18/6/14

Κριτική στο κείμενο 53 μελών της ΚΕ: “Aπό τη νίκη στην ανατροπή: για τις εκλογές και την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ.”





Το κείμενο (http://www.avgi.gr/article/3029276/keimeno-sumbolis-stin-apotimisi-ton-eklogon-upografoun-53-stelexi-tou-suriza) των 53 μελών της ΚΕ για τα αποτελέσματα των εκλογών και την επόμενη μέρα, όπως και να το δει κανείς, είναι μια σοβαρή προσπάθεια εκτίμησης της συνολικής δουλειάς του ΣΥΡΙΖΑ, που θα συζητηθεί και από την ΚΕ και από όλο το κόμμα. Στο μικρό αυτό σημείωμα θα κάνουμε μερικές σκέψεις, θίγοντας όχι όλα τα ζητήματα που αναλύονται αλλά επικεντρώνοντας σε μερικά βασικά, πάντα κατά την γνώμη μας.

Τα καλά σημεία.

Στο κείμενο υπάρχουν σημεία κριτικής που μας φαίνονται σωστά ανεξάρτητα απο το ειδικό βάρος τους. Όπως η επισήμανση ότι κάποιες προεκλογικές τοποθετήσεις φαίνονταν να “εστιάζουν στη συντελεσμένη καταστροφή, υποβαθμίζοντας την προγραμματική μας πρόταση”, ή το ότι “Οι δικές μας κοινωνικές αναφορές δεν υποκαθίστανται από σχήματα τύπου «Ελλάδα εναντίον Μέρκελ», «ο λαός ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο» κ.ο.κ. Τα ίδια ισχύουν, εξάλλου, και για έναν ορισμένο σκανδαλοθηρικό-τιμωρητικό λόγο, που παραπέμπει σε σχηματισμούς (πολύ) δεξιότερα του ΣΥΡΙΖΑ.”
Σωστά αναφέρεται και η ανάγκη προγραμματικής αποσαφήνισης, με ριζοσπαστικές και ρεαλιστικές προτάσεις, αν και φοβούμαστε ότι αν μπούμε στην ουσία της συζήτησης μπορεί να εννοούμε διαφορετικά πράγματα.

Το πολύ δυνατό σημείο όμως είναι η σημαντική επισήμανση ότι : “Οι αντίπαλοί μας δεν χρησιμοποιούν απλώς κόλπα ή τη λογική του πολιτικού μάρκετινγκ. Έχουν επίσης κοινωνικές αναφορές. Απευθύνονται σε ένα μεγάλο μέρος του κεφαλαίου που κερδίζει μέσα στην κρίση, σε μεσαία στρώματα, ιδίως σε εκείνα που διασώζονται, αλλά και σε τμήματα εργαζομένων που αν και έχουν υποστεί μεγάλες ζημιές, αισθάνονται ότι η κυβέρνηση τους εξασφαλίζει μια θέση στα όρια της επιβίωσης. Στη λογική τους, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τους εγγυάται τη θέση αυτή - αντίθετα, μπορεί να τους βάλει σε νέες περιπέτειες.” Αυτό έχει ιδιαίτερη αξία, γιατί ένα μεγάλο μέρος των αριστερών είχε (και έχει) μάθει να σκέφτεται με όρους ότι απέναντι στο 10% της αστικής τάξης υπάρχει μια συμπαγής, χωρίς αντιθέσεις λαϊκή πλειοψηφία, ότι η αριστερή πρόταση μας αγκαλιάζεται από όλους, ανεξάρτητα αν δεν μας ψηφίζουν. Επίσης είχε μάθει να εφευρίσκει απίθανες θεωρίες όπως της “ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης” και της παντοδυναμίας των ΜΜΕ, ενώ οι πιο χυδαίες εκδοχές έφταναν να βρίζουν την πλειοψηφία σαν ηλίθιους και να καλούν τον λαό να “ξυπνήσει”.
Η ακριβής εκτίμηση της έκτασης της λαϊκής αποδοχής των αντιλήψεων του αστικού μπλοκ αποτελούν κατά την γνώμη μας το βασικότερο στοιχείο του πολιτικού συσχετισμού δύναμης. Φυσικά και το 27% που ψηφίζει ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να διακριβωθεί πως σκέφτεται. Δεν είναι της στιγμής αλλά έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι κυριαρχούν μικροαστικές αντιλήψεις, λογική ανάθεσης, ανοχή και όχι θερμή υποστήριξη, κάτι σαν “να δοκιμάσουνε και αυτούς και βλέπουμε”.
Όμως διερωτάται κανείς τι συμπέρασμα βγάζει το ίδιο το κείμενο από αυτήν την βαρύνουσα θεωρητική διαπίστωση; νομίζουμε κανένα, ή καλλίτερα προτείνει μια πολιτική και ιδεολογική δουλειά βάθους που βέβαια χρονικά απαιτεί πολύ, μα πάρα πολύ χρόνο, με τα αποτελέσματα της σχετικά αβέβαια (και αυτά αν υπάρξουν σε συνθήκες πιθανά πιο ευνοϊκές για το αστικό μπλοκ) μια τακτική που αντικειμενικά παραπέμπει στις καλένδες την υπόθεση της αριστερής κυβέρνησης.
Μήπως από την εκτίμηση ότι η κοινωνία είναι πολιτικά και ιδεολογικά τριχοτομημένη (δεξιό μπλοκ, ΣΥΡΙΖΑ, και παραπαίουσα αλλά σε διεργασίες κεντροαριστερά), θα έπρεπε να βγει ένα πιο “πεζό” αλλά ρεαλιστικό συμπέρασμα; ότι δηλαδή πρέπει παράλληλα με την προτεινόμενη ιδεολογική δουλειά να δούμε τις πιθανές συμμαχίες στο αντιμνημονιακό χώρο και στην αριστερή σοσιαλδημοκρατία, και μάλιστα να παρέμβουμε στις εξελίξεις της λεγόμενης κεντροαριστεράς, όχι για να πάρουμε μέρος σε αυτές αλλά για να ενισχύσουμε τάσεις και δυνάμεις που θα δέχονταν να στηρίξουν ή να ανεχθούν μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ;

τα αδύνατα-προβληματικά σημεία.

Υπάρχουν αρκετά προβληματικά -έστω δευτερεύοντα- αδύνατα σημεία.
  1. Πχ δεν αναλύει ικανοποιητικά το γεγονός ότι στις εκλογές, όπου υπήρχαν ευρύτερες συνεργασίες και καταξιωμένα πρόσωπα τα αποτελέσματα ήταν πολύ καλλίτερα, ενώ σε γενικές γραμμές όπου πήγαμε με στενά κομματικό υποψήφιο τα πήγαμε από μέτρια μέχρι άσκημα. Πχ στα Ιόνια, που όλοι αναφέρουν με ικανοποίηση, στην μεν περιφέρεια είμαστε με τους Ανεξάρτητους Έλληνες, στην δε Κέρκυρα με στελέχη της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, δεχόμενοι μάλιστα για αυτήν την συνεργασία σφοδρή επίθεση από ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και έχοντας γκρίνια από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.
  2. Μιλάει για το κίνημα κάπως μεταφυσικά, και αφηρημένα. Πχ στο φοιτητικό κίνημα γιατί έχουμε μόνο 6%, η ΔΑΠ είναι πρώτη, η ΠΑΣΠ κρατάει, το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μας περνάνε; Πέρα από διάφορες εξηγήσεις κοινωνικής προέλευσης κτλ, πιστεύουμε ότι το βασικό πρόβλημα είναι ο προσανατολισμός του φ.κ. μονοσήμαντα στις καταλήψεις. Αυτό επιτρέπει στις ΔΑΠ-ΠΑΣΠ να εμφανίζονται υπερασπιστές της μόρφωσης στο κομμάτι των φοιτητών που ενδιαφέρεται για τις σπουδές του, ενώ στο “άλλο”, το “επαναστατικό”, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται πολύ “δεξιός”, λόγω της γενικής του γραμμής. Έτσι στην ουσία δεν απευθυνόμαστε σε κανένα κομμάτι. Ακόμα και η ΠΣΚ (που διαφωνεί με τις καταλήψεις) μας περνάει σε επιρροή. Άρα το οποιοδήποτε κίνημα δεν μας κάνει, χρειάζεται ένα “σωστά” προσανατολισμένο κίνημα.
  3. Για το φαινόμενο της ΧΑ: εδώ υπάρχουν δυο ζητήματα. Σε ένα βαθμό υπάρχει και η ναζιστική ιδεολογία, αλλά πιστεύω ότι δεν μπορεί να είναι το κύριο. Δεν μπορεί να είναι 500.000 οπαδοί της φυλετικής καθαρότητας, να έχουν διαβάσει Χίτλερ κτλ. Όσον αφορά την νεολαία, είναι σε ένα βαθμό μια “lifestyle” επιλογή. Ποιο όμως "lifestyle"; αυτό της βίας των γηπέδων, του χουλιγκανισμού, των συμμοριών σε γειτονιές. Επίσης των επαγγελματιών της βίας (των δυνάμεων καταστολής και του περίγυρου τους). Γενικά σε περίοδο κρίσης όλα τα χειρότερα ένστικτα των μεσοστρωμάτων και λούμπεν στοιχείων (μνησικακία, ζήλια, φθόνος κτλ) βγαίνουν στην επιφάνεια, διαμεσολαβούνται από τον πολιτικό λόγο του μίσους, και οδηγούν στην ΧΑ. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα. Η πολιτική της Αριστεράς μέχρι πρότινος και σε ένα μικρό βαθμό ακόμα, μπερδεύει το πρόβλημα της μετανάστευσης (που είναι πρόβλημα και για την ντόπια εργατική τάξη και για τους ίδιους τους μετανάστες), με την αντιμετώπιση των μεταναστών. Είναι άλλο ζήτημα το ότι πρέπει να υπάρξει αυστηρή μεταναστευτική πολιτική, και άλλο η ανθρωπιστική αντιμετώπιση των ανθρώπων, των μεταναστών. Και είχαμε υποκαταστήσει την πολιτική με την φιλανθρωπία. Έτσι σπρώχναμε άθελα μας μαζικά ανθρώπους με οξυμένο πρόβλημα από την παράνομη μετανάστευση (άνεργους, κατοίκους σε υποβαθμισμένες περιοχές) στην ΧΑ. Το κείμενο δεν κάνει καμιά αυτοκριτική για αυτό.
  4. Το να λες ότι το κίνημα και όχι τα τηλεοπτικά πάνελ καθορίζουν την επιρροή σου, δείχνει ότι σκέφτεσαι ακόμα με νοοτροπία κόμματος 5%. Φυσικά στο κίνημα θα αλλάξεις μακροπρόθεσμα και βαθύτερα τις συνειδήσεις. Αλλά το κίνημα σε φέρνει σε επαφή με λίγες χιλιάδες ανθρώπους, ενώ στην πολιτική θέλεις να επηρεάσεις εκατομμύρια και αυτοί βλέπουν τηλεόραση. Δεν μας αρέσει, αλλά έτσι είναι. Φυσικά ανεβαίνει ο ρόλος του ιντερνέτ, και όχι μόνο στην νεολαία, αλλά ακόμα δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας. Είναι τυχαίο ότι στους συνταξιούχους με τις περισσότερες και συνεχόμενες περικοπές σε συντάξεις, αλλά την λιγότερη επαφή με εναλλακτική ενημέρωση, είχαμε τα γνωστά αποτελέσματα; (ΝΔ 38%, ΠΑΣΟΚ 15%, ΣΥΡΙΖΑ 18,5%).
  5. και τέλος στις συμμαχίες, βλέπουμε μια “κουκουέδικη” λογική άρνησης των συμμαχιών, ή ακριβέστερα υποκατάσταση των πολιτικών συμμαχιών με κοινωνικές μόνο.

Δυο κρίσιμα ζητήματα.

Υπάρχουν όμως δυο κρίσιμα ζητήματα που το κείμενο γίνεται αρκετά προβληματικό.
Το πρώτο είναι ότι βάζοντας το κάρο πριν από το άλογο, θεωρεί ότι μπορούμε να πείσουμε την πλειοψηφία με τα λόγια, με την προπαγάνδα για μια σειρά ζητήματα, ώστε να αλλάξει η λαϊκή συνείδηση, οι συσχετισμοί, και να έχουνε έτσι μια “καθαρή”, ριζοσπαστική αριστερή κυβέρνηση. Όμως από την εποχή του Λένιν ξέρουμε ότι οι μάζες δεν πείθονται από τα λόγια αλλά από την ίδια τους την πείρα. Πρώτα θα πάρεις την κυβέρνηση και με αυτήν θα πείσεις για όλα αυτά τα ωραία και θεμιτά που λέει το κείμενο. Η κυβέρνηση χρειάζεται όχι μόνο για να σώσει τον λαό (φυσικά θα γίνει και αυτό), αλλά για να αλλάξει σημαντικά τον συσχετισμό δυνάμεων που διαφορετικά δεν θα αλλάζει όσο ωραία και να τα λέμε, όσο κίνημα και να αναπτύξουμε . Με τι τρόπους θα γίνει αυτό; Με τουλάχιστον 7 τρόπους:
  1. η ανακατανομή πλούτου, τα άμεσα μέτρα ανακούφισης θα στρέψουν μερίδες εργαζομένων στα αριστερά.
  2. Η ανακατανομή εξουσίας με την ενίσχυση της λαϊκής συμμετοχής, των λαϊκών συνελεύσεων, του εργατικού ελέγχου, της ενίσχυση του σ.κ. και γενικότερα την προώθηση του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο, θα έχουν σημαντική επίδραση στο συσχετισμό δυνάμεων.
  3. Η επιτυχημένη εφαρμογή ενός άλλου δρόμου για την ελληνική κοινωνία θα διαλύσει τους φόβους του αβέβαιου, θα δείξει ότι ρεαλιστική εναλλακτική, θα αποδείξει ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Ένα μεγάλο μέρος εργαζομένων θα κερδηθεί έτσι.
  4. Η τιμωρία των ενόχων για σκάνδαλα, διασπάθιση δημόσιου χρήματος, για παρανομίες εκποίησης της δημόσιας περιουσίας, θα ικανοποιήσει το αίσθημα δικαίου για σημαντικές μερίδες της κοινής γνώμης.
  5. Η εξυγίανση των δημόσιων επιχειρήσεων, η αποτελεσματική λειτουργία τους, η αποκατάσταση του δημόσιου χαρακτήρα τους θα αλλάξει την σημερινή ηγεμονική αντίληψη για την ανωτερότητα του ιδιωτικού, καπιταλιστικού τομέα, που είναι και η καρδιά της ηγεμονίας της αστικής ιδεολογίας, και του νεοφιλελευθερισμού, στην συντριπτική πλειοψηφία των μεσοστρωμάτων, ακόμα και σε μεγάλες μερίδες των μισθωτών.
  6. Η εξυγίανση του κλίματος στα ΜΜΕ θα περιορίσει τις δυνατότητες της μνημονιακής προπαγάνδας. Μακροπρόθεσμα, ο εκδημοκρατισμός στα προγράμματα διδασκαλίας στο σχολείο θα περιορίσει την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας και του εθνικισμού.
  7. Οι πιθανές διεθνείς αλλαγές και το νέο διεθνές κλίμα που θα επιφέρει μια κυβέρνηση της Αριστεράς, θα ενισχύσουν με την σειρά τους την αριστερή κυβέρνηση. Είτε πρόκειται για πιθανές αριστερές κυβερνήσεις πχ σε Ιρλανδία, Ισπανία, είτε για μετατοπίσεις σοσιαλιστικών κομμάτων σε πιο αριστερές θέσεις σαν αποτέλεσμα της ταξικής πάλης.

Δεν παραγνωρίζουμε ότι θα υπάρχουν και αντίρροπες τάσεις: σημαντικές δυσκολίες θα προκύψουν από την πίεση του διεθνούς καπιταλισμού, από το σαμποτάζ της αστικής τάξης και κάποιο προσωρινό χάος που συνειδητά θα επιφέρουν κινήσεις της όπως επενδυτική αποχή, φυγή κεφαλαίων κτλ. Δυσκολίες θα προκύψουν και από το αν η υπόλοιπη αριστερά συνεχίσει την αδιέξοδη και στείρα αντι-ΣΥΡΙΖΑ πολιτική, επενδύοντας σε μια πιθανή αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως το συνολικό ισοζύγιο θα πρέπει να είναι θετικό, αλλιώς δεν αξίζει καν να προσπαθήσουμε. Έτσι πολλά από τα καθήκοντα που βάζει στον ΣΥΡΙΖΑ το κείμενο των 53, δεν μπορεί να εκπληρωθούν πριν αφαιρέσουμε την κυβερνητική εξουσία από το αστικό μπλοκ.

Το δεύτερο αδύνατο σημείο είναι εκείνο που καλλιεργεί μια περιφρόνηση απέναντι στην κοινή γνώμη . Πέρα από μια ελιτίστικη αντίληψη ότι η Αριστερά έχει το αλάθητο του Πάπα, δείχνει ότι έτσι δεν έχουμε κατά νου την δημιουργία πλειοψηφίας. Και φυσικά αφού προσδοκάμε να κερδίσουμε πλειοψηφία με την σημερινή συνείδηση των μαζών και δεν σκοπεύουμε “να εκλέξουμε ένα άλλο λαό”, θα πρέπει να δούμε που οι ιδέες μας δεν είναι ηγεμονικές, και να αφήσουμε αυτά τα ζητήματα ανοικτά για να λυθούν στο μέλλον. Εξ άλλου αυτή είναι νομίζουμε η ιδέα του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Ότι όσα μέτρα παίρνονται να έχουν την λαϊκή πλειοψηφία, και να μην επιβάλλονται απόψεις είτε “σωστές” αλλά μειοψηφικές, είτε απλές ιδεοληψίες μας. (Απαράβατος φυσικά κανόνας είναι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας,δικαιώματα που δεν υπόκεινται στον κανόνα της πλειοψηφίας).
Η αντίληψη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ριζοσπαστικοποιηθεί δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Το ζητούμενο είναι η ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν πρώτα αφαιρέσουμε την κυβέρνηση απο το αστικό μπλοκ, πράγμα που απαιτεί έναν ΣΥΡΙΖΑ που να εκφράζει την κοινωνία όπως είναι σήμερα. Ναι, αυτό δεν ανοίγει άμεσα τον δρόμο για τον σοσιαλισμό. Εξ άλλου ακόμα δεν υπάρχουν ούτε οι διεθνείς ούτε οι εθνικές προϋποθέσεις για αυτόν. Ανοίγει όμως τον δρόμο για την ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας. Η ριζοσπαστικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ θα τον αποκόψει από την πλειοψηφία, δεν θα κερδίσει την κυβέρνηση και έτσι θα ματαιωθεί και η ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας που είναι προϋπόθεση για βαθύτερες αλλαγές στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού.

13/5/14

Αντικαπιταλιστικός διεθνισμός ή τριτοκοσμικός αντιιμπεριαλισμός;



κριτική στο άρθρο του Π. Παπακωνσταντίνου “η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση ως στρατηγικό πρόβλημα της Αριστεράς” (ΟΥΤΟΠΙΑ, Μάιος 2014)i



Ασφαλώς, μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα, με έντονη ενεργειακή και τεχνολογική εξάρτηση από το εξωτερικό, δεν μπορεί να επιβιώσει σε κάποιο «ιγκλού» εθνικής αυτάρκειας, στο περιθώριο του διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Επομένως η μονομερής αποδέσμευση από την Ε.Ε. δεν πρέπει να προβάλλεται ως επιθυμητή λύση, στην προοπτική της «εθνικής αυτοδυναμίας» και του «σοσιαλισμού σε μία χώρα», αλλά ως αναγκαστική επιλογή για τη λαϊκή επιβίωση. Μια λαϊκή, δημοκρατική ανατροπή στην Ελλάδα, που θα σπάσει τον πιο αδύναμο κρίκο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας με αντίτιμο μια δύσκολη, μεταβατική, μοναχική πορεία, θα επιβιώσει τελικά μόνο αν γίνει καταλύτης ανάλογων ανατροπών σε άλλες, ισχυρότερες χώρες της Ευρώπης. Θα χωρίσουμε από την Ευρώπη των πολυεθνικών για να ξαναενωθούμε με τους λαούς της Ευρώπης, σε μια νέα, δημοκρατική, σοσιαλιστική ομοσπονδία κυρίαρχων εθνών!”

Σε μια μόνο παράγραφο, ο Π. Παπακωνσταντίνου αποδομεί ολόκληρο το μακροσκελές άρθρο του. Πιο συγκεκριμένα:
  1. Η έξοδος δεν είναι επιθυμητή λύση, δεν έχει μέλλον η εθνική αυτοδυναμία, ούτε οικοδομείται σοσιαλισμός σε μια χώρα. (που παρεμπιπτόντως όλα αυτά συνιστούν την πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Η έξοδος “προβάλλεται σαν αναγκαστική επιλογή για την λαϊκή επιβίωση”. Τότε προς τι όλες αυτές οι αναλύσεις που θεωρούν “ιδεολόγημα και οικονομισμό” την διεθνοποίηση, και την αντικειμενική τάση των ολοκληρώσεων στο σύγχρονο στάδιο; προς τι όλες αυτές οι ιστορικές αναφορές για τις προθέσεις της αστικής τάξης, της νεοφιλελεύθερης μετάλλαξης κτλ πράγματα και γνωστά και κοινός τόπος στην Αριστερά, αν όχι για να χειραγωγήσουν συναισθηματικά τον αναγνώστη ώστε στην θέση μιας ψυχρής εκτίμησης των συσχετισμών να σιχτιρίσει και τη Ευρωπαϊκή Ένωση και όσους δεν προτάσσουν το αίτημα της εξόδου;
  2. Παραπέρα: η υιοθέτηση της πολιτικής της εξόδου πρωτόβουλα, με την σημερινή συνείδηση των λαϊκών μαζών, θα στερούσε απο την Αριστερά την δυνατότητα να σχηματίσει πλειοψηφία, και άρα θα στερούσε τις μάζες απο την δυνατότητα να καταλάβουν με την δική τους πείρα την ανάγκη εξόδου, άρα και “να σωθούν”. Θα έφερνε τον ΣΥΡΙΖΑ αν όχι στην περιθωριακή θέση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πάντως σε επίπεδα που δεν θα μπορούσε να αφαιρέσει την κυβέρνηση απο το αστικό μπλοκ.
  3. Ο Π. Παπακωνσταντίνου όμως αντιτείνει: “Βεβαίως, η Αριστερά δεν έχει δικαίωμα να κοροϊδεύει τον εαυτό της και τον κόσμο για τη δυνατότητα να εφαρμοστεί αυτό το πρόγραμμα με τις ευλογίες της Μέρκελ και του Σόιμπλε. Αντίθετα, οφείλει να τον προετοιμάζει για την αναπόφευκτη ρήξη με την Ε.Ε. και να βοηθά να ωριμάζει η συνειδητοποίηση αυτής της αναγκαιότητας μέσα από την ίδια την πείρα του και όχι με κηρύγματα από τον άμβωνα του επαναστατικού μαρξισμού”. Εδώ όμως μπερδεύει τις δυο αντίθετες στρατηγικές. Η θα προειδοποιεί, άρα θα προκρίνει την έξοδο, ή θα αφήνει το ζήτημα ανοικτό (καμιά θυσία για το Ευρώ), θα προσπαθήσει να εφαρμόσει το πρόγραμμα της και να αφήσει ο λαός να δει με τα μάτια του τη στάση της Ευρωπαϊκή Ένωσης. Και τα δυο δεν γίνονται. Και τέλος τι είναι τα “κηρύγματα απο τον άμβωνα του επαναστατικού μαρξισμού” αν όχι άρθρα σαν το σχολιαζόμενο, και γενικά η πολιτική της ΑΝΤΑΡΣΥΑ;
θα μπορούσαμε να σταματήσουμε εδώ . Όμως έχει ενδιαφέρον να δούμε μια σειρά άλλες θέσεις του άρθρου.
  1. Κάνει μακροσκελείς ιστορικές αναφορές όσον αφορά τις ιδιοτελείς προθέσεις της αστικής τάξης και τους σχεδιασμούς της. Σε γενικές γραμμές όλοι συμφωνούμε. Τι συμπέρασμα βγαίνει όμως απο αυτό; Κανένα. Απλά προσπαθήσει να δημιουργήσει αντιΕΕ αντανακλαστικά. Κατ αναλογίαν και τα εθνικά κράτη σχηματίστηκαν με ανάλογες προθέσεις, μήπως πρέπει σήμερα η Αριστερά να υποστηρίζει τις αποσχιστικές κινήσεις όπως πχ στη Βενετία, τη Σκωτία, τή Καταλωνία, ή παλιότερα της Λίγκας της Βόρειας Ιταλίας; μήπως μόλις η Αριστερά κερδίσει ένα Δήμο να βάλει ζήτημα για αποχώρηση απο την καπιταλιστική, μνημονική Ελλάδα του Σαμαρά; αστεία πράγματα...
  2. Κρούει ανοικτές θύρες προσπαθώντας να αναλύσει τι; τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πράγμα που φυσικά αποτελεί κοινό τόπο για την Αριστερά. Αναγκάζεται όμως αργότερα να αναγνωρίσει ότι ο ελληνικός καπιταλισμός γενικά προόδευσε με την συμμετοχή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση : γράφει πχ “Ο Γιάννης Μηλιός έχει όλο το δίκιο με το μέρος του όταν καταπολεμά τις «πατριωτικές» αναλύσεις που θέλουν την Ελλάδα γενικά να υποβαθμίζεται διαρκώς στο διεθνή καταμερισμό εργασίας από τη στιγμή που άρχισε να εφαρμόζεται η συμφωνία σύνδεσης με την ΕΟΚ μέχρι τις μέρες μας. Τόσο οι δεκαετίες του ’60 και του ’70 όσο και η δεκαετία που προηγήθηκε της κρίσης της ευρωζώνης είδαν τον ελληνικό καπιταλισμό να ανεβαίνει στην κλίμακα της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας, κλείνοντας ως ένα βαθμό την ψαλίδα με τις χώρες του κέντρου”. Παραβλέπει όμως ο Π. Παπακωνσταντίνου να αναφέρει ότι η συμμετοχή είχε σαν κύρια συνέπεια την διαπλοκή της ελληνικής οικονομίας, το βάθεμα του καταμερισμού εργασίας, πράγμα που καθιστά μεγαλύτερο το κόστος αποδέσμευσης. Γενικά η ανάλυση του σε αυτό το σημείο θυμίζει κάποιον που δεν αγοράζει ψωμί κινδυνεύοντας να πεθάνει απο την πείνα επειδή ο φούρναρης κερδίζει ή αισχροκερδεί πουλώντας το.
  3. Κάνει αναφορά στη μετάλλαξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης απο σοσιαλδημοκρατική σε νεοφιλελεύθερη. Πράγμα καθόλου περίεργο αφού έτσι κινείται ο παγκόσμιος καπιταλισμός. Αλλά αφού η Ευρώπη μπορεί να αλλάζει προς το χειρότερο, λογικό είναι να υποθέσουμε ότι μπορεί να αλλάξει και προς το καλλίτερο. Όλα είναι θέμα συσχετισμών και ταξικής πάλης, που απουσιάζει ουσιαστικά απο την ανάλυση του, αν και την επικαλείται 2-3 φορές φραστικά. Όμως ο Π. Παπακωνσταντίνου επιμένει επικαλούμενος την συνηγορία Γάλλου οικονομολόγου: Δεν υπάρχει κανείς λόγος να περιμένουμε μια τέτοια (προοδευτική) στροφή από την Ευρωπαϊκή Ένωση”.
  4. Νομίζει ότι ξεμπερδεύει με τα θεωρητικά ζητήματα (σοσιαλισμός σε μια χώρα, διεθνοποίηση και ολοκληρώσεις, επιστροφή σε “πατριωτικές”, “αντιιμπεριαλιστικές” στρατηγικές και θεωρίες της εξάρτησης) χαρακτηρίζοντας τα τα σαν γενικόλογη θεωρητικολογία, αλλά επικαλείται τον Λένιν του 1915 σε ένα αμφιλεγόμενο χωρίο του για τις Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, απο το οποίο συνάγεται απλά ότι με καπιταλιστικά κράτη θα έχουμε και καπιταλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση. Σπουδαία ανακάλυψη!
  5. η ιστορική εξέλιξη δικαίωσε τον Λένιν”. Εδώ θέλει κάποια συζήτηση για το κατά πόσο δικαιώθηκε ο Λένιν, και αν η τραγική κατάληξη της ΕΣΣΔ, που απο φάρος της ανθρωπότητας κατέληξε στο να γίνει βαρίδι για τις ιδέες του κομμουνισμού και του μαρξισμού, συνηγορούν με την εκτίμηση του Π. Παπακωνσταντίνου.
  6. χαρακτηριστικό της αδυναμίας των αναλυτικών εργαλείων του άρθρου είναι η παράθεση επιστολής του Ένγκελς στον Κάουτσκι που αφορά στην ανεξαρτησία μιας Πολωνίας υπό κατοχή(!!).
  7. ενδεικτικά των στοιχείων πολιτικής που πρεσβεύει η άποψη η στρατηγική της εξόδου είναι οι “απώλειες” όπως η αδυναμία επιβολής δασμών, ή η στήριξη προβληματικών επιχειρήσεων. Και αυτό όταν σε άλλη παράγραφο αναφέρεται ότι δεν προκρίνεται η πολιτική οικονομικής αυτάρκειας. Για να μην σχολιάσουμε και την απώλεια των ...κοινοτικών επιχορηγήσεων σαν ποινή παρεκκλίσεων, λες και αν αποδεσμευτούμε θα τις διατηρήσουμε.
  8. ειδικά για τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό: εδώ όχι μόνο στο κείμενο του Π. Παπακωνσταντίνου αλλά στην πλειοψηφία των θιασωτών της εξόδου υπάρχει μια τεράστια αντίφαση. Διαμαρτύρονται και διαφωνούν για την επιδίωξη ισοσκελισμένου προϋπολογισμού, ενώ έξοδος και στάση πληρωμών έχει πρωταρχική προϋπόθεση τον ισοσκελισμένο προϋπολογισμό, που αν δεν τον έχεις ήδη, θα επιβληθεί εκ των πραγμάτων βίαια και με ανεξέλεγκτο τρόπο. Εκτός αν θεωρούν ότι η δυνατότητα να κόψεις πληθωριστικό χρήμα αντιμετωπίζει το πρόβλημα. Πληθωριστικό χρήμα σημαίνει μέσω μεγάλου πληθωρισμού, και στην ουσία δανεισμό εσωτερικό, υποχρεωτικό και όχι εθελοντικό, και άγρια λιτότητα για τους πιο αδύνατους, αλλά και βίαιη ανακατανομή σε όφελος εχόντων -στο σεντούκι ή καλλίτερα στο εξωτερικό- Ευρώ. Ότι διώχνεις απο την πόρτα μπαίνει απο το παράθυρο και μάλιστα συνοδευόμενο απο τα καλούδια της αισχροκέρδειας, της μαύρης αγοράς, του διπλού νομίσματος, της νομισματικής κερδοσκοπίας κτλ.
Συνοπτικά: έχουμε ένα άκρως αντιφατικό κείμενο. Οι τελευταίες παράγραφοι αναιρούν στην ουσία τον βασικό κορμό του κειμένου. Προφανώς προσπαθεί να ικανοποιήσει και τον θεωρητικό πλαίσιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και να μην εκθέτει εντελώς προηγούμενες επεξεργασίες του ίδιου. Έτσι όμως παράγεται ένα κείμενο που δημιουργεί σύγχυση. Επίσης δεν κάνει καμιά αναφορά στον πολιτικό συσχετισμό, πάει να συνάγει πολιτικά συμπεράσματα απο μια θεωρητική ανάλυση, και μάλιστα αμφιλεγόμενη. Τελικά πάει πίσω και απο τις επεξεργασίες του πρόσφατου βιβλίου του. Επανέρχεται σε μια πολιτική-στρατηγική φθοράς του ΣΥΡΙΖΑ αντί να προκρίνει το ενιαίο μέτωπο για την ανατροπή του Σαμαρά-μνημονίου. 
 
i Δημοσιεύτηκε και στην ιστοσελίδα ΙΣΚΡΑ http://www.iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=16274:2014-05-10-09-25-37&catid=54:anpolitiki&Itemid=284

2/5/14

ξανά για τις πολιτικές συνεργασίες...


(ανταπάντηση σε παρέμβαση του Κ. Βλάσση στο corfupress.com)

Στην μικρή μου παρέμβαση για τις πολιτικές συνεργασίες που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Νέας Ριζοσπαστικής Κίνησηςi, ο σύντροφος Κ. Βλάσσης απαντά με ένα σχετικά μακροσκελές άρθροii. Νομίζω ότι θα ήταν προς όφελος της κοινής μας υπόθεσης να ξεκαθαρίσουμε 2-3 ζητήματα, πολύ περισσότερο που το ύφος του άρθρου του είναι και κόσμιο και στα πλαίσια της ευπρέπειας για συζήτηση αριστερών (πράγμα καθόλου αυτονόητο αν δει κανείς πολλά απαράδεκτα άρθρα πολεμικής που δημοσιεύονται τελευταία).

Τι είναι πολιτική;

Ποια είναι η ουσία των διαφορών μας; νομίζω δεν θα αδικήσω το άρθρο του Κ. Βλάσση αν αναφέρω ένα δικό του απόσπασμα: “Για την Αριστερά, το πολιτικό πρόγραμμα είναι σχεδόν το Α και το Ω στην πολιτική της και συνεπώς οδηγός για την πολιτική συμμαχιών. Οφείλει να καταθέσει ένα τέτοιο πρόγραμμα, με το οποίο να απευθύνεται στα λαϊκά στρώματα, να τα πείθει, να τα ριζοσπαστικοποιεί” (η υπογράμμιση δική μου).
Με απλά λόγια ο Κ. Βλάσσης υποβιβάζει την πολιτική σε προπαγάνδα, σε παιδαγωγική και υποβιβάζει ένα κόμμα σε όμιλο θεωρίας. Δηλαδή καταλαβαίνει σαν πολιτική ακριβώς αυτό που ΔΕΝ είναι πολιτική. Η πολιτική δεν πάει να “πείσει” και να “ριζοσπαστικοποιήσει”, ξεκινάει απο το σημερινό επίπεδο συνείδησης και πάει με βάση αυτό να αλλάξει τον συσχετισμό δυνάμεων,” να δημιουργήσει πλειοψηφία, ώστε να πάρει την εξουσία. Ο Λένιν πήρε την εξουσία με τρία, απλά, αστικά αιτήματα: ειρήνη, ψωμί, διανομή της γης (δηλαδή παραιτούμενος απο το πρόγραμμα των μπολσεβίκων, που μίλαγε για εθνικοποίηση και υιοθετώντας το πρόγραμμα των εσέρων για μοίρασμα της γης, κάνοντας “δεξιά” στροφή σύμφωνα με την ορολογία του συρμού). Αν πήγαινε με την αντίληψη του Κ. Βλάσση να “πείσει” τα εκατομμύρια καθυστερημένους αγρότες ότι το μπολσεβίκικο πρόγραμμα για εθνικοποίηση της γης ήταν καλλίτερο και πιο ριζοσπαστικό, απο το μικροαστικό εσέρικο για μοίρασμα, φυσικά δεν θα είχε γίνει η επανάσταση. Αυτή και μόνο η διαφορά εξηγεί απο ότι φαίνεται, όλη την πολιτική σύγχυση που πηγάζει και για τα υπόλοιπα ζητήματα που έχουμε διαφωνίες, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος των συνεργασιών. Με μια αριστερά του 3-4% αυτό δεν είχε τόση σημασία. Με μια αριστερά που βάζει θέμα εξουσίας, άρα φιλοδοξεί να κερδίσει την πλειοψηφία αυτό έχει τεράστια διαφορά, ή καλλίτερα είναι η διαφορά της νίκης απο την ήττα.

Τι είναι το ενιαίο μέτωπο των εργαζομένων;

Σχεδόν οτιδήποτε λέει ο Κ. Βλάσσης για την στρατηγική του ενιαίου μετώπου είναι δυστυχώς λάθος. Κατ αρχάς το κομμουνιστικό κίνημα δεν είχε για το θέμα αυτό ενιαία πολιτική διαχρονικά, άλλαζε θέσεις όχι μόνο λόγω συνθηκών αλλά και σαν αποτέλεσμα σκληρής εσωκομματικής ιδεολογικής και πολιτικής πάλης, και μάλιστα μετά απο ήττες.
Η αρχική επεξεργασία όσο ζούσε ο Λένιν ακόμα, ήρθε σαν αποτέλεσμα της συνειδητοποίησης ότι η συνεργασία με τους λεγόμενους “ρεφορμιστές” είναι ο μοναδικός τρόπος, ώστε ταυτόχρονα και να αντιπαλεύεται η πολιτική της αστικής τάξης και να αλλάζει ο εσωτερικός συσχετισμός στα πλαίσια της αριστεράς. Δηλαδή η θεμιτή ιδεολογική ενδοαριστερή διαπάλη να διεξάγεται με τρόπο που να μην βοηθά τον αντίπαλο, αλλά να τον αδυνατίζει. Αρχικά η συνεργασία περιοριζότανε στην βάση, αλλά μετά επεκτάθηκε και στις κορυφές, έφτανε μέχρι την εκλογική συνεργασία με την σοσιαλδημοκρατία, για κοινή εργατική κυβέρνηση.
Αργότερα η στρατηγική αυτή αντικαθίσταται απο την σεκταριστική και επικίνδυνη στρατηγική του “σοσιαλφασισμού”, που με απλά λόγια ήταν η στρατηγική να θεωρεί την σοσιαλδημοκρατία και ιδιαίτερα την αριστερή της πτέρυγα, κύριο εχθρό. Αυτή η πολιτική οδήγησε σε στρατηγική ήττα και διευκόλυνε τη νίκη του ναζισμού. Παρόμοια στρατηγική υιοθετείται σήμερα απο το ΚΚΕ και από όσους θεωρούν τον ΣΥΡΙΖΑ σαν κύριο εχθρό, με συνέπεια να μην συνεργάζονται μαζί του στην βάση ενός κοινού προγράμματος και έτσι να διευκολύνουν την παραμονή της αστικής μνημονιακής πολιτικής, προσπαθώντας να κεφαλαιοποιήσουν πιθανή αποτυχία.
Με την τραγική συνειδητοποίηση των ολέθριων αποτελεσμάτων της στρατηγικής του “σοσιαλφασισμού” (άνοδος ναζισμού στην εξουσία) αλλάζει πάλι η στρατηγική, επανέρχεται το ενιαίο μέτωπο, μαζί με το παλλαϊκό μέτωπο, δηλαδή την στρατηγική που πρόβλεπε συνεργασίες και με αστικά κόμματα για την αποτροπή της ναζιστικής απειλής. Με βάση αυτήν την στρατηγική ανδρώθηκαν τα ΚΚ, και μάλιστα στην Ελλάδα είχαμε την εποποιία της εαμικής αντίστασης. Αν μέναμε στην πολιτική του σοσιαλφασισμού, δηλαδή να θεωρούνται οι σοσιαλιστές και οι άλλοι αστοί πολιτικοί που συγκρότησαν μαζί με τους κομμουνιστές το ΕΑΜ σαν κύριος εχθρός, δεν θα είχαμε το ΕΑΜ και το έπος της αντίστασης. Και όμως αυτή την πολιτική στην ουσία υπερασπίζεται ο Κ. Βλάσσης σήμερα!

Ανακρίβειες και αντιφάσεις.

Θα μπορούσαμε να σταματήσουμε εδώ. Όμως στο άρθρο υπάρχουν μια σειρά ανακρίβειες και αρκετές αντιφάσεις που θα θέλαμε να συζητήσουμε, όχι απο διάθεση να κολλήσουμε τον σύντροφο στον τοίχο, αλλά γιατί πιστεύουμε ότι μόνο όφελος μπορεί να προκύψει απο αυτό.
  1. ανακρίβεια πρώτη: “η Λαϊκή Συσπείρωση και ο Κ. Φαγογένης στηλίτευσαν τη σύμπραξη της παράταξης Νικολούζου με αυτήν του ΠΑΣΟΚ”. Η συνεργασία κάποιων στελεχών (η πλειοψηφία τους μοιράστηκε σε άλλους συνδυασμούς) και μάλιστα συνεργασία κόντρα στην λυσσασμένη αντιΣΥΡΙΖΑ πολιτική του ΠΑΣΟΚ-Βενιζέλου, βαφτίζεται συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ. Να ρωτήσουμε και εμείς κάτι: όλοι οι υποψήφιοι της ΛΑΣΥ είναι αριστεροί; και αυτοί που έφυγαν στο και 5' για να πάνε σε Τρεπεκλή-Υδραίου;
  2. ανακρίβεια δεύτερη: “Συνεπώς, η κύρια λογική του κ. Δ. Πολίτη ότι, εφόσον γενικά οι συνεργασίες είναι αποδεκτές από το λενινισμό, άρα, οι συγκεκριμένες που κάνει η παράταξη του κ. Νικολούζου είναι…. η εφαρμογή του λενινισμού στο σήμερα, ...”. Εμείς δεν ισχυριστήκαμε ότι όλες οι συνεργασίες είναι εφαρμογή του λενινισμού. Ισχυριστήκαμε ότι το να μην κάνεις καμιά, μα καμιά, συνεργασία είναι περιφρόνηση του λενινισμού. Ας μας πουν ποιά συνεργασία κάνει το ΚΚΕ. Ακόμα και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ την κατηγορεί οπορτουνιστική και της επιφυλάσσει το χειρότερο υβρεολόγιο. Ακόμα και το ΕΑΜ ο Μαίλης το έβγαλε οπορτουνιστικό, πάει να ξαναγράψει την ιστορία με βάση το δόγμα “καμιά συνεργασία”.
  3. Ανακρίβεια τρίτη: “Υιοθετεί, δηλαδή, ο κ. Πολίτης τον ίδιο ιδεολογικό εκβιασμό που έκανε επί δεκαετίες το Πασόκ στους ψηφοφόρους της Αριστεράς δήθεν «για να φύγει η δεξιά»”. Αν θυμάται ο Κ. Βλάσσης τότε το ΚΚΕ ζητούσε επίμονα απο το ΠΑΣΟΚ να συνεργαστούν στη βάση ενός προγράμματος, και ήταν το ΠΑΣΟΚ που αρνιότανε, για αυτό το ότι ζητούσε να ψηφιστεί απο τους αριστερούς ήταν εκβιασμός. Σήμερα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ που καλεί σε συνεργασία, και είναι οι ΚΚΕ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ που αρνούνται στο όνομα της καθαρότητας, άρα εκβιασμός είναι να ζητούνε στο όνομα της “καθαρότητας” την αριστερή ψήφο απο ψηφοφόρους που θέλουν διώξουν το Σαμαρά και τα μνημόνια απο την εξουσία.
  4. Ανακρίβεια τέταρτη: “ η τακτική του ενιαίου μετώπου δεν σημαίνει καθόλου μια εκλογική σύμπραξη...”. Νομίζω είναι καιρός να τελειώνουμε με αυτήν την σύγχυση (για να μην πούμε τίποτα βαρύτερο). Πέραν τού ότι και η στρατηγική του ενιαίου μετώπου, όχι είναι αλήθεια απο την αρχή, αλλά όσο ωρίμαζε σαν ιδέα, μιλούσε και για εργατική κυβέρνηση με ή χωρίς τους κομμουνιστές, ας δούμε πως ο Λένιν αντιμετώπιζε γενικά το ζήτημα. Στην Αγγλία το 1920 κυβερνούσαν οι συντηρητικοί. Το ρεφορμιστικό εργατικό κόμμα διεκδικούσε την εξουσία. Οι “αριστεροί” κομμουνιστές (Σύλβια Πάνκχερστ) θεωρούσαν ότι αργά η γρήγορα οι εργατικοί θα κερδίσουν και άρα έπρεπε όχι να τους υποστηρίξουν αλλά να προετοιμάζονται για την ανατροπή τους. Ο Λένιν στόλισε με το γνωστό του ύφος τους Άγγλους συντρόφους και τους είπε ότι όχι μόνο έπρεπε να επιδιώξουν συνεργασία, αλλά ακόμα και αν οι Εργατικοί αρνηθούν την συνεργασία οι κομμουνιστές πρέπει να τους υποστηρίξουν μονομερώς μη βάζοντας υποψήφιους, για την ακρίβεια να τους αναγκάσουν να νικήσουν. Όλα αυτά τα έγραψε σε μπροσούρα που μοίρασε στους αντιπροσώπους στο 3ο συνέδριο της Διεθνούς και όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να τα διαβάσει στον 41ο τόμο των απάντων.
  5. Ανακρίβεια πέμπτη: “ να γίνει κατανοητό ότι όταν λέμε για τη σοσιαλδημοκρατία της εποχής, εννοούμε κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που γνωρίζουμε ως σοσιαλδημοκρατικό χώρο σήμερα”. Η στρατηγική του ενιαίου μετώπου με τους σοσιαλδημοκράτες υιοθετήθηκε 2-3 χρόνια αφού οι σοσιαλδημοκράτες είχαν βάψει τα χέρια τους με το αίμα των Λούξεμπουργκ και Λίμπκνεχτ. Με τέτοια σοσιαλδημοκρατία προέτρεπε ο Λένιν την συνεργασία. Και για όνομα του θεού δεν μιλάμε για την σοσιαλδημοκρατία, αλλά για τον ΣΥΡΙΖΑ, ένα αριστερό κόμμα, όσο και ρεφορμιστικό αν το θεωρεί κάποιος “επαναστάτης”.
  6. Ανακρίβεια έκτη:το ΚΚΕ παλεύει για την αποδέσμευση απο την Ευρωπαϊκή Ένωση; όχι βέβαια! Το θεωρεί οπορτουνισμό, αν δεν έχει όλη την εξουσία.“Μην πέσετε στην παγίδα των δήθεν «επαναστατικών», «ανατρεπτικών», «αριστερών» κομμάτων και ομάδων που σας τάζουν καλύτερες μέρες, με έξοδο από την Ευρωζώνη, με αλλαγή νομίσματος, με έξοδο από την ΕΕ, ενώ θα παραμένουν στην εξουσία οι μονοπωλιακοί όμιλοι, η πλουτοκρατία.”(απο την φετεινή διακήρυξη του ΚΚΕ για τις ευρωεκλογές). Άρα πριν πάρει όλη την εξουσία, η “αποδέσμευση θα είναι καταστροφή” (Παπαρήγα). Μια κουβέντα ακόμα. Φυσικά και ο ΣΥΡΙΖΑ, και κάθε λογικός άνθρωπος καταλαβαίνει ότι αν η Αριστερά πάρει όλη την εξουσία στην Ελλάδα (και όχι μόνο την κυβέρνηση), και αντίθετα στην Ευρώπη παραμένουν στην σημερινή κατάσταση, και αν ήταν δυνατόν να οικοδομηθεί σοσιαλισμός σε μια χώρα, προφανώς δεν θα είχαμε καμιά θέση σε μια τέτοια Ευρωπαϊκή Ένωση λόγω πλήρους ασυμβατότητας. Τώρα το γιατί στην Ελλάδα θα είχαμε τόσο ριζική αλλαγή συσχετισμού δυνάμεων αλλά στην Ευρώπη όχι, αυτό είναι κάτι που πρέπει να εξηγηθεί. Επίσης το ότι η θεωρία της οικοδόμησης σε μια χώρα χρεοκόπησε είναι ένα ζήτημα που απο ότι φαίνεται ακόμα δεν έχει συνειδητοποιηθεί απο κάποιους, παρά την περιπέτεια του “υπαρκτού”.
  7. Αντίφαση πρώτη: “Η λογική, λοιπόν, του Ενιαίου Μετώπου ήταν να ενώσει την εργατική τάξη απαντώντας στον κατακερματισμό που ωφελούσε την αστική”. Γιατί τότε η διάσπαση ωφελούσε την αστική τάξη και τώρα η ίδια διάσπαση δεν την ωφελεί, μένει να το ανακαλύψουμε.
  8. Αντίφαση δεύτερη: “η εμφάνιση του φασισμού έπαιξε επίσης το ρόλο της στην υιοθέτηση της τακτικής του Ενιαίου Μετώπου”. Δηλαδή το μνημόνιο και η ανθρωπιστική κρίση δεν είναι ίδια και μεγαλύτερη καταστροφή; αλήθεια ζούμε στην ίδια χώρα;
  9. Αντίφαση τρίτη: “Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι εργατικό κόμμα”. Θέλει πολύ συζήτηση για την τυπολογία των κομμάτων, πάντως και ο Κ. Βλάσσης δεν αμφισβητεί ότι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κερδίσει την πλειοψηφία του κόσμου της μισθωτής εργασίας. Από αυτή την άποψη, η στρατηγική του ενιαίου μετώπου έχει πλήρη εφαρμογή, τουλάχιστον όσον αφορά την ανάγκη συμμετοχής του ΣΥΡΙΖΑ, περισσότερο μάλιστα και απο το ΚΚΕ, και συζητιέται αν περιλαμβάνει την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, που η επιρροή της περιορίζεται σε ομάδες διανοουμένων και φοιτητών.

Τελικά το κείμενο αδυνατεί να απαντήσει στο αν η απομάκρυνση των Σαμαρά-Βενιζέλου και των μνημονιακών πολιτικών που ακολουθούν ενδιαφέρει το ΚΚΕ, την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τον Κ. Βλάσση. Ενδιαφέρει όμως σίγουρα την πλειοψηφία του σκληρά δοκιμαζόμενου κόσμου της μισθωτής εργασίας και των μεσαίων στρωμάτων. Θα είναι δυστύχημα η ιστορική αυτή ευκαιρία να μην ευοδωθεί απο την μικροκομματική και αδιέξοδη αυταπάτη της άλλης Αριστεράς ότι μπορεί να κεφαλαιοποιήσει πιθανή αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ, και να εργάζεται απο τώρα για αυτό.

ihttp://www.neriki.gr/interferences/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CE%BD%CF%8D%CF%83%CE%B7%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82/
iihttp://www.corfupress.com/v3/itemid-fix7/37769-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%8E%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%BF%CF%86%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CF%8C%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7






19/4/14

για τις πολιτικες συνεργασίες.





    "να κάνεις πόλεμο για την ανατροπή ...και να παραιτείσαι προκαταβολικά από συμφωνίες και συμβιβασμούς με τους ενδεχόμενους (έστω και προσωρινούς, ασταθείς, ταλαντευόμενους, συμβατικούς) συμμάχους δεν είναι πράγμα σε αφάνταστο βαθμό γελοίο;"
    (Λένιν άπαντα τ. 41. σελ. 54)
    όλη η ιστορία του μπολσεβικισμού... είναι γεμάτη απο περιπτώσεις συμφωνιών, συμβιβασμών με άλλα κόμματα, χωρίς να αποκλείονται και τα αστικά κόμματα”.
    (Λένιν, άπαντα τ. 41, σελ. 54)




  1. με αφορμή την αυτοδιοικητική συνεργασία του ψηφοδελτίου του ΣΥΡΙΖΑ στην Κέρκυρα με κάποια στελέχη του ΠΑΣΟΚ, αλλά και γενικότερα την συζήτηση που έχει ανοίξει για ορισμένες επιλογές συνεργασιών και την κατάρτιση του ευρωψηφοδελτίου επιβάλλεται να ξαναμιλήσουμε για το ζήτημα των συνεργασιών. Επειδή τα πολύ θεωρητικά μπορεί να μπερδεύουν κάποιους ας κάνουμε μια μεταφορά. Υποθέστε ότι σε μια γειτονιά μια συμμορία επιτίθεται σε έναν “φίλο” σας. Εκείνος μόνος είναι φανερό ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα. Εσείς δεν θέλετε να τον βοηθάτε είτε απο φόβο είτε απο την σκοπιμότητα ότι αν τις φάει θα ξεφτιλιστεί και έτσι θα κερδίσετε το κορίτσι που διεκδικείτε και οι δυο. Αν στην επικείμενη συμπλοκή χτυπήσει άσκημα ή και σκοτωθεί δεν θα είστε συνυπεύθυνος; Παραπέρα. Ένας απο την συμμορία για διάφορους λόγους ξεκόβει και πάει να τον βοηθήσει (για τους δικούς του λόγους φυσικά, πιθανά για να εξιλεωθεί ή να γλυτώσει απο πιθανή δίωξη της συμμορίας). Ο φίλος σας αποδέχεται την βοήθεια, και έτσι γλυτώνει το ξύλο ή και τα χειρότερα. Έχετε τότε δικαίωμα να τον κατηγορήσετε ότι κακώς αποδέχτηκε την βοήθεια απο έναν πρώην συμμορίτη με βεβαρυμένο παρελθόν, που χθες ακόμα ήταν στην συμμορία και βάραγε κόσμο και να ισχυρίζεστε ότι έτσι ο φίλος σας γίνεται κολυμβήθρα του Σιλωάμ; και αν το κάνατε δεν θα φαινόσαστε εντελώς γελοίος;
  2. ακριβώς αυτή είναι η κριτική που γίνεται στον ΣΥΡΙΖΑ. Στην Κέρκυρα το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να συγκροτήσει ψηφοδέλτιο. Ένα μέρος του στήριξε το ψηφοδέλτιο της Υδραίου, ένα άλλο τον Τρεπεκλή (Δαγκλή), και ένα τρίτο, σε αντίθεση με τον λυσσασμένο αντι-συριζιτισμό του Βενιζέλου συνεργάστηκε με το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, κάτω απο το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Το πιο πιθανό είναι να διατηρούν τις απόψεις τους. Προφανώς έρχονται για τους δικούς τους λόγους. Αντικειμενικά όμως βοηθάνε την λαϊκή προσπάθεια για νίκη και απαλλαγή απο τα μνημόνια και την πολιτική τους. Βοηθάνε στο να αλλάξει ο συσχετισμός προς την μεριά των αντιμνημονιακών δυνάμεων. Είναι σταθεροί σύμμαχοι; ο καιρός θα δείξει, αλλά και αν δεν είναι (σύμφωνα και με το Λένιν όπως παραθέσαμε στην αρχή) δεν υπάρχει πρόβλημα. Μήπως αλλοιώσουν την φυσιογνωμία του ψηφοδελτίου; είναι δυνατόν 2 υποψήφιοι σε σύνολο 500 να επιτύχουν κάτι τέτοιο ακόμα και αν το ήθελαν; Θα βοηθήσει η παρουσία τους; τα αποτελέσματα θα δείξουν. Αν εκλεγούν σημαίνει ότι φέραν κόσμο που αλλιώς θα ενίσχυε τα μνημονιακά ψηφοδέλτια. Και αν εκλεγούν τι αποφάσεις θα εφαρμόζουν; οι αποφάσεις θα παίρνονται συλλογικά και στην βάση του προγράμματος που είναι του ΣΥΡΙΖΑ. Άρα δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος; Δεν λέμε τέτοιο πράγμα, σε κάθε συνεργασία κάτι κερδίζεις και κάτι χάνεις, απλά πρέπει να έχει την ικανότητα να ζυγίσεις τι είναι το κύριο.
  3. Η ειρωνεία του πράγματος είναι ότι η κριτική πέραν απο τους Σαμαρικούς που κατηγορούν ότι πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ έρχονται στον ΣΥΡΙΖΑ την ίδια στιγμή που αυτοί συγκυβερνούν με το βαθύ ΠΑΣΟΚ της διαπλοκής, και μάλιστα του προσφέρουν ομπρέλα προστασίας και ατιμωρησία χάριν της συγκυβέρνησης (πχ υπόθεση υποβρυχίων), κριτική ασκείται και απο τα “αριστερά”. ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ “αγανακτούν” με αυτές τις συνεργασίες και σηκώνουν εκκωφαντικό θόρυβο. Αλλά προς τι όλα αυτά; γιατί δεν συνεργάζονται αυτοί στην βάση ενός κοινού προγράμματος όπως επαλειμμένα τους έχει προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ; και μιας ορκίζονται στον Λένιν γιατί δεν ακολουθούν την λενινιστική πολιτική του ενιαίου μετώπου προκειμένου η θεμιτή αντιπαλότητα τους στον ΣΥΡΙΖΑ να μην ενισχύει τον αντίπαλο αλλά να βοηθάει στην ανατροπή του; γιατί αποσύρονται απο το πολιτικό διακύβευμα της συγκυρίας, που είναι η ανατροπή των μνημονίων και της Σαμαροβενιζελικής κυβέρνησης, με στόχο να επενδύσουν σε μια πιθανή αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ; Αυταπατώνται αν νομίζουν ότι θα κερδίσουν απο μια τέτοια αποτυχία. Τίποτα δεν διδάχτηκαν απο τις ανατροπές στην ΕΣΣΔ. Η αποτυχία του “υπαρκτού” συμπαρέσυρε όλες τις τάσεις της αριστεράς ακόμα και αυτές που είχαν κριτική στάση απέναντι της. Το ίδιο θα συμβεί και απο μια πιθανή αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα. Θα είναι ήττα όλης της Αριστεράς και όχι μόνο του ΣΥΡΙΖΑ. Το τραγικό όμως είναι ότι θα είναι ήττα του λαού.
  4. Και κάτι τελευταίο. Λένε ότι “δεν το λέμε μόνο εμείς αλλά και η αριστερή πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ λέει τα ίδια”. Δεν είμαι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ και μπορώ να μιλήσω ανοικτά. Εδώ και καιρό έχω καταλήξει στην εκτίμηση ότι μάλλον η αριστερή πλατφόρμα, βλέποντας τις τεράστιες δυσκολίες του εγχειρήματος (οικονομικές και πολιτικές), την μεγάλη ανωριμότητα του ΣΥΡΙΖΑ που συμπεριφέρεται ακόμα σαν ένα κόμμα του 4%, την λαϊκή συνείδηση και ωριμότητα που ομολογουμένως δεν είναι και η καλλίτερη δυνατή (μικροαστισμός, καταναλωτισμός, λογική ανάθεσης κτλ), και γενικά τον συσχετισμό των δυνάμεων, μάλλον έχει προσανατολιστεί στο ότι δεν αξίζει να δοκιμάσουμε να νικήσουμε διότι πιθανά να ξεφτιλιστούμε. Και απο ότι φαίνεται προσπαθεί να αποτρέψει τον σχηματισμό πλειοψηφίας με την προβολή ενός υπεραριστερού προγράμματος, με την συνεχή επίκληση του ζητήματος της εξόδου απο την Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν συγκεντρώνει πλειοψηφία, με κάλεσμα για νέα ...ριζοσπαστικοποίηση (όταν έχεις ένα εκλογικό σώμα που δηλώνει μόνο κατά 15% αριστερό, και κατά 90% θρησκευόμενο!), με περιορισμό των συνεργασιών και γκρίνια για κάθε διεύρυνση απο στελέχη που εγκαταλείπουν τον δικομματισμό. Μακάρι να κάνω λάθος αλλά αυτή την εντύπωση δίνει. Έχω και εγώ παρόμοιες επιφυλάξεις. Αλλά ποτέ η ιστορία δεν περίμενε τις τάξεις, τα κόμματα, τις προσωπικότητες να είναι πανέτοιμοι . Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, ιστορικές μάχες δόθηκαν απο εντελώς ανέτοιμες δυνάμεις, κάτι που έμοιαζε σαν “έφοδος στον ουρανό'. Ο Μαρξ εκτιμούσε ότι η Κομμούνα το 1871 ήταν πρόωρη (και είχε δίκιο), και η Λούξεμουργκ πάλι εκτιμούσε ότι η εξέγερση το 1918 στην Γερμανία ήταν πρόωρη αλλά μετείχε σε αυτήν και έδωσε την ζωή της. Και το ΕΑΜ ξεκίνησε με λίγες δεκάδες αποδεκατισμένα στελέχη και έφτασε στα πρόθυρα της εξουσίας, με βάση την πιο πλατιά ενωτική πολιτική. Ακόμα θυμάμαι τον Χ Φλωράκη να λέει απαντώντας σε κριτική για την πολιτική συνεργασιών του ΚΚΕ τις δεκαετίες του '70 και '80 ότι στο ΕΑΜ συνεργάστηκαν ακόμα και με βασιλικούς. Άλλο τώρα αν το ΚΚΕ τον αποκαθηλώνει πολιτικά και αυτόν και όλην την ηρωική εαμική ιστορία. Άρα λοιπόν είμαστε “καταδικασμένοι” να προσπαθήσουμε να νικήσουμε. Το χρωστάμε στον λαό μας. Και φυσικά ο πανευρωπαϊκός αντίκτυπος μιας νίκης του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοτικές αλλά κύρια στις ευρωπαϊκές εκλογές μπορεί να αποδειχτεί ιστορικής σημασίας.





10/4/14

Πόσο αριστερό είναι το αίτημα για έξοδο απο την Ευρωπαική Ένωση;


Περίληψη ομιλίας σε εκδήλωση της Συμπόρευσης.
(Κέρκυρα- Απρίλης 2014).

α) τρία θεωρητικά προλεγόμενα.

Για να προσεγγίσουμε το ζήτημα της εξόδου απο την Ευρωπαϊκή Ένωση απο μαρξιστική άποψη, θα πρέπει κατά την γνώμη μας να εξετάσουμε πρώτα τρία κρίσιμα θεωρητικά ζητήματα.

  1. σοσιαλισμός σε μια χώρα;

Είναι γνωστή η θεωρητική αντίληψη που ταλαιπώρησε το επαναστατικό κίνημα (τουλάχιστον την συντριπτική πλειοψηφία του, εξαιρουμένων των τροτσκιστικών ομάδων) μέχρι την κατάρρευση των κοινωνιών του “υπαρκτού”. Αυτό που ίσως δεν είναι τόσο γνωστό είναι ότι αυτή η “θεωρία”, διαμετρικά αντίθετη απο τις αντιλήψεις του Μαρξ, δεν ήταν θεωρητική επιλογή των μπολσεβίκων αλλά επιβλήθηκε απο την τροπή που πήραν τα γεγονότα, δηλαδή μετά την αποτυχία της επανάστασης στην αναπτυγμένη Δύση. Το λενινιστικό σχέδιο του αδύνατου κρίκου δεν ήταν με κανένα τρόπο σχέδιο σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε μια, και μάλιστα καθυστερημένη χώρα, προϋπέθετε να αρχίσει η επανάσταση στον αδύνατο κρίκο (τότε Ρωσία) και να ολοκληρωθεί με επαναστάσεις στην Δύση.
Το 1918 γράφει ο Λένιν “…δεν μπορεί να νοηθεί πλήρης νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια μόνο χώρα, αλλά απαιτείται η πιο δραστήρια συνεργασία μερικών τουλάχιστον προηγμένων χωρών, ανάμεσα στις οποίες δεν μπορούμε να συγκατατάξουμε τη Ρωσία…” (άπαντα τόμος 37, σελ 153). Η ίδια ιδέα επαναλαμβάνεται σε όλα σχεδόν τα έργα του Λένιν μέχρι το θάνατο του.
“…πάντα διακηρύσσαμε και επαναλαμβάναμε τη στοιχειώδη αλήθεια του μαρξισμού, ότι για τη νίκη του σοσιαλισμού χρειάζονται οι συντονισμένες προσπάθειες των εργατών μερικών προηγμένων χωρών” (Λένιν άπαντα, τόμος 44, σελ 418).
Ο ίδιος ο Στάλιν, που θεωρείται πατριάρχης αυτής της αντίληψης, το 1924, σε διάλεξη του στο πανεπιστήμιο Σβερντλώφ, έλεγε “…μπορεί να επιτευχθεί η νίκη του σοσιαλισμού σε μια χώρα χωρίς τις κοινές προσπάθειες του προλεταριάτου μιας σειράς αναπτυγμένων χωρών; Όχι, αυτό είναι αδύνατο…για την τελική νίκη του σοσιαλισμού, για την οργάνωση της σοσιαλιστικής παραγωγής, οι προσπάθειες μιας χώρας, ιδιαίτερα μιας αγροτικής χώρας σαν την Ρωσία, είναι ανεπαρκείς.” Αργότερα στην δεύτερη έκδοση των απάντων του Στάλιν, η διατύπωση άλλαξε και έγραφε ακριβώς τα αντίθετα, συμβαδίζοντας με τις καινούργιες απόψεις της σοβιετικής ηγεσίας για “οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα”.
Η ήττα της επανάστασης στην Γερμανία (αλλά και Ουγγαρία) έφερε την σοβιετική εξουσία σε τρομερά αμήχανη θέση: ή να παραδώσει την εξουσία, ή να προσπαθήσει σχεδόν το ακατόρθωτο. Το προσπάθησε με τα γνωστά αποτελέσματα.
Μετά την κατάρρευση, πολλοί μαρξιστές ξαναγυρίσαμε στην σκέψη του Μαρξ και απορρίψαμε τουλάχιστον στα λόγια την οικοδόμηση σε μια χώραi, αλλά δυστυχώς στην στρατηγική των περισσότερων απο εμάς υποβόσκει ακόμα, άρρητα η ίδια αυτή αντίληψη όταν διατυπώνουμε πολιτικά σχέδια. Και στο σχέδιο για έξοδο απο την ΕΕ δεν υποκρύπτεται σε μεγάλο βαθμό η αντίληψη ότι στην Ελλάδα θα ανοίξουμε τον δρόμο για τον σοσιαλισμό ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη θα παραμένει στον καπιταλισμόii;

  1. σε τι στάδιο του καπιταλισμού βρισκόμαστε;
Μεγάλο μέρος της μαρξιστικής σκέψης αποδέχεται ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται πια σε νέο στάδιο. Άλλοι το ονομάζουν ολοκληρωτικό, άλλοι διεθνικό ή υπερεθνικό, άλλοι υπονοούν ότι αυτό περιγράφεται με τον όρο παγκοσμιοποίηση. Δεν υπάρχει ταυτότητα και στα χαρακτηριστικά του αν και σε πολλά σημεία οι αναλύσεις μοιάζουν. Σε γενικές γραμμές είναι:
α) οι νέες παραγωγικές δυνάμεις των τεχνολογιών πληροφορικής,
β)οι νέες παραγωγικές μετά-φορντικές σχέσεις και οι νέες διαιρέσεις και τυποποιήσεις στη εργατική τάξη,
και γ) το βάθεμα της διεθνοποίησης με την μορφή του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, με την μερική μεταφορά της υλικής παραγωγής σε επιλεγμένες τρίτες χώρες και κύρια με την μορφή των ολοκληρώσεων.
Οι ολοκληρώσεις είναι ένα βήμα μπροστά απο το προηγούμενο στάδιο. Άρα η συμμετοχή μιας χώρας σε ολοκληρώσεις είναι ένα αντικειμενικό, στην βάση του προοδευτικό γεγονός. Φυσικά η ανάλυση πρέπει να ξεχωρίσει τι στην διαδικασία είναι αντικειμενικό (η μορφή της διεθνοποίησης, της ολοκλήρωσης) και τι επιδέχεται πολιτική ρύθμιση (το περιεχόμενο, οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις που καθορίζονται απο τον εξελισσόμενο συσχετισμό δυνάμεων). Η γενική όμως γραμμή εξόδου και επιστροφής σε μια προηγούμενη φάση είναι και πολιτικά αντιδραστική και οικονομικά επιζήμια. Ακόμα και χώρες που δεν μετέχουν τυπικά σε ολοκληρώσεις, έχουν οικονομίες διαπλεκόμενες στην βάση του νέου παγκόσμιου καταμερισμού με βάση το συγκριτικό πλεονέκτημα. Η μόνη λογικά εναλλακτική είναι μια οικονομία αυτάρκειας, πράγμα σήμερα αδύνατο ακόμα και για μεγάλη χώρα πόσο μάλλον για μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα.
Η γραμμή της εξόδου στην ουσία προτείνει την επιστροφή σε προηγούμενό στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Άθελα φέρνει κανείς στο νου του την αναφορά του Μαρξ στον λεγόμενο φεουδαρχικό σοσιαλισμό, που έκανε κριτική στα δεινά του καπιταλισμού απο την σκοπιά της φεουδαρχίας. Οι αναλογίες είναι κάτι παραπάνω απο φανερές.
Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι πρόσφατα ο ευρωσκεπτικισμός και η πολιτική απομόνωσης σε όλη την Ευρώπη είναι πολιτική όχι απλά των Δεξιών αλλά κύρια των ακροδεξιών κύκλων και κομμάτων. Άλλο αν η κρίση και η ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική των ηγετικών κύκλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης οδηγεί και ορισμένους αριστερούς κύκλους σε μια τέτοια αντίληψη. Στην Ελλάδα έχουμε την παγκόσμια πρωτοτυπία η αντι-ΕΕ πολιτική να θεωρείται όχι μόνο αριστερή πολιτική αλλά από κάποιους το ύψιστο κριτήριο αριστεροσύνης. Να προσθέσουμε ότι η θέση για “έξω απο την ΕΟΚ των μονοπωλίων” της δεκαετίας του '70 είχε διατυπωθεί σε άλλες συνθήκες. Κατ αρχήν τότε υπήρχε εναλλακτική λύση συμμετοχής σε σοσιαλιστική (με εισαγωγικά ή χωρίς) ολοκλήρωση (ΚΟΜΕΚΟΝ), β) η διεθνοποίηση (παγκοσμιοποίηση κατ άλλους) δεν είχε εξελιχθεί και βαθύνει όπως 40 χρόνια αργότερα, και γ) εν πάση περιπτώσει είναι άλλο το κόστος την μη ένταξης και άλλο το κόστος της αποδέσμευσης μιας οικονομίας που επί 30 χρόνια εξελίσσεται με βάση τη λογική συμμετοχής σε ολοκλήρωση, και διαπλέκεται ανάλογα.

  1. διαπλοκή εθνικού με ταξικό.
Όσο και αν η εξίσωση ότι εθνικό σημαίνει αστική ιδεολογία και ταξικό σημαίνει μαρξισμός, είναι υπερβολή και υπεραπλούστευση, άλλο τόσο είναι σωστό ότι η υπερενίσχυση του εθνικού σε βάρους του ταξικού στοιχείου στην πολιτική είναι υποχώρηση στην αστική ιδεολογία, εκτός φυσικά απο ειδικές περιπτώσεις όπως μιας πραγματικής εθνικής κατοχής (λέμε πραγματικής γιατί η χρήση του όρου για να περιγράψει την σχέση κυβέρνησης-τρόικας είναι λαθεμένος όπως θα δείξουμε παρακάτω). Πάντως η σωστή αναλογία ή “μείγμα” πολιτικής είναι ανοικτό και επίδικο ζήτημα όπως φαίνεται στα ιστορικά παραδείγματα πχ του γνωστού γράμματος του Ζαχαριάδη το 1940, ή της διαμάχης Λένιν και Β' Διεθνούς για την στάση απέναντι στην άμυνα της “πατρίδας”.
Στην χώρα μας παρατηρείται μια τάση υπερεκτίμησης του εθνικού, ίσως λόγω της πετυχημένης ιστορικής εμπειρίας του ΕΑΜ, και αργότερα του ρόλου του αμερικάνικου παράγοντα στην δικτατορία. Θεωρητικά δικαιολογείται με τις θεωρίες της υπανάπτυξης και της “εξάρτησης”. Ο “αντί-ιμπεριαλισμός” και τα σχετικά στάδια στην χάραξη στρατηγικής, ταλαιπώρησαν και ταλαιπωρούν ακόμα την Αριστερά. Εν πάση περιπτώσει ανεξάρτητα απο το πώς λειτούργησαν στο παρελθόν, δεν μπορεί να είναι η βάση της πολιτικής για σήμερα. Θα υπάρχει σαν στοιχείο και λόγω μιας αντικειμενικής βάσης (ανισομετρία δύναμης μεταξύ των ισχυρότερων και λιγότερο ισχυρών κρατών) αλλά και λόγω του ότι παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην συνείδηση πλατειών μικροαστικών στρωμάτων με τα οποία θέλουμε να συμμαχήσουμε και να εκφράσουμε σαν επαναστατικό κίνημα, αλλά δεν μπορεί να κυριαρχεί. Πιο γραφική περίπτωση είναι αυτή του ΕΠΑΜ-Καζάκη, που ο λόγος του πολλές φορές δεν ξεχωρίζει απο αυτόν των ΑΝΕΛ, για να μην πούμε τίποτα χειρότερο. Ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω δεν αποτελεί και ελληνική πρωτοτυπία όπως θα γνωρίζουν όσοι έχουν μελετήσει την ιστορία της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όπου πρωτοεμφανίστηκε το ρεύμα του λεγόμενου εθνικομπολσεβικισμού, που ήταν μείγμα μπολσεβικισμού και εθνικοσοσιαλισμού, δηλαδή “αριστεροί” με έντονα εθνικιστικό λόγο, λόγω της ταπεινωτικής τότε συνθήκης των Βερσαλιών. Σήμερα μια τέτοια εθνικιστική λογική πηγάζει απο το μνημόνιο και την ταπεινωτική υιοθέτηση μέτρων που φαίνεται να επιβάλλουν οι “ξένοι”, η τρόικα και η Ευρωπαϊκή Ένωσηiii. Αυτό όμως δεν είναι σωστό. Αυτή είναι η πολιτική που η ελληνική αστική τάξη δεν μπορούσε να επιβάλλει λόγω συσχετισμού δύναμης (να θυμίσουμε τα μέτρα Γιαννίτση και πώς αναγκάστηκαν να τα πάρουν πίσω φοβούμενοι πολιτικές ανατροπές, αυτό δηλαδή που έγινε αργότερα με το μνημόνιο), και διαλέγει έναν φαινομενικά “εξωτερικό” τρόπο επιβολής, εμφανιζόμενη να αντιστέκεται και να “διαπραγματεύεται”. Η πολιτική εξόδου απο την Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει την “καλή” μικροαστική παράδοση υπερεκτίμησης του εθνικού και υποτιμώντας το ταξικό στοιχείο (βλέποντας αντιθέσεις μεταξύ χωρών αντί μεταξύ τάξεων). Για να καταλάβουμε πόσο εθνικιστικά μπορεί να γλιστρήσει μια τέτοια αντίληψη ας σκεφτούμε πόσο είναι στην προβληματική ενός τέτοιου σχεδίου η φροντίδα ώστε το όποιο κούρεμα του ελληνικού χρέους να μην το φορτωθεί η γερμανική εργατική τάξη, αλλά οι Γερμανοί τραπεζίτεςiv.


β) πέντε βασικά πολιτικά σημεία απέναντι στην πολιτική εξόδου απο την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στην βάση των θεωρητικών ζητημάτων που εξετάσαμε θα συνεχίσουμε με πέντε ζητήματα πολιτικής:
  1. Πως αντιμετωπίζουν οι βασικές τάξεις και μερίδες τάξεων το ζήτημα της εξόδου;
    1. η πλειοψηφία της αστικής τάξης, ή τουλάχιστον τα πιο δυναμικά τμήματα της -εξαγωγικές βιομηχανίες, τουρισμός- είναι υπέρ της δραχμής. Το ερώτημα είναι γιατί η κυρίαρχη αστική πολιτική είναι υπέρ του Ευρώ. Οι πολιτικοί λόγοι -σιγουριά και στήριξη σε ένα αναπτυγμένο καπιταλιστικό κέντρο- δεν είναι σήμερα κατά την γνώμη μου η κύρια εξήγηση. Το βασικό είναι ότι η κυρίαρχη μερίδα στο αστικό μπλοκ είναι οι τραπεζίτες και αυτοί όπως ξέρουμε είναι προφανώς υπέρ του Ευρώ.
    2. Από τα μεσαία στρώματα, ένα μειοψηφικό αλλά συνεχώς διευρυνόμενο στρώμα, που καταστρέφεται απο τις μνημονιακές πολιτικές είναι υπέρ της εξόδου, ή αρχίζει να προσανατολίζεται στην έξοδο, ιδιαίτερα που ο Σαμαράς συνδέει την καταστροφική πολιτική του με την ανάγκη παραμονής στο Ευρώ. Πάντως η πλειοψηφία ακόμα, και πολύ περισσότερο το 2012, ήταν υπέρ της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως έδειξε και η εκλογική νίκη Σαμαρά που στηρίχτηκε στο ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
    3. Η πλειοψηφία της εργατικής τάξης (κύρια της πιο σύγχρονης και μορφωμένης) είτε είναι υπέρ της Ευρωπαϊκή Ένωσης, ή δεν βάζει ζήτημα εξόδου. Αυτό δεν φαίνεται μόνο στις δημοσκοπήσεις, ή απο το πολιτικό βάρος των κομμάτων που υποστηρίζουν την μια ή την άλλη άποψη. Όποιος διατηρεί ζωντανούς δεσμούς με την εργατική τάξη το γνωρίζει απο πρώτο χέρι. Αλλά δεν είναι και τόσο παράλογο που δεν είναι υπέρ της εξόδου. Ο νεοφιλελευθερισμός υλοποιείται παντού άρα δεν χρεώνεται αποκλειστικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση (μνημόνια εφαρμόζουν και χώρες εκτός). Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα απο τα πιο αναπτυγμένα κέντρα του καπιταλισμού, με σημαντικές λαϊκές κατακτήσεις. Εξ άλλου η εργατική τάξη τα χρόνια πριν την κρίση πολλές φορές αξιοποίησε τις κατακτήσεις του λαϊκού κινήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τις δικές της διεκδικήσεις.  Είναι το πιο προχωρημένο κέντρο πολιτισμού.
    4. Τέλος μια ειδική διαταξική κατηγορία είναι τα εύπορα στρώματα που έχουν βγάλει λεφτά στο εξωτερικό. Αυτά δεν περιορίζονται σε μέλη της αστικής τάξης. Αρκετοί εύποροι μικροαστοί, ακόμα και κάποιοι καλοπληρωμένοι μισθωτοί έχουν λογαριασμούς στο εξωτερικό. Αυτοί όλοι όχι μόνο δεν θα χάσουν απο μια επιστροφή στη δραχμή αλλά θα δουν τα χρήματά τους να αυξάνουν σε αγοραστική δύναμη, και θα μπορούσαν εύκολα να κερδοσκοπήσουν σε μια τέτοια περίπτωση.
  2. Είδαμε λοιπόν ότι η πλειοψηφία των εργαζομένων σήμερα είναι υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή τουλάχιστον δεν είναι υπέρ της εξόδου. Άρα ακόμα και αν οι αναλύσεις που παρουσιάσαμε προηγούμενα ήταν όλες λαθεμένες, ακόμα και αν όλα οδηγούσανε στην ανάγκη της εξόδου για την υλοποίηση ενός αριστερού προγράμματος, ακόμα και τότε ένα κόμμα δεν θα μπορούσε να διεκδικεί την κατάκτηση της πλειοψηφίας των εργαζομένων προτείνοντας την έξοδο, πολύ δε μάλλον να τη θεωρεί κύριο ζήτημα και κριτήριο για οποιαδήποτε συμμαχία. Το λογικό θα ήταν να αφήσει το ζήτημα ανοικτό, να κερδίσει πρώτα την πλειοψηφία, να προσπαθήσει να εφαρμόσει το πρόγραμμα του και να αφήσει οι δυσκολίες και τα εμπόδια που θα ανακύπτουν απο την Ευρωπαϊκή Ένωση να δείξουν στην λαϊκή πλειοψηφία την αναγκαιότητα εξόδου. Οι μάζες έτσι πείθονται, με την ίδια τους την πείρα. Άρα ένα κόμμα που προτάσσει την έξοδο απο την Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει όχι μόνο να μην ενδιαφέρεται για την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας, αλλά και με αυτήν την πολιτική δυσκολεύει την κατάκτηση της.
  1. Η αλήθεια είναι ότι η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η επιμονή του Σαμαρά να θέτει το ζήτημα με διλημματικό τρόπο, ταυτίζοντας την με τα μνημόνια και τις καταστροφές που επιφέρουν, πριμοδοτεί μια αντι-ΕΕ στάση. Δεν είναι απίθανο μια όξυνση της κατάστασης ή μια απρόβλεπτη αντίδραση των ηγετικών κύκλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να οδηγήσει την πλειοψηφία του λαού σε αντι-ΕΕ θέσεις, ή την χώρα έξω απο το Ευρώ ή και ακόμα και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τότε φυσικά πρέπει, παρά τις αναλύσεις που παρουσιάσαμε παραπάνω, να αλλάξει το σχέδιο και να επεξεργαστούμε αντίστοιχους πολιτικούς και οικονομικούς στόχους, παρά τις θυσίες που θα απαιτηθούν και τις δυσκολίες που θα προκύψουν. Αλλά αυτό είναι κάτι που θα οφείλεται σε μια ειδική συγκυρία, και δεν θα είναι δική μας επιλογή. Εν πάση περιπτώσει όποιος χειρισμός και αν απαιτηθεί σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο θα πρέπει να έχει την καθαρή λαϊκή νομιμοποίηση με μορφές που δεν χωράνε αμφισβήτηση (πχ εκλογές ή δημοψήφισμα κτλ). 
     
  2. το πραγματικό πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας δέχεται δυο απαντήσεις. Ή επιδιώκουμε μια οικονομία υψηλών αμοιβών και υψηλής τεχνολογίας, ή θα πάμε σε μια προσπάθεια ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας με υποτίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης, διατηρώντας όμως έτσι μια τεχνολογική υστέρηση. Για την υποτίμηση υπάρχουν δυο δρόμοι. Ο ένας είναι αυτός που εφαρμόζεται σήμερα, ο δρόμος των μνημονίων, που φαίνεται σαν εξωτερική επιβολή, απο την τρόικα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, και αυτό γίνεται γιατί ο συσχετισμός δύναμης δεν επέτρεψε στην αστική τάξη να τον εφαρμόσει με τις δικές δυνάμεις. Ο άλλος δρόμος είναι της εξόδου απο την Ευρωπαϊκή Ένωση και η υποτίμηση με την μέθοδο της νομισματικής διολίσθησης. Δηλαδή η φρασεολογία για ανάκτηση του εργαλείου της νομισματικής πολιτικής οδηγεί στον ίδιο στόχο, στην διατήρηση της τεχνολογικής υστέρησης, και της ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας με άγρια λιτότητα, ανεξάρτητα από την “αριστερή” φρασεολογία. Η ειρωνεία είναι ότι ενώ η αριστερά θα χρεωθεί τις μεγάλες δυσκολίες αυτού του δρόμου (λιτότητα, ελλείψεις σε βασικά εισαγόμενα είδη, πληθωρισμός, επενδυτική αποχή, μαύρη αγορά, λαθρεμπόριο αγαθών που λείπουν, διπλή αγορά συναλλάγματος, κερδοσκοπία με το συνάλλαγμα και με τα ήδη τοποθετημένα στο εξωτερικό κεφάλαια), η όποια ανάπτυξη θα ακολουθήσει μετά κάποια χρόνια το πιθανότερο είναι να πιστωθεί σε μια επόμενη Δεξιά κυβέρνηση, που θα έχει κεφαλαιοποιήσει την δυσαρέσκεια των εργαζομένων και θα έχει εκδιώξει την Αριστερά απο την κυβέρνηση.
  3. τέλος είναι αλήθεια ότι ενώ η πολιτική της αποχώρησης δεν πλειοψηφεί στο σύνολο των εργαζομένων, πλειοψηφεί όμως μάλλον στον κόσμο που θεωρεί τον εαυτό του αριστερό, (ίσως σαν αποτέλεσμα της πολιτικής ηγεμονίας του ΚΚΕ στην αριστερά την εικοσαετία μετά την μεταπολίτευση, ή και απο αδράνεια επιμονής σε ένα σύνθημα που όταν πρωτοδιατυπώθηκε ήταν άλλες οι συνθήκες). Το ότι λοιπόν στους αριστερούς στην χώρα μας πλειοψηφεί ή ιδέα μιας Ελλάδας εκτός ολοκληρώσεων, τροφοδοτεί το πολιτικό σχέδιο που θέτει την έξοδο σαν κύριο προγραμματικό ζήτημα, δηλαδή είναι μια πολιτική που δεν προσπαθεί να αλλάξει τον συσχετισμό στην κοινωνία υπέρ της Αριστεράς, αλλά τον εσωτερικό συσχετισμό στην Αριστερά. Είναι όμως αυταπάτη να προσπαθεί κανείς να κεφαλαιοποιήσει στην αποτυχία μια κυβέρνησης της αριστεράς. Αρκεί να αναλογιστούμε τι έγινε με την κατάρρευση του υπαρκτού. Συμπαρέσυρε όλα ρεύματα της Αριστεράς ακόμα και εκείνα που στέκονταν όχι απλά κριτικά, αλλά είχαν το κύριο μέτωπο τους απέναντι στην ΕΣΣΔ, όπως οι διάφορες μ-λ ομαδούλες, που εξαφανίστηκαν. Επίσης το θεμιτό καθήκον της πολιτικής αντιπαράθεσης δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αθέλητη βοήθεια στον αντίπαλο και μάλιστα σε συνθήκες ισορροπίας συσχετισμού δυνάμεων, που μόνο μια κλωστή χωρίζει τη νίκη απο την ήττα. Δείτε για παράδειγμα την περίπτωση του ΚΚΕ. Θεωρώντας σαν κύριο εχθρό του την υπόλοιπη αριστερά και ιδιαίτερα τον ΣΥΡΙΖΑ, αποσύροντας τον εαυτό του απο την τρέχουσα πολιτική πάλη, ουσιαστικά βοηθά να παραμείνει η ακροδεξιά κυβέρνηση του Σαμαρά. Θα μπορούσε αν ήθελε να αντιπαλεύει τον ΣΥΡΙΖΑ, βοηθώντας τον όμως ταυτόχρονα να ανατρέψει τον Σαμαρά και την πολιτική των μνημονίων. Αυτή εξ άλλου ήταν και η πολιτική που ο Λένιν υποδείκνυε στα επαναστατικά κόμματα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με το αίτημα της εξόδου. Κάνοντας το κύριο ζήτημα και αναδείχνοντας στην ουσία την ατζέντα της ΝΔ, δεν βοηθιέται η χειραφέτηση του κόσμου της εργασίας ούτε η βελτίωση του συνολικού συσχετισμού δυνάμεων. Φυσικά κάθε δύναμη κρίνεται και μια σημαντική ένδειξη για αυτό είναι η υποστήριξη που παίρνει κάθε πολιτικό σχέδιο απο την πραγματική εργατική τάξη.




iΠάντως ο Σ. Μαυρουδέας (ένας απο τους τρεις ομιλητές) ισχυρίστηκε όχι ότι μόνο σε μια, αλλά και σε ...μισή χώρα μπορεί να γίνει σοσιαλισμός. Πιθανά. Διερωτάται όμως κανείς τι είδους “σοσιαλισμός” θα είναι. Μισή χώρα με “σοσιαλισμό” έχουμε σήμερα, την Β. Κορέα. Αν το όραμα είναι αυτό, τότε δεν μένουν και πολλά να συζητήσουμε.
iiΓια να φανεί το παράλογο αυτής της αντίληψης ας κάνουμε το εξής συλλογισμό εργασίας: το σχέδιο της εξόδου με αριστερό πρόσημο, το υποστηρίζουν στην Ελλάδα πολιτικές δυνάμεις που έχουν ελάχιστη επιρροή (πχ 1-2% αν θέλουμε να το μετρήσουμε σε εκλογικά νούμερα). Τι είναι ποιο εύκολο και πιθανό, το 1-2% να κάνει το άλμα και να κατακτήσει την πλειοψηφία, ή το Die Linke, που σήμερα έχει περίπου το 10% να κατακτήσει την πλειοψηφία και να αλλάξει πρώτα την Γερμανία, αν όχι σε σοσιαλιστική χώρα, τουλάχιστον σε μια χώρα με μια φιλεργατική πολιτική;
iiiΟ Δ. Πατέλης (ο τρίτος ομιλητής) πχ υποστήριξε ότι η ταξική πάλη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η προσπάθεια αλλαγής συσχετισμού δυνάμεων, θα ισοδυναμούσε με κάλεσμα το 1941 στην κατοχή “για μεταρρύθμιση του στρατού της Βέρμαχτ!”. Η ταξική πάλη, οι συσχετισμοί δύναμης έχουν εξαφανιστεί απο μιαν ανάλυση του “εμείς” και οι “ξένοι”, απο το ότι έχουμε “κατοχή” κτλ.
ivΝα σημειώσουμε ότι οι Γερμανοί σύντροφοι μας του Die Linke, αντίθετα έχουν διεθνιστική στάση. Υποστηρίζουν πχ την απόδοση των πολεμικών αποζημιώσεων και την αποπληρωμή του κατοχικού δανείου, ξέροντας ότι ο συσχετισμός δυνάμεων στην Γερμανία μπορεί να επιτρέψει στην Γερμανική κυβέρνηση να φορτώσει το σχετικό κόστος στην εργατική τάξη της Γερμανίας.

1/4/14

Ελεύθερο λογισμικό και κομμουνισμός (7 θέσεις για συζήτηση).



  1. Ο Μαρξ είχε γράψειi ότι ο χερόμυλος δίνει την κοινωνία του φεουδάρχη, και η ατμομηχανή την κοινωνία του καπιταλιστή. Θα μπορούσαμε να γενικεύσουμε λέγοντας ότι η χειροτεχνική παραγωγή είναι η υλική βάση για τους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς και η μηχανική παραγωγή για τον καπιταλισμό. Ποιά όμως είναι η υλική βάση για τον κομμουνισμό; Ο ίδιος, πέρα απο μερικές νύξεις στα Grundrisse για την γενική διάνοια, δεν μπορούσε για αντικειμενικούς λόγους να φανταστεί κάτι διαφορετικό απο την μηχανική παραγωγή, ίσως σε μια πιο αυτοματοποιημένη εκδοχή της. Και η βασική θέση που κυριαρχεί στο έργο του είναι ότι η μηχανική παραγωγή, η βιομηχανία, είναι κοινή υλική βάση και του καπιταλισμού και του κομμουνισμού. Αυτό δημιούργησε μια σειρά παρενέργειες, θεωρητικές και πολιτικές. Ένα θεωρητικό επακόλουθο ήταν η αντίληψη για μια υπερωριμότητα της επανάστασης ήδη απο τον 19ο αιώνα. Όμως δεν ήταν έτσι. Αυτό ίσως εξηγούσε σε μεγάλο βαθμό την ήττα των επαναστάσεων στην Δύση. Αυτό ίσως εξηγεί τον δρόμο που πήρε η προσπάθεια σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Ρωσία όπου έγινε μεν επανάσταση λόγω συσσώρευσης πολλών εκρηκτικών πολιτικών αντιθέσεων, αλλά πήρε μια σειρά χαρακτηριστικά που την οδήγησαν να μοιάζει σαν μια παραλλαγή κρατικού καπιταλισμού, και σε κάποια στιγμή κατέρρευσε. Προσπάθεια που τώρα φαίνεται ότι ήταν θνησιγενής εφ όσον δεν ακολουθήθηκε απο την αναπτυγμένη Δύση. Η ανωριμότητα για την επανάσταση οδηγούσε σε μια αδυναμία κατάκτησης της ηγεμονίας και σε έναν πραξικοπηματισμό (μπλανκισμό) στην στρατηγική και πολιτική των επαναστατικών κομμάτων τον 20ο αιώνα. Τέλος αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την σχετική αδιαφορία της ΕΣΣΔ για τις νέες τεχνολογίες και την ήττα της τελικά στην οικονομική άμιλλα με τον καπιταλισμό. Το “ανώτερο” σύστημα στην θεωρία δεν μπορούσε να το αποδείξει αυτό στην πράξη. Το κομμουνιστικό ιδανικό ταυτίστηκε (φυσικά και με την συμβολή της αστικής προπαγάνδας αλλά και απο την εικόνα της ΕΣΣΔ) με κοινωνίες ελλείψεων σε αγαθά, σχετικά οικονομικής αναποτελεσματικότητας και ανελευθερίας, δηλαδή ακριβώς το αντίθετο με τα οράματα των μαρξιστών. Ο κλασσικός μαρξισμός ήταν -σχηματικά μιλώντας και παρά τις πολλές μεγαλοφυείς επεξεργασίες του- ο μαρξισμός της εποχής της μηχανικής παραγωγής και της σχετικής ανωριμότητας για την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού. 
     
  2. Σήμερα, ξαναδιαβάζοντας τα Grundrisse, και στηριγμένοι τόσο στην εμπειρία απο την ίδια την ΕΣΣΔ, αλλά κύρια στις επιστημονικές, τεχνολογικές και παραγωγικές εξελίξεις μπορούμε να διατυπώσουμε μια νέα βασική, κρίσιμη θέση: υλική βάση του κομμουνισμού είναι οι νέες τεχνολογίες κυρία στον τομέα της πληροφορίας. Σε αυτόν τον κλάδο, ακόμα και στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας, αρχίζουν να εμφανίζονται κομμουνιστικές μορφές παραγωγής, δηλαδή μορφές δημιουργικής εργασίας που δεν προσφέρεται κυρίως χάριν αμοιβής αλλά χάριν της ευχαρίστησης της δημιουργίας, που το παραγόμενο προϊόν δεν είναι καπιταλιστική ιδιοκτησία αλλά ανήκει σε όλην την κοινωνία και με οργανωτικές μορφές χωρίς αυστηρή ιεραρχία, με βάση κοινότητες εθελοντών. Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η παραγωγής λογισμικού ανοικτού κώδικα, με πιο γνωστό προϊόν το λειτουργικό Linux, και τα χιλιάδες προγράμματα που το συνοδεύουν. Πριν όμως μιλήσουμε περισσότερο για αυτό, ας προσπαθήσουμε να ορίσουμε το τι είναι σοσιαλισμός και τι κομμουνιστικός τρόπος παραγωγής.

  3. Ο σοσιαλισμός δεν είναι τρόπος παραγωγής. Είναι μια μεταβατική κοινωνία στην οποία συνυπάρχουν διαφορετικοί (συνήθως τέσσερις) τρόποι παραγωγήςii: ιδιωτικοκαπιταλιστικός, κρατικοκαπιταλιστικός, κομμουνιστικός (τυπικά ή πραγματικά, θα εξηγήσουμε παρακάτω τι εννοούμε με αυτό), απλής εμπορευματικής παραγωγής. Τι τον διαφοροποιεί απο τον καπιταλισμό; Πρώτον ότι η εξουσία έχει αλλάξει χέρια, άρα παίρνονται σε εκτεταμένη βάση μέτρα σε όφελος των εργαζομένων και δεύτερο, και σαν συνέπεια της εξουσίας των εργαζομένων, έχουμε μια συνειδητή πολιτική πορεία ενίσχυσης του κομμουνιστικού τρόπου και περιορισμού του ιδιωτικοκαπιταλιστικού. Σε κάποια φάση σαν αποτέλεσμα της πολιτικής ενίσχυσης του, αλλά κύρια γιατί έχει γίνει τεχνική και οικονομικά αναγκαιότηταiii, ο κομμουνιστικός τρόπος κυριαρχεί, και αρχίζει αυτός να επικαθορίζει τους άλλους συνυπάρχοντες τρόπους, αλλά και όλην την κοινωνική οργάνωση και το εποικοδόμημα. Τότε μπορούμε να μιλάμε για την κομμουνιστική κοινωνία (και όχι απλά για κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής), όχι όμως σαν ένα τέλος, αλλά σαν μια καμπή, ένα ορόσημο, της κοινωνικής εξέλιξης. 
     
  4. Τι είναι όμως ο κομμουνιστικός τρόπος παραγωγής; παραγωγής, και όχι διανομήςiv όπως όπως πολλές φορές κάποιοι καταλαβαίνουν. Χαρακτηρίζεται λοιπόν απο παραγωγή που δεν γίνεται για το κέρδος αλλά παράγει αξίες χρήσης, επομένως ή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν μπορεί παρά να είναι κοινωνική. Επίσης απο την ύπαρξη δημιουργικής εργασίας, που σημαίνει να έχει ελαχιστοποιηθεί η βλαβερή, κουραστική μονότονη μηχανική παραγωγή και να έχει αντικατασταθεί απο μια αυτοματοποιημένη παραγωγή, που επιτρέπει ο κύριος όγκος της εργασίας να μετατραπεί σε μια παραλλαγή ερευνητικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής απασχόλησης. Τέλος χαρακτηρίζεται απο την ύπαρξη συντροφικών, συνεργατικών σχέσεων, ή με άλλα λόγια το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής ιεραρχίας, το ξεπέρασμα της αντίθεσης μεταξύ διεύθυνσης και εκτέλεσης, πνευματικής και μη-πνευματικής εργασίας. Και εδώ η αυτοματοποίηση είναι απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά μόνο προϋπόθεση. Μόνο η ταξική πάλη και ο χαρακτήρας της νέας εξουσίας μπορεί να εγγυηθεί το τελικό αποτέλεσμαv. Έχουμε λοιπόν σήμερα παραγωγή που να συγκεντρώνει κάποια απο αυτά τα χαρακτηριστικά, δηλαδή όχι παραγωγή για το καπιταλιστικό κέρδος, σχετικά δημιουργική εργασία, συντροφικές συνεργατικές σχέσεις και όχι ιεραρχίες. Έχουμε σε τουλάχιστον δυο τομείςvi. Ό ένας είναι στην δημιουργία ελεύθερου λογισμικού απο εθελοντικές κοινότητες χρηστών, και ο δεύτερος σε κάποιες υπηρεσίες, με χαρακτηριστική, αλλά όχι μοναδική περίπτωση, το δημόσιο σχολείο. Φυσικά υπενθυμίζουμε ότι στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής αλλοιώνει σε μεγάλο βαθμό πολλά απο τα χαρακτηριστικά του κομμουνιστικού, και μερικές φορές μάλιστα σε σημαντικό βαθμόvii
     
  5. Ήδη στην παραγωγή προϊόντων λογισμικού ανοικτού κώδικα ο νέος τρόπος παραγωγήςviii γίνεται σταδιακά τεχνικά ανώτεροςix και μπορεί αν όχι να κυριαρχήσει, τουλάχιστον να κερδίσει σημαντικό έδαφοςx. Θα μπορούσε να απογειωθεί με την παραμικρή πολιτική στήριξη, πχ μια αριστερή κυβέρνηση μπορεί να πάρει μέτρα όπως: διδασκαλία στο σχολείο του Linux, η χρήση ελεύθερου λογισμικού στο δημόσιο, αντί των πατενταρισμένων και πανάκριβων προϊόντων της Microsoft, η ενίσχυση ερευνητικών προγραμμάτων και κλάδου προϊόντων πληροφορικής για την υλική παραγωγή (τρισδιάστατοι εκτυπωτές, φτηνά εργαλεία στηριγμένα σε ελεύθερο λογισμικό κτλ). Η νίκη του ελεύθερου λογισμικού απέναντι στις πατέντες και τις Microsoft-Apple, θα δημιουργούσε και μια αντίστοιχη συνείδηση, ιδιαίτερα στην νεολαία, θα μπορούσε να καταστήσει ηγεμονικές τις κομμουνιστικές αντιλήψεις, και να επιταχύνει τις εξελίξεις. Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να προσπαθήσουμε να διακριβώσουμε την διαλεκτική της μετάβασης απο ένα παλιό σε ένα καινούργιο τρόπο παραγωγής.

  1. Ο Μαρξ παρατηρώντας τους πραγματικούς ιστορικούς δρόμους περάσματος απο την φεουδαρχία στον καπιταλισμό διατύπωσε την ιδέα ενός περάσματος σε δύο στάδια: ένα πρώτο, αυτό της λεγόμενης τυπικής υπαγωγής στην βάση παλιάς τεχνολογίας και με την παλιά οργάνωση της παραγωγής. Ήταν η περίπτωση της χειροτεχνίας (μανιφακτούρας, βιοτεχνίας). Ο νέος τρόπος στην συνέχεια δημιουργεί δικό του, ειδικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και δική του τεχνική και υλική βάση. Τότε έχουμε πραγματική υπαγωγή. Για τον καπιταλισμό αυτός ο ειδικός τρόπος ήταν η βιομηχανία, και την υλική βάση την έδωσε η επιστημονική επανάσταση. Λογικά θα μπορούσε κανείς να υποθέσει μια αντίστοιχη διαδικασία και για το πέρασμα στον κομμουνισμό. Αντίθετα όμως στην ΕΣΣΔ καθ' όλην την διάρκεια της οικοδόμησης παρέμεινε σαν τεχνική βάση η βιομηχανία και η μηχανική παραγωγή. Και εδώ σε αναλογία μπορούμε να μιλήσουμε μόνο για τυπική υπαγωγή στον κομμουνισμό. Μόνο με την συνειδητή στροφή της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στις νέες τεχνολογίες θα είχαμε δυνατότητα να περάσουμε σε πραγματική υπαγωγή, που εξασφαλίζει ένα κάποιο σημείο μη επιστροφής, αν και αυτό μάλλον προϋποθέτει παγκόσμια επικράτηση και όχι σε λίγες και σχετικά αδύνατα αναπτυγμένες χώρες. 
     
  2. Το παραπάνω θεωρητικό σχήμα, και παίρνοντας υπ όψιν τις διευκρινήσεις για την συνάρθρωση περισσότερων του ενός τρόπου παραγωγής, θα μπορούσε να συγκεκριμενοποιηθεί περίπου ως εξής: σε ένα πρώτο στάδιο σε νέους κλάδους πρωτοεμφανίζονται μορφές του νέου τρόπου, αν και με στρεβλό τρόπο, επικαθοριζόμενες απο τον παλιό. Όσο αποδείχνεται η τεχνική και οικονομική τους ανωτερότητα διευρύνονται, και κατακτούν κάποιο σημαντικό χώρο. Αυτό επιτρέπει να διαδοθούν και οι αντίστοιχες ιδέες, να αρχίσουν να ηγεμονεύουν. Κάπου εκεί και σαν αποτέλεσμα και της πολιτικής συγκυρίας και των αντιφάσεων της πολιτικής σφαίρας, γίνεται δυνατό να αλλάξει χέρια η πολιτική εξουσία, που καταλαμβάνεται απο τις κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπούν τον νέο τρόπο παραγωγής. Αυτό απελευθερώνει την δυναμική του νέου τρόπου αλλά και των νέων κλάδων στους οποίους αυτός εμφανίζεται με αποτέλεσμα στο να μετατραπεί σε κυρίαρχο. Σε μια τέταρτη φάση μετασχηματίζει και τους υπόλοιπους κλάδους οι οποίοι ήταν μέχρι τώρα οργανωμένοι με τον παλιό τρόπο παραγωγής, αλλά και ολόκληρη την κοινωνία. Αυτή περίπου ήταν και η ιστορία αντικατάστασης του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής σαν κυρίαρχου από τον καπιταλιστικό. Έτσι φαίνεται θα αντικατασταθεί και ο καπιταλιστικός απο τον κομμουνιστικό. Οι εξελίξεις αυτές είναι μακρόχρονες, για τον καπιταλισμό διήρκεσαν πάνω απο δυο αιώνες. Βλέπουμε δυο παράλληλα προτσές. Ένα οικονομικό-τεχνικό, ένα πολιτικό. Και στα δύο κυριαρχεί η ταξική πάλη, αλλά με άλλες μορφές. Σε όλη αυτή την διαδικασία η αλλαγή εξουσίας, η πολιτική επανάσταση, είναι σημείο καμπής. Οι οικονομικές εξελίξεις διαμεσολαβούνται απο την ταξική πάλη, όχι με την έννοια ότι μπορούν να δημιουργηθούν αυθαίρετα, αλλά για να κυριαρχήσουν. Φυσικά για να γίνει η διαδικασία ανεπίστρεπτη πρέπει να έχουμε σε κάποια προχωρημένη φάση ουσιαστική, πραγματική υπαγωγή, όταν δηλαδή οι νέες τεχνολογίες είναι αποφασιστικές όχι μόνο στους κλάδους της πληροφορικής αλλά σε όλην την κλίμακα της παραγωγής: και στην πρωτογενή και στην δευτερογενή, και στην τριτογενή. Όταν δηλαδή οι σπόροι σχεδιάζονται, όταν η γη καλλιεργείται με αυτοματοποιημένα συστήματα, όταν τα ζώα εκτρέφονται με ρομπότ, όταν η υλική παραγωγή και οι υπηρεσίες έχουν σχεδόν πλήρως αυτοματοποιηθεί. Τότε και ο μεγάλος όγκος της εργασίας θα είναι ερευνητική, επιστημονική, θα έχουμε κυριαρχία του κομμουνισμού. Αυτό φυσικά δεν είναι υπόθεση μιας χώρας, ούτε ομάδας χωρών, αλλά της ενοποιημένης σε παγκόσμια κλίμακα ανθρωπότητας.

i Μαρξ, η αθλιότητα της φιλοσοφίας, χ.χ.ε, Νέοι Στόχοι, σελ. 107.

ii Γενικότερα σε μια κοινωνία, ή αλλιώς κοινωνικό σχηματισμό, δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος παραγωγής, όπως η έκφραση “σήμερα έχουμε καπιταλισμό”, μπορεί να αφήνει να εννοηθεί. Συνυπάρχουν περισσότεροι τρόποι παραγωγής, αλλά όχι ισότιμα. Ένας είναι κυρίαρχος, και αυτός επικαθορίζει, αλλοιώνει και τους υπόλοιπους. Υπάρχει λοιπόν ο κυρίαρχος, πιθανά υπολείμματα παλιότερων τρόπων, και σπέρματα του καινούργιου τρόπου που υπό κάποιες προϋποθέσεις, μέλλει να αντικαταστήσει σαν κυρίαρχος τον σημερινό. Πχ στην Ελλάδα σήμερα έχουμε φυσικά τον κυρίαρχο ιδιωτικοκαπιταλιστικό, τομείς κρατικοκαπιταλιστικού που φθίνουν και ιδιωτικοποιούνται, ελάχιστα υπολείμματα φεουδαρχικά (κλειστά επαγγέλματα), σε μεγάλη έκταση τον τρόπο της μικρής ή απλής εμπορευματικής παραγωγής, και ορισμένες μορφές κομμουνιστικής παραγωγής. Για να μην πούμε ότι περιθωριακά παρατηρούνται και φαινόμενα δουλείας με το τράφικινγκ και κάποιες γυναίκες μετανάστριες που στερούνται την ελευθερία τους κλεισμένες σε κυκλώματα πορνείας.

iii Μια εκδήλωση αυτής της τάσης είναι οι μεταφορντικές μέθοδοι οργάνωσης της εργασίας. Είναι η προσπάθεια στα πλαίσια του καπιταλισμού να αξιοποιηθούν οι νέες ανάγκες για μη-ιεραρχική, συνεργατική οργάνωση που απαιτούν οι νέες τεχνολογίες για να είναι αποδοτικές.

iv Κομμουνιστική διανομή είναι αυτή που ο καθένας παίρνει “σύμφωνα με τις ανάγκες του”. Αυτή φυσικά αντιστοιχεί στην κομμουνιστική παραγωγή, αλλά παρατηρούμε ότι μορφές κομμουνιστικής διανομής υπάρχουν και σήμερα: το δωρεάν σχολείο για όλους, η δωρεάν υγεία, το λεγόμενο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, και γενικά όλες τα είδη και υπηρεσίες που παραχωρούνται χωρίς ισοδύναμο και με βάση τις ανάγκες. Επειδή σήμερα πηγάζουν απο τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων και όχι από μια κυριαρχία του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής, είναι ασταθείς και μπορεί να παίρνονται πίσω όταν ο συσχετισμός αλλάξει.

v Εδώ πρέπει να αποφύγουμε ένα διπλό λάθος. Όσο λαθεμένο είναι ότι μπορούμε να έχουμε κομμουνισμό μόνο και μόνο επειδή το θέλουμε, βολονταριστικά, χωρίς τις απαραίτητες υλικές προϋποθέσεις, άλλο τόσο λαθεμένο είναι να νομίζουμε ότι οι εξελίξεις στην παραγωγή και τεχνολογία θα οδηγήσουν απο μόνες τους σε αλλαγή στις παραγωγικές σχέσεις, στον κομμουνισμό, χωρίς πολιτικές και ιδεολογικές αλλαγές. Η ταξική πάλη τελικά διαμεσολαβεί όλες τις σχετικές αλλαγές.

vi Για τις κρατικές επιχειρήσεις: κρατικοκαπιταλιστικές είναι όσες παράγουν με σκοπό το κέρδος και για την αγορά, και με καπιταλιστικά κριτήρια, και μόνο η νομική ιδιοκτησία ανήκει στο αστικό κράτος, άρα με μια έννοια συλλογικά στην αστική τάξη. Τέτοιες σήμερα είναι πχ ο ΟΤΕ που ανταγωνίζεται άλλες ιδιωτικές και είναι στο χρηματιστήριο. Παράλληλα όμως υπάρχουν κρατικές επιχειρήσεις που δεν παράγουν για το κέρδος αλλά αξίες χρήσης, όπως πχ το δημόσιο σχολείο, ή οι επιχειρήσεις νερού. Οι υπηρεσίες μπορεί να τιμολογούνται ώστε να καλύπτονται τα έξοδα διαχείρισης και νέων επενδύσεων, όπως πχ στην ΕΥΔΑΠ , ή να διανέμονται δωρεάν, “σύμφωνα με τις ανάγκες”, όπως του δημόσιου σχολείου, ή παλιά ο ΟΕΚ πριν καταργηθεί (κομμουνιστική διανομή). Αν η εξουσία αλλάξει χέρια και αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος με τον ιδιωτικοκαπιταλιστικό τομέα (προμήθειες, τιμολογιακή πολιτική), τότε παρόλο που θα κυριαρχεί στην υπόλοιπη οικονομία ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, οι επιχειρήσεις αυτές θα υπάγονται στον κομμουνιστικό τομέα, αν και αυτές που στηρίζονται στην μηχανική παραγωγή θα υπάγονται τυπικά, μιας και θα είναι οργανωμένες με τα χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής επιχείρησης, δηλαδή με την ιεραρχία, και τις παραδοσιακές διαιρέσεις των λειτουργιών διεύθυνσης-εκτέλεσης, και πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας.

vii Έτσι παράλληλα με τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε βλέπουμε και τα σημάδια του καπιταλισμού, όπως η προσπάθεια αναζήτησης χορηγών, η μερική στήριξη σε καπιταλιστικές εταιρείες, κτλ όσον αφορά την παραγωγή λογισμικού, ή τα αρνητικά φαινόμενα που παρατηρούνται στη δημόσια εκπαίδευση.

viii Οι ίδιες οι κοινότητες και το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού, ονομάζει τον τρόπο δουλειά τους “ομότιμο”. Σημασία δεν έχει φυσικά η ονομασία αλλά τα χαρακτηριστικά, που είναι ταυτόσημα με του κομμουνιστικού τρόπου.

ix Εκτός απο το εμπειρικό παράδειγμα του κλεισίματος των εγκυκλοπαιδειών Encarta και Britanica κάτω απο τον ανταγωνισμό της Wikipedia, την τεχνική αρτιότητα του ελεύθερου λογισμικού και την συνεχή βελτίωση του απο χιλιάδες χρήστες λόγω του ανοικτού κώδικα, να αναφέρουμε ότι η αξία της πληροφορίας αυξάνει όσο διασπείρεται, άρα οι πατέντες και οι εμπορικοί περιορισμοί είναι μη αποδοτικοί. Αυτό δείχνει ότι οι νέες κομμουνιστικές σχέσεις γίνονται τεχνική αναγκαιότητα τουλάχιστον σε αυτόν τον κλάδο.


x Σημαντικά βοηθάει και το γεγονός ότι μπορεί να παραχθεί τεράστιος όγκος αξίας χρήσης με ελάχιστα μέσα, με μόνο το απλό εργαλείο του προσωπικού υπολογιστή. Ας κάνουμε υποθετικά έναν υπολογισμό. Ένα πρόγραμμα που χρησιμοποιούν πχ 1 εκατομμύριο χρήστες και πουλιέται πχ €50 το κομμάτι (υπάρχουν βέβαια προγράμματα που πουλιούνται και 500, ή και παραπάνω ευρώ) αντιστοιχεί σε ανταλλακτική αξία 50 εκατομμυρίων, που για την παραγωγή του απαιτούνται μόνο κάποιες -εκατοντάδες έστω- ώρες εργασίας. Για να παραχθεί αντίστοιχη ανταλλακτική αξία στην υλική παραγωγή χρειάζεται δεκάδες εκατομμύρια σταθερό κεφάλαιο και κάποια εκατομμύρια μεταβλητό.