει μα τους στηρίξουμε κτλ πράγμα που μπορεί να συγκινήσει ένα περιορισμένο αριστερό ακροατήριο, ενώ η πολιτική του διάσταση αγνοείται. Ποια είναι αυτή: ότι η μετανάστευση αξιοποιείται από την εγχώρια αστική τάξη για να βρει φτηνό εργατικό δυναμικό, να πιέσει την ελληνική εργατική τάξη και να ρίξει μεροκάματα και δικαιώματα, ότι έτσι αυξάνουν η ανεργία και η εγκληματικότητα, και κυρίως τρέφεται ο ρατσισμός και η ΧΑ, άρα η είσοδος άλλων μεταναστών πρέπει να περιοριστεί δραστικά, με πλήρη απόδοση δικαιωμάτων σε όσους κριθεί ότι πρέπει να μείνουν. Αυτό είναι αριστερή θέση θα ρωτήσει κάποιος; πιστεύουμε πως ναι. Η διαφορά είναι ότι παράλληλα θα κάνεις ενέργειες για την λύση του προβλήματος στην ρίζα του δηλαδή στις χώρες προέλευσης, θα απαιτήσεις ίσα δικαιώματα για όσους τελικά μείνουν στην χώρα και θα μεταχειριστείς ανθρώπινα όσους προσπαθούν να μπουν παράνομα στην χώρα.
Υπάρχει μια γενικότερη τάση να θεμελιώνονται προγραμματικές θέσεις στο δίκαιο. Ο σοσιαλισμός είναι «δίκαιος», άρα εφικτός. Όμως η εμπειρία έδειξε (και ο Μαρξ προειδοποιούσε) ότι δεν φτάνει να είναι κάτι δίκαιο (που εξ άλλου είναι αμφιλεγόμενη και ταξική έννοια, ο αστός θεωρεί εντελώς άδικο να του στερήσεις την ιδιοκτησία του), πρέπει να γίνει και οικονομικά αποτελεσματικό και αναγκαίο για να είναι εφικτό. Η θεμελίωση του κομμουνισμού μόνο πάνω στην δικαιοσύνη, όπως εξακολουθεί να πιστεύει η πλειοψηφία του αριστερού κοινού νου αλλά και ρευμάτων μαρξιστικής σκέψης, δεν αποδεικνύει την αναγκαιότητα του, αυτή πρέπει να θεμελιωθεί σε βαθύτερες αιτίες, στις τάσεις των εξελίξεων στην ενότητα παραγωγικές δυνάμεις-παραγωγικές σχέσεις.

Βιβλιογραφία:
Λένιν, ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού- άπαντα τ.41, 1977, σύγχρονη εποχή.

3/2/13


Από την πείρα της Χιλής το 1970-1973




Ο παρατεταμένος κοινωνικός πόλεμος στη χώρα μας, που καθιστά ρεαλιστική τη δυνατότητα σχηματισμού αριστερής κυβέρνησης, επέβαλλε το άνοιγμα της συζήτησης για τα θεωρητικά προβλήματα του κράτους και της εξουσίαςi. Στα πλαίσια αυτά έχει πιστεύουμε ενδιαφέρον η μελέτη του πιο προχωρημένου μέχρι τώρα ιστορικού παραδείγματος, της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή,ii ιδιαίτερα μάλιστα που στην τραγική της κατάληξη βασίζονται μια σειρά λαθεμένες, “αριστερέςiii” αντιλήψεις.
Οι αναλύσεις μας θα πάρουν υπόψη τη μεγάλη θεωρητική, αυτοκριτική προσπάθεια που κατέβαλλε μετά την ήττα το Κομμουνιστικό Κόμμα Χιλής, με σειρά άρθρων στελεχών του, βασισμένα σε συλλογικές επεξεργασίες.

1. Τα ιστορικά γεγονότα


Το φθινόπωρο του 1970, η Λαϊκή Ενότητα, μια συμμαχία του κομμουνιστικού, του σοσιαλιστικού, του ριζοσπαστικού και τριών άλλων μικρότερων κομμάτων, κέρδισε τις προεδρικές εκλογές αποσπώντας το 36% των ψήφων, έvαvτι 35% που πήρε o δεξιός υποψήφιος του Εθνικού Κόμματoς, Αλεσσάvτρι, και 27,8% που έλαβε o κεντρώος υποψήφιoς των Χριστιανοδημοκρατών, Τόμιτς.
Η εκλογή του Αλιέντε δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Το λαϊκό κίνημα της Χιλής και το Κομμουνιστικό κόμμα κατάφεραν να διαδραματίσουν περισσότερο ενεργητικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα της χώρας ήδη από τη δεκαετία του 1930. Για παράδειγμα το 1938 το ΚΚ Χιλής συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάδειξη της πρώτης κυβέρνησης Λαϊκού Μετώπου στη Λατινική Αμερική η οποία έφραξε το δρόμο του ανερχόμενου φασισμού, προωθώντας δημοκρατικές μεταρρυθμίσεις και μερικά οικονομικά μέτρα βελτίωσης της αξιοθρήνητης πραγματικά ως τότε ζωής των εργαζομένων.
Σύμφωνα με το πρόγραμμά της η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας προχώρησε αμέσως μετά την ανάληψη των καθηκόντων της σε σειρά σημαντικών αλλαγών. Εθνικοποιήθηκε κατ' αρχήν o χαλκός, το σημαντικότερο προϊόν της χώρας που το εκμεταλλεύονταν ως τότε, αλλά και σήμερα, οι αμερικάνικες πολυεθνικές. Μέσα στα πρώτα δυο χρόνια διακυβέρνησης, οι εθνικοποιήσεις περιέλαβαν πολλούς άλλους καίριους κλάδους της οικονομίας όπως τα μεταλλουργεία, τα ορυχεία σιδηρομεταλλεύματος και νίτρου, τα εργοστάσια τσιμέντου, την κλωστοϋφαντουργία, την παραγωγή και διανομή ηλεκτρικού ρεύματος καθώς και τις τράπεζες.
Ο δημόσιος τομέας της οικονομίας παρήγαγε στα τέλη του 1972 περισσότερο από το 50% του ακαθάριστου βιομηχανικού προϊόντος. Συνολικά η βιομηχανική παραγωγή, επίσης, αυξήθηκε με γρήγορους ρυθμούς. Παράλληλα πήρε μέτρα εκδημοκρατισμού, προσπάθησε να οργανώσει από τα κάτω μορφές κρατικής εξουσίας (πχ λαϊκή πολιτοφυλακή, λαϊκά δικαστήρια), χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία.
Τους τελευταίους μήνες του 1971, ένα περίπου χρόνο μετά την εκλογή του Αλιέντε, άρχισαν να διαφαίνονται οικονομικές δυσκολίες: άνοδος του κόστους ζωής, προβληματικός ανεφοδιασμός σε προϊόντα, κάμψη της παραγωγής.
Οι συνθήκες αξιοποιήθηκαν από τις αντιδραστικές δυνάμεις για να μειώσουν το κύρος της κυβέρνησης στο λαό και κυρίως στα μεσαία στρώματα και να προετοιμάσουν έτσι το έδαφος για στρατιωτικό πραξικόπημα, που οργανώθηκε με την καθοδήγηση της CIA.
Τα γεγονότα αυτά πυροδότησαν τότε έντονες συζητήσεις για τη στρατηγική των δρόμων περάσματος στο σοσιαλισμό. Από τη μια πριμοδότησαν απόψεις όπως ο “ιστορικός συμβιβασμός” του ΙΚΚ, και από την άλλη απόψεις για το ανέφικτο ενός “δημοκρατικού” δρόμου.
Ακόμα και σήμερα ομάδες της αριστεράς, παραμένουν σε αυτή την αντίληψη.
Η αφήγηση πχ της οργάνωσης ΔΕΑiv είναι η κάπως απλοϊκή εκδοχή. Μιλά για ψευδαισθήσεις “ειρηνικού και κοινοβουλευτικού” περάσματος στο σοσιαλισμό. Η ερμηνεία τους είναι περίπου η εξής: Η αριστερά παίρνει την κυβέρνηση με ένα “κευνσιανό” πρόγραμμα (πράγμα όχι ακριβές, αλλά και έτσι να ήταν, δεν είναι κακό με βάση την πείρα πχ των μπολσεβίκων), έχουμε έξαρση αγώνων, δημιουργούνται αυθόρμητα εργοστασιακές επιτροπές και άλλες αμεσοδημοκρατικές μορφές που μπορεί να αποτελέσουν εναλλακτικό κράτος. Όμως η κυβέρνηση δεν τις αξιοποιεί για να πάρει όλη την εξουσία αλλά συμβιβάζεται με τη δεξιάv και την αστική τάξη. Ο στρατός από τη φύση του οργανώνει συνωμοσίες και τελικά λόγω και των υποχωρήσεων της κυβέρνησης και της Αριστεράς πετυχαίνει πραξικόπημα.
Η ανάλυση είναι εντελώς απλοϊκή. Πάσχει από πλήρη έλλειψη υπολογισμού του πραγματικού συσχετισμού ταξικών και πολιτικών δυνάμεων. Δεν κάνει καμιά ανάλυση για τις αντιφάσεις της διαδικασίας. Καμία αναφορά στις ταξικές συμμαχίες και το ρόλο των μεσαίων στρωμάτων. Δείχνει άγνοια της πραγματικής εξέλιξης της στάσης του στρατού. Καμιά ιδέα για τις συνθήκες που κατέστησαν δυνατό το πραξικόπημα (το αντιμετωπίζουν σαν φυσική καταστροφή). Καμιά αναφορά στα ζητήματα οικονομικής αποτελεσματικότητας. Το μόνο που αναγνωρίζουν ίσως είναι καλές προθέσεις...
Αλλά και μια πιο σοβαρή εκδοχή των γεγονότων (πχ Καλτσώνης, 2012 ) περιγράφει τα γεγονότα με έναν αρκετά σχηματικό τρόπο. Δεν κατανοεί τις πραγματικές αντιφάσεις του εγχειρήματος, όλα τα ανάγει στη θέληση του ΚΚ Χιλής, γενικά των κομμάτων, ερήμην του πραγματικού συσχετισμού. Αν ήθελε να πάρει την εξουσία (γιατί να μην θέλει;) το ΚΚ Χιλής, αν κέρδιζε τον στρατό, αν... Παραβλέπει εντελώς τα ζητήματα διαχείρισης και αποτελεσματικότητας της οικονομίας. Χαρακτηριστικά γράφει: “Φαίνεται πως στην κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας, ή τουλάχιστον στην πλειοψηφία της, υπήρξαν αυταπάτες για τις δυνατότητες της κυβέρνησης vα αντιμετωπίσει την oικovoμική κρίση και τηv επίθεση τoυ μεγάλου κεφαλαίου και τoυ ιμπεριαλισμού μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας και χωρίς vα λυθεί τo πρόβλημα της εξουσίας”. Αν πάρουμε την παραπάνω δήλωση τοις μετρητοίς τι μπορεί να σημαίνει; ότι κακώς ο Αλιέντε ανέλαβε τη διακυβέρνηση αφού δεν μπορούσε να έχει όλη την εξουσία και αμέσως “σοσιαλισμό”.

2. Το πρόβλημα του συσχετισμού δυνάμεων


Πρώτο και κρίσιμο ζήτημα είναι ότι αυτές οι αναλύσεις παραβλέπουν τον πραγματικό συσχετισμό δυνάμεων.
Κατ' αρχήν τον εκλογικό (36% στην αρχή, 44% στο τέλος), που έδειχνε τους περιορισμούς ακόμα και απλής νομοθετικής δράσης, πόσο μάλιστα το μέγεθος της λαϊκής νομιμοποίησης. Αλλά ο εκλογικός συσχετισμός δεν είναι ο μοναδικός, ούτε ο κύριος. Οι χιλιανοί κομμουνιστές κάναν λόγο για τη διαφορά μεταξύ εκλογικής και δραστήριας πλειοψηφίαςvi, δηλαδή λαϊκής ετοιμότητας για δράση. Εκτιμούσαν ότι υπήρχαν σοβαρές αυταπάτες, και τάση ανάθεσης στην κυβέρνηση να λύσει τα προβλήματα. Δεν είναι τυχαίο ότι προσπάθειες που έγιναν για δημιουργία λαϊκής πολιτοφυλακής ή λαϊκών δικαστηρίων, δεν είχαν σοβαρά αποτελέσματα. Με τα λόγια του Λ Κορβαλάν: “ο λαός δεν είχε αντίληψη της αναγκαιότητας κατάληψης όλης της εξουσίας ... όταν προτείναμε τη δημιουργία λαϊκών δικαστηρίων η έλλειψη στις μάζες ξεκάθαρης αντίληψης μας ανάγκασε να υποχωρήσουμε ...”. Φυσικά η ανάγνωση των γεγονότων από τους αριστεριστές είναι ότι η κυβέρνηση υποχωρούσε στη Δεξιά και όχι ότι υποχωρούσε αναγκαστικά λόγω της μη κατανόησης του μέτρου από τις μάζες. Τυπικό δείγμα πολιτικού πρωτογονισμού που συναντάται και σήμερα στην κριτική που γίνεται για “δεξιά στροφή” του ΣΥΡΙΖΑ.
Σημαντικότερο στοιχείο του συσχετισμού λοιπόν είναι το τι αντιλήψεις κυριαρχούν στο λαό. Μιλώντας για το σήμερα στη χώρα μας, η αντιμνημονιακή πλειοψηφία ούτε συμπαγής είναι ούτε αριστερή, κυριαρχείται από μικροαστικές αυταπάτες, αυταπάτες επιστροφής στην προ κρίσης εποχή, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Ακόμα και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι προσανατολισμένοι στο ότι πρέπει η χώρα να αλλάξει παραγωγικό και καταναλωτικό πρότυπο. Αυτό συνιστά το κρίσιμο στοιχείο του συσχετισμού δυνάμεων, πέρα από την εκλογική επιρροή.
Παραπέρα, στο συσχετισμό συνυπολογίζονται και μια σειρά άλλοι παράγοντες από πιο σοβαρούς, όπως η διεθνής κατάσταση, το ποιες δυνάμεις κυριαρχούν και τι πολιτικές εφαρμόζονται στην Ευρώπη και τον κόσμο, μέχρι την κατάσταση και τη δύναμη του συνδικαλιστικού κινήματος. Στην πραγματικότητα συνυπολογίζονται δεκάδες άλλοι παράγοντες. Αυτό δεν σημαίνει ότι κανείς πρέπει να υποταχθεί στο συσχετισμό, αλλά να τον πάρει υπόψιν για να μπορεί να τον αλλάξει κατά τον δυνατόν. Όμως έτσι ή αλλιώς ο συσχετισμός είναι ένας αντικειμενικός παράγοντας κάθε στιγμή, που δεν αλλάζει ετσιθελικά. Εδώ γίνεται ένα διπλό λάθος. Κάποιοι δεν υπολογίζουν τους αντικειμενικούς παράγοντες πχ διεθνές περιβάλλον, διάταξη πολιτικών δυνάμεων κτλ, και δεύτερο θεωρούν ότι ο λαός, ή η εργατική τάξη είναι πάντα “αριστερή” και πάντα έτοιμη για επανάσταση. Στη θέση μιας νηφάλιας εκτίμησης βάζουν τις επιθυμίες τους.
Να σημειώσουμε ότι στην αρχή της μεταβατικής διαδικασίας τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Μετά, ανάλογα και με τα μέτρα που παίρνονται, οξύνεται η ταξική πάλη και έχουμε διαφοροποίηση του συσχετισμού, ευνοϊκότερη ή και δυσμενέστερη αν πχ τα μεσαία στρώματα στραφούν πάλι προς την αστική τάξη. Βασικό ζήτημα στον υπολογισμό των ταξικών δυνάμεων είναι οι ταλαντεύσεις των μεσαίων στρωμάτων. Στη Χιλή ο εκλογικός συσχετισμός ακολούθησε αυτή την πορεία. Από το 36% το 1970 πήγε στο 44% το 1972, αλλά μετά την αντεπίθεση της αστικής τάξης, εγχώριας και διεθνούς, και λάθη που στρέψανε τους μικροαστούς δεξιά, ο συσχετισμός χειροτέρεψε αισθητά. Σε αυτές τις συνθήκες δεν νομίζουμε ότι είναι ρεαλιστικό να βάλεις ζήτημα κατάκτησης ολόκληρης της εξουσίας, αντίθετα πρέπει να εξετάσεις σοβαρά την πιθανότητα προσωρινής υποχώρησης, πχ με διεξαγωγή εκλογών, ώστε ο λαός να λύσει το ζήτημα.
Γενικά το ζήτημα του να κρατάς ανοικτή την πιθανότητα υποχώρησης όταν χάνεις την πλειοψηφία, δεν ήταν στην προβληματική της κυβέρνησης της λαϊκής ενότητας, για αυτούς το να προχωρήσουν ήταν μονόδρομος.
Παρεμπιπτόντως να πούμε ότι και η στάση μερίδων ή ομάδων της εργατικής τάξης μπορεί να είναι προβληματική. Προβλήματα εμφανίζονται με τη μορφή του οικονομισμούvii, δηλαδή αδυναμίας να μπουν πάνω από τα στενά άμεσα οικονομικά συμφέροντα τα μακροπρόθεσμα πολιτικά. Να θυμίσουμε ότι παρόμοια προβλήματα αντιμετώπισαν και οι μπολσεβίκοι στις αρχές της επανάστασης πχ απεργία των σιδηροδρομικών. Τότε εκείνοι, καλώς ή κακώς, τη σύντριψαν με τις λόγχες. Μια αριστερή κυβέρνηση σήμερα ούτε μπορεί αλλά ούτε και θα θέλει να συμπεριφερθεί έτσι, άρα χρειάζεται από σήμερα μια πολιτική που να διαπαιδαγωγεί την εργατική τάξη στο να μπορεί να συμπεριφερθεί ηγεμονικά, και όχι οικονομίστικαviii.

3. Τα μεσαία στρώματα


Στη Χιλή τα μεσαία στρώματα στην αρχή ήταν ουδέτερα, μετά άρχισαν -σαν αποτέλεσμα των οικονομικών δυσκολιών και της όξυνσης της ταξικής πάληςix- να δυσφορούν, παραπέρα κάποια πέρασαν σε ανοικτά αντιδραστική θέση (ιδιοκτήτες φορτηγών, γιατροί, δικηγόροι) και τέλος πέρασαν μαζικά με την αστική τάξη. Τότε και μόνο τότε, ο στρατός ήταν έτοιμος για ανοικτή αντεπαναστατική δράση, όχι πιο πριν.
Αυτό δεν ήταν υποχρεωτικό να συμβεί. Και στην μπολσεβίκικη επανάσταση οι μικροαστοί (κύρια μεσαίοι αγρότες) ταλαντευόταν. Εκεί, παρόλο που είχε κατακτηθεί η εξουσία, ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι υπολόγιζαν πολύ σοβαρά τη στάση τους και έκαναν το παν για να διατηρήσουν όσο μπορούν τη συμμαχία. Η λεγόμενη ΝΕΠ (νέα οικονομική πολιτική, με αναζωογόνηση του καπιταλισμού αμέσως μετά την κατάκτηση της εξουσίας) σε ένα μεγάλο βαθμό αντιμετώπιζε και αυτή την ανάγκη. Αργότερα επί Στάλιν ακολουθήθηκε γραμμή βίαιης επίθεσης εναντίον τους -δικαιολογημένη ή όχι είναι άλλο ζήτημα– που μακροπρόθεσμα οδήγησε στην απομόνωση του καθεστώτος και στην ήττα. Να σημειώσουμε ότι η στάση των μεσαίων στρωμάτων επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό διάφορες μερίδες της εργατικής τάξης, έστω τις πιο καθυστερημένες. Η πολιτική συμμαχιών δεν αναιρεί τον ηγεμονικό ρόλο της εργατικής τάξης, ίσα-ίσα βοηθά στο να κατακτηθεί.
Ιδιαίτερα στη χώρα μας, που έχουμε εκτεταμένα μεσαία στρώματα, αλλά και μεγάλο μέρος των μισθωτών έχουν εισόδημα από πηγές αυτοαπασχόλησης, είναι σοβαρό ζήτημα. Τα στρώματα αυτά είναι κάτω από την ισχυρή επιρροή της αστικής ιδεολογίας. Είναι συνηθισμένα στη φοροδιαφυγή. Πριν την κρίση είχαν συνηθίσει στον υπερκαταναλωτισμό και σε γρήγορα κέρδη. Σήμερα αυτά κυρίως προσδοκάν μια επιστροφή στην πριν το 2008 εποχή, χωρίς να αλλάξει το παραγωγικό ή καταναλωτικό μοντέλο. Απεχθάνονται το κράτος, και το δημόσιο, εκτός αν είναι να τα στηρίξει. Η δουλειά μιας αριστερής κυβέρνησης δεν θα είναι εύκολη υπόθεση με αυτά. Και οι λαθεμένες ενέργειες αριστερίστικων στοιχείων είτε στον τομέα της οικονομίας, είτε της πολιτικής περιπλέκουν αφάνταστα το πρόβλημαx.

4. Το στρατιωτικό ζήτημα


Ένα συνηθισμένο λάθος είναι η αντιμετώπιση του ζητήματος των ενόπλων δυνάμεων σαν τεχνικό ζήτημαxi. Δηλαδή να μην καταλαβαίνουμε τις πολιτικές προϋποθέσεις και συνθήκες για να κινηθεί ο στρατός στη μια ή στην άλλη κατεύθυνση. Οι ιμπεριαλιστές το καταλάβαιναν πολύ καλά. Πχ “ο στρατηγός Βιώ ετοίμαζε πραξικόπημα για τις αρχές Οκτώβρη 1970. Η Ουάσιγκτον όμως τov 'συμβούλευσε' να σταματήσει γιατί, κατά τη γνώμη της, δεν ήταν αρκετά προετοιμασμένος αλλά ούτε ο χρόνος ήταν κατάλληλος. Κατά το Στέητ Ντιπάρτμεvτ, ένα τέτοιο εγχείρημα θα κατέληγε τώρα σε αποτυχία και θα ισχυροποιούσε την απήχηση της Λαϊκής Ενότητας στο λαό. Ίσως, μάλιστα, να τη βοηθούσε να λύσει, μια και καλή, το ζήτημα της εξουσίας και να της παρείχε τη δυνατότητα συντριβής όχι μόνο των πραξικοπηματιών αλλά ολόκληρου του αστικού κρατικού μηχανισμού”. (Καλτσώνης, 2012)
Η στάση του στρατού δεν είναι προκαθορισμένη. Για να κινηθεί, εκτός από την τεχνική προετοιμασία χρειάζεται το κατάλληλο κλίμα, και στην κοινωνία αλλά και στις τάξεις του. Τα στελέχη του ανήκουν ή αισθάνονται ότι ανήκουν στα μεσαία στρώματα και κινούνται ψυχολογικά και πολιτικά μαζί με αυτά. Για αυτό έχει μεγάλη σημασία ο γενικός συσχετισμός δυνάμεων και η πολιτική συμμαχιών με τα μεσαία στρώματα.
Φυσικά απαιτείται μια ορισμένη επαγρύπνηση, ακόμα και κάποια οργανωτική προετοιμασία για αντιμετώπιση μιας αντιδημοκρατικής εκτροπήςxii. Να υπενθυμίζουμε ότι ο λεγόμενος δημοκρατικός δρόμος προς τον σοσιαλισμό δεν είναι κατ' ανάγκην ούτε ειρηνικός, ούτε απλός κοινοβουλευτικός περίπατοςxiii. Η αστική τάξη ξεκινά ένα λυσσασμένο πόλεμο που παίρνει τη μορφή της επενδυτικής αποχής της φυγής κεφαλαίων του σαμποτάζ της παραγωγής, της ανάληψης καταθέσεων, του λοκ-άουτ, της δημιουργίας μαύρης αγοράς κτλ. Επίσης δεν αποκλείονται προβοκάτσιες. Στη Χιλή πχ δυο μήνες μετά τις δημοτικές εκλογές δολοφονήθηκε από αναρχικούς ο πρώην υπουργός εσωτερικών επί προεδρίας του Χριστιανοδημοκράτη Φρέι. Σήμερα θα μπορούσαν να παίξουν το χαρτί της “τρομοκρατίας”. Από την άλλη, δυσκολίες πηγάζουν και από το γεγονός ότι οι αριστεριστές, μη κατανοώντας τον πραγματικό συσχετισμό, πιέζουν από τα “αριστερά”, δρουν σα να έχουμε όλη την εξουσία, σαν να πραγματοποιείται άμεσα σοσιαλιστική επανάσταση. Αυτό δείχνει η ιστορική πείρα και από τη δράση του ΜΙΡ στη Χιλή και του ΠΟΥΜ στην Ισπανία το 1936. Έτσι διευκολύνουν τη δημαγωγία της αστικής τάξης, αδυνατίζουν τη συμμαχία με τα μεσαία στρώματα, οδηγούν σε εξασθένιση τη λαϊκή πλειοψηφία, διευκολύνουν την ήττα της διαδικασίας.
Αν από λάθη ή άλλους λόγους χαθεί η πλειοψηφία, το να προετοιμάζεσαι για ένοπλη σύγκρουση είναι όχι μόνο τυχοδιωκτισμός αλλά και αυτοκτονία.xiv Η πιο λογική τακτική θα είναι μια προσωρινή υποχώρηση για να επανέλθεις όταν, και αν βελτιωθεί ο συσχετισμός δυνάμεων. Η αντίληψη ότι οι επαναστάτες δεν παραδίνουν την εξουσία ότι και αν γίνειxv, έχει οδηγήσει σε βαριές ήττες και φυσική εξόντωση της πρωτοπορίας.
Παρόλα αυτά, επαναλαμβάνουμε ότι αν οι προωθούμενες αλλαγές έχουν την ενεργητική στήριξη της πλειοψηφίας, τότε είναι εξαιρετικά δύσκολο να κινητοποιήσουν τον στρατό σε αντιδραστική κατεύθυνση, και στην απίθανη περίπτωση που γίνει αυτό, απλά διευκολύνεται η κατάληψη ολόκληρης της εξουσίας.

5. Η οικονομική διαχείριση


Το κύριο ζήτημα που θα κρίνει προς τα που θα πάνε τα πράγματα είναι το μέτωπο της οικονομικής διαχείρισης και της αποτελεσματικότητας. Οι εργαζόμενοι, τα μεσαία στρώματα προσδοκάν να δούνε τη βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, κριτήριο της στάσης τους δεν είναι κατ' αρχήν, πχ το ποσοστό του κρατικοποιημένου τομέα, αλλά το αν και κατά πόσο αυτό βελτιώνει ή χειροτερεύει την κατάσταση.
Εδώ δεν έχουμε φυσικά ευγενή άμιλλα όπου κερδίζει ο καλλίτερος. Έχουμε όπως είπαμε, σκληρή ταξική πάλη, λυσσαλέα επίθεση από μέρους της αστικής τάξης, δυσπιστία από μεγάλη μερίδα μεσαίων στρωμάτων, ακόμα και δυσκολίες από κομμάτια της εργατικής τάξης που προτάσσουν τα στενά συντεχνιακά συμφέροντα τους. Στη Χιλή είχαμε απεργίες από εργατικά στρώματα, είτε αυθόρμητες είτε καθοδηγούμενες από αριστερίστικα στοιχεία που προεξοφλούσαν το ρεφορμιστικό χαρακτήρα της κυβέρνησης.
Εvα μήvα μετά τις εκλoγές η αvτιπoλίτευση συvέρχεται από τηv ήττα της και καθoδηγεί τηv απεργία στα μεταλλεία χαλκoύ "Ελ Τεvιέvτε”. Αv και συμμετέχει σε αυτήv μόvo τo 35% τoυ πρoσωπικoύ, η απεργία διαρκεί oκτώ βδoμάδες και η παραγωγή πέφτει κατά 70%" (Καλτσώνης 2012).
Ή μήπως στη χώρα μας περιμένει κανείς καλλίτερη αντιμετώπιση από τις δυνάμεις του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, τουλάχιστον με τη σημερινή τους πολιτική;
Στο μέτωπο της διαχείρισης περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων: η πλήρης αναδιοργάνωση και εκδημοκρατισμός του αναποτελεσματικού και ξεχαρβαλωμένου δημόσιου τομέα, η δυνατότητα ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος των δημόσιων επιχειρήσεων σε σχέση με τις καπιταλιστικές, ο δημοκρατικός και αποτελεσματικός σχεδιασμός, η στήριξη εργατικών αυτοδιαχειριστικών πρωτοβουλιών, η αντιμετώπιση προβλημάτων όπως η φοροδιαφυγή κτλ. Χρειάζεται η εργατική τάξη να αρθεί στο ύψος των στρατηγικών καθηκόντων της. Νέα συνειδητή εργασιακή πειθαρχία, παραγωγικότητα, πρωτοβουλίες κτλ, που δεν είναι δεδομένο ότι θα επιδειχθούν αν από τα σήμερα δεν προσανατολίζεται σε αυτά, αλλά περιορίζεται σε οικονομικά μόνο αιτήματα. Αυτό είναι μορφή εκδήλωσης της ηγεμονίας. Αν δεν επιδειχθεί, τότε το οικονομικό μέτωπο θα χαθεί και μαζί με αυτό το σύνολο τη διαδικασίας. Κάποιοι υποτιμούν εντελώς αυτό τον τομέα. Νομίζουν ότι απλά μια αναδιανομή θα κερδίσει τις εργαζόμενες μάζες και θα εξασφαλίσει την υποστήριξή τους. Η αναδιανομή είναι αναγκαία αλλά από μόνη της δεν αντιμετωπίζει το σύνολο των προβλημάτων της μεταβατικής περιόδου. Η αναδιανομή είναι ένα μόνο ζήτημα, και μάλιστα όχι το κύριο. Πρέπει και να παραχθεί πλούτος, αλλά με νέο τρόπο, με νέες παραγωγικές σχέσεις.
Πώς έλυσε αυτά τα ζητήματα η Χιλιανή επανάσταση; Με τα λόγια του Λ Κορβαλάν “...ήρθε στιγμή που απόκτησε αποφασιστική σημασία η ανάπτυξη της παραγωγής και της παραγωγικότητας της εργασίας ... ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις που πέρασαν στα χέρια του κράτους .... ωστόσο η περιφρονητική στάση απέναντι στα οικονομικά καθήκοντα και η απουσία πραγματικής καθοδήγησης της οικονομίας έκλινε τη ζυγαριά όχι προς το μέρος μας” (ΠΕΣ 1/1978).
Φυσικά μπορεί να υπάρξει και μια εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση:
“Τέλος, στov τομέα της αύξησης της παραγωγής και της παραγωγικότητας της εργασίας τα αποτελέσματα τωv εκκλήσεων της κυβέρνησης ήταv βέβαια αξιόλογα αλλά όχι καθοριστικά. Σε συνθήκες καπιταλιστικής oικovoμίας και, κυρίως, αστικής εξουσίας, oι στόχoι αυτoί δεv μπoρoύv vα εκπληρωθούν με τov τρόπo και στo βαθμό πoυ γvώρισε η αvθρωπότητα μετά τις μεγάλες σoσιαλιστικές επαvαστάσεις τoυ 20oύ αιώvα (Καλτσώνης, 2012).
Αφήνουμε κατά μέρος το πώς “έλυσαν οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις του 20ου αιώνα το ζήτημα της παραγωγικότητας”. Σε αυτό που μας ενδιαφέρει: είναι εντυπωσιακό ότι αυτό ακριβώς που πρέπει να κάνει μια μεταβατική αριστερή κυβέρνηση, δηλαδή να πείσει με την οικονομική της αποτελεσματικότητα ευρύτερες μάζες για την ανάγκη του σοσιαλισμού, ο Καλτσώνης λέει ότι δεν γίνεται. Αν είναι έτσι, έχει δίκιο το ΚΚΕ που για τα πάντα θέτει προαπαιτούμενο τη λαϊκή εξουσία.
Παραμελώντας όμως το άμεσο στο όνομα του σοσιαλισμού, κλείνεις έτσι την πόρτα και στο άμεσο και στον σοσιαλισμό.

6. Μακρά και όχι σύντομη μεταβατική περίοδος


Η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου, με αφετηρία μια αριστερή κυβέρνηση που δεν θα έχει αρχικά όλη την εξουσία είναι μια μακριά μεταβατική περίοδος με δύο βασικούς στόχους. α) Την κατάληψη όλης της εξουσίας και β) την προσπάθεια να κατανοήσει ο λαός με τη δική του πείρα την ανάγκη για βαθύτερες ριζοσπαστικές αλλαγές στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού.xvi Βασική προϋπόθεση: κάθε μεγάλο ζήτημα να μπαίνει στη λαϊκή ετυμηγορία για έγκριση. Αυτό είναι το χαρακτηριστικό του δημοκρατικού δρόμου, που δεν είναι κατ' ανάγκη ειρηνικός, ούτε ένας απλός κοινοβουλευτικός περίπατος. Αν σε κάποια φάση χαθεί η πλειοψηφία πρέπει να προβλέπεται και η δυνατότητα υποχώρησης. Η κυβερνητική εναλλαγή δεν είναι κατ' ανάγκη στρατηγική ήττα, μπορεί να είναι πιθανά ο καλλίτερος δρόμος για να πειστούν ταλαντευμένες μάζες για την ορθότητα του σοσιαλιστικού δρόμου, και να επανέλθεις με καλύτερους όρους. Στρατηγική ήττα θα ήταν μια εκτροπή και η φυσική εξόντωση της πρωτοπορίας, έργο που το έχουμε δει επανειλημμένα στην ιστορία.
Όλα θα κριθούν από την ολοκλήρωση της οικοδόμησης ενός συνασπισμού εξουσίας από τις εκμεταλλευόμενες μάζες, διαδικασία που στη χώρα μας έχει μεν αρχίσει, αλλά απέχει αρκετά ακόμα από το να είναι τελειωμένη. Επίσης από την κατάκτηση της ηγεμονίας από την τάξη των μισθωτών, που είναι ακόμα ζητούμενο. Και τέλος από την πολιτική ωριμότητα και θεωρητική προετοιμασία των πολιτικών υποκειμένων της Αριστεράς. Αυτά είναι κατά τη γνώμη μας και τα βασικά διδάγματα της Χιλιανής εμπειρίας.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  1. Πουλαντζάς Ν., Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Εκδόσεις ΘΕΜΕΛΙΟ.
  2. Καλτσώνης Δ., Η κυβέρνηση της Λαϊκής ενότητας στην Χιλή 1970-1973, Ηλεκτρονική έκδοση, Εργατικός αγώνας (2012).
  3. Αφιέρωμα εκτός γραμμής: φάκελος “Η αριστερά στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία;', http://ektosgrammis.gr/index.php.
  4. Κορβαλαν Λ., Ο μη ένοπλος δρόμος της επανάστασης - Πώς διαμορφώθηκε αυτός στη χώρα μας, ΠΕΣ 1/1978.
  5. Ινσούσα Χ., Διδάγματα από τα γεγονότα στη Χιλή, ΠΕΣ 5/1977.
  6. Ροντρίγκες Π., Το πρόβλημα υπεράσπισης της λαϊκής εξουσίας, ΠΕΣ 6/1977, επίσης άρθρα των Τέτελμποιμ, Ο. Μίλιας, Φάσο στο αφιέρωμα των ΠΕΣ 1977-1978.
  7. Μπελαντής Δ., Το εγχείρημα του “ειρηνικού” δρόμου, περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ τεύχος 105, 2008.
  8. Σωτήρης Π., Η πολιτική κρίση, η Αριστερά και η δυνατότητα ενός νέου ιστορικού μπλοκ, Εκτός Γραμμής, http://ektosgrammis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1784:2012-11-11-09-38-10&catid=161:-30-&Itemid=646
iΠχ περιοδικό “εκτός γραμμής”, φάκελος “η αριστερά στην κυβέρνηση, ο λαός στην εξουσία;' http://ektosgrammis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1767:2012-10-15-21-18-45&catid=161:-30-&Itemid=639, Δ. Καλτσώνης η κυβέρνηση της Λαϊκής ενότητας στην Χιλή 1970-1973, ηλεκτρονική έκδοση, Εργατικός αγώνας (2012).
iiΠροκαλεί εντύπωση που κάποιες σχετικές μελέτες δεν κάνουν καθόλου λόγο σε αυτήν. Πχ ο Μπελαντής στο σχετικό άρθρο του στις ΘΕΣΕΙΣ το 2008, σε σύνολο 38 σελίδων δεν λέει την παραμικρή κουβέντα (!)
iiiΓια τις οποίες, σωστά παρατηρεί το εισαγωγικό σημείωμα στο αφιέρωμα του περιοδικού εκτός γραμμής: “... από τη μεριά των οργανώσεων της επαναστατικής Αριστεράς ορίστηκε ως η αναγκαία επιβεβαίωση μιας στην πραγματικότητα ανεύρετης εξεγερσιακής στρατηγικής, που στην καλλίτερη περίπτωση έμεινε διακήρυξη και στη τραγικότερη οδήγησε σε μια αυτοκαταστροφική εμπλοκή με τις παραλλαγές του αντάρτικου.”
vΚατηγορούν στα σοβαρά την κυβέρνηση της λαϊκής Ενότητας ότι “επέτρεψαν στη Δεξιά να έχει εφημερίδες, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ...”
viΛ. Κορβαλάν: “... πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν κάνουμε λόγο για πλειοψηφία γενικά, αλλά για τη δραστήρια πλειοψηφία ... η πλειοψηφία γενικά, είναι πολλές φορές ανεπαρκής, ή μπορεί μερικές φορές αυτή προσωρινά να μην υπάρχει ... η έννοια του ευνοϊκού συσχετισμού είναι πιο πλούσια και σύνθετη ... περιλαμβάνει το μαχητικό πνεύμα, την οργανωτικότητα, την ομοιογένεια των αντιλήψεων ... και σαν ειδικό παράγοντα τον στρατιωτικό συντελεστή.” Προσέξτε τη λεπτομέρεια του “να μην υπάρχει” (οφειλόμενη προφανώς στη λενινιστική κληρονομιά). Στη δική μας αντίληψη η πλειοψηφία πρέπει πάντα να υπάρχει, όχι φυσικά για ηθικούς λόγους, αλλά σαν πολιτική προϋπόθεση επιβίωσης της αριστερής κυβέρνησης.
viiΟ οικονομισμός με τη μορφή του καταναλωτισμού, δηλαδή την υποταγή στην αστική ιδεολογία.
viiiΠ. Ροντρίγκες: “... να εξηγείται στις μάζες ότι σε τέτοιες στιγμές πρέπει να δεχτούν ορισμένες υλικές θυσίες στο όνομα της επανάστασης ...”
ixΟ Λ. Κορβαλάν κάνει αυτοκριτικά λόγο ακόμα και για πάλη ενάντια στα μεσαία στρώματα, που έδωσε ανάσα στην αστική τάξη και δυνατότητες να κτίσει συμμαχίες. (ΠΕΣ, 1/1978).
xΧ. ΙΝΣΟΥΝΣΑ “... οι ενέργειες των αριστεριστών προκάλεσαν αρχικά ανησυχία και μετά πανικό στα πλατιά ενδιάμεσα στρώματα ...” ΠΕΣ 5/1977.
xiΕξ άλλου με τη στρατιωτική τεχνολογία σήμερα είναι εκτός συζήτησης η ένοπλη σύγκρουση με το σύνολο του στρατού. Το ζήτημα είναι να εξασφαλιστούν οι πολιτικές προϋποθέσεις ώστε να καταστεί αδύνατη ή τουλάχιστον επιζήμια για την αντίδραση κάθε προσπάθεια εκτροπής.
xiiΟι Χιλιανοί πχ κάνουν λόγο για ειδικό συσχετισμό δυνάμεων στον στρατιωτικό τομέα, που δρα αποτρεπτικά. “ακόμα και όταν προκρίνεται ο ειρηνικός δρόμος ... η φροντίδα για έναν ευνοϊκό συσχετισμό στον στρατιωτικό τομέα είναι απαραίτητη για να εμποδιστεί η αντίδραση να αρχίσει ένοπλη πάλη.” (Χ. ΙΝΣΟΥΝΣΑ, ΠΕΣ 5/1977). Επίσης έχουν τη σημασία τους γεωστρατηγικοι παράγοντες και η διεθνής θέση της χώρας, πχ η συμμετοχή σε ολοκληρώσεις.
xiiiΠουλαντζάς, Το κράτος η εξουσία ο σοσιαλισμός.
xivΠολλές φορές η αντίδραση σε σπρώχνει σε αποφασιστική σύγκρουση σε μη ευνοϊκή στιγμή για να σε συντρίψει και να αποτρέψει το να επανέλθεις αργότερα. Αν δεχθείς την πρόκληση, το πιο πιθανό είναι η φυσική εξόντωση χιλιάδων αγωνιστών και η υποχώρηση του κινήματος για πολλά χρόνια. Μια σειρά δραματικά ιστορικά προηγούμενα, μαζί και στην χώρα μας το 1944-1949, το επιβεβαιώνουν.
xvΠ. Ροντρίγκες “...το επαναστατικό προλεταριάτο που άρχισε την επανάσταση είναι αδύνατο πια να σταματήσει...” ΠΕΣ 6/1977.
xviΤο κρίσιμο αυτό σημείο παραγνωρίζουν εντελώς κάποιες αναλύσεις (πχ Π. Σωτήρης) που θεωρούν προαπαιτούμενη την ύπαρξη μιας αριστερής και ιδεολογικά ώριμης πλειοψηφίας στο λαό, από παρθενογένεση. Έτσι εξηγείται και η κατάστρωση ενός μεταβατικού προγράμματος κατά βούληση, χωρίς υπολογισμό της πραγματικής λαϊκής συνειδητότητας, και ο χαρακτηρισμός ρεφορμιστικού οτιδήποτε λιγότερο “επαναστατικού”.