20/2/09

σκέψεις για την Οκτωβριανή επανάσταση.

-->

(έχει σταλεί στο περιοδικό ΟΥΤΟΠΙΑ για δημοσίευση)


Στο παρόν σημείωμα καταθέτουμε κάποιες σκέψεις με αφορμή το πολύ ενδιαφέρον αφιέρωμα του τεύχους 77, μιας και πιστεύουμε ότι η συζήτηση για την Οκτωβριανή επανάσταση πρέπει να ενταθεί σαν προαπαιτούμενο για τον θεωρητικό και προγραμματικό εξοπλισμό του εργατικού και επαναστατικού κινήματος στις μάχες του σήμερα. Αν η δυνατότητα του σοσιαλισμού τον 21ο αιώνα θέλουμε να κρατηθεί ανοικτή, πρέπει να σκύψουμε με προσοχή στα όποια συμπεράσματα βγαίνουν από την έφοδο στον ουρανό του περασμένου αιώνα.
Στο αφιέρωμα παρατέθηκαν διαφορετικές απόψεις από διαφορετικά ιδεολογικά ρεύματα. Να πούμε από την αρχή ότι σε αρκετά σημεία η συζήτηση έδινε την εντύπωση μιας επιστροφής στις ιδεολογικές διαμάχες περασμένων δεκαετιών για την εκ των υστέρων δικαίωση ηττημένων στην εποχή τους απόψεων (με εξαίρεση ίσως την παρέμβαση του Ιταλού Α Catone). Αν και αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό μιας και στο φως των εξελίξεων όλα κρίνονται, εμείς πάντως προτείνουμε να προσανατολιστούμε στο αύριο.
Βέβαια όλοι πια είμαστε αρκετά σοφότεροι (εκτός ίσως εκείνων που εξακολουθούν να ερμηνεύουν τις κοσμοϊστορικές εξελίξεις με τις έννοιες της προδοσίας του οπορτουνισμού, των ιμπεριαλιστικών παρεμβάσεων κτλ, δηλαδή με την αστυνομική-ιδεαλιστική ερμηνεία της ιστορίας), και αυτό φαίνεται και στα άρθρα του αφιερώματος. Ας γίνουμε όμως πιο συγκεκριμένοι.

Υπήρχε πράγματι δυνατότητα ριζικά διαφορετικού δρόμου;

Κατά την γνώμη μας, είτε διατυπώνεται είτε όχι, ένα βασικό πρώτο ερώτημα είναι αυτό: υπήρχαν εναλλακτικές δυνατότητες στις κρίσιμες καμπές, ή οι βασικές επιλογές ήταν λίγο πολύ υποχρεωτικές; Και αν είναι έτσι μήπως τότε η πορεία ήταν προδιαγραμμένη; Και δεν συνιστά αυτό "μηχανιστικό ντετερμινισμό"; [1]
Αν πιστέψουμε τον Bensaid[2], σε όλες τις κρίσιμες καμπές υπήρχαν βιώσιμα εναλλακτικά σχέδια, συνοδευμένα από τις σχετικές πολιτικές και ιδεολογικές διαμάχες. Αναφέρει μερικά, όπως την επιλογή της ΝΕΠ, την βίαιη κολεκτιβοποίηση, την εντατική εκβιομηχάνιση (ο Μπεττελέμ την ονομάζει «σταλινική»), την έλλειψη δημοκρατίας στην κοινωνία και στο κόμμα, το γερμανοσοβιετικό σύμφωνο. Παραλείπει άλλα, όπως την συνθήκη του Μπρέτ-Λιτόβσκ, ή τον τρόπο οργάνωσης των επιχειρήσεων (μονοπρόσωπη διεύθυνση, σοσιαλιστικός φορντισμός, εξωτερική πειθαρχία κτλ). Αυτά τα ζητήματα, και άλλα λιγότερα ίσως σημαντικά, δεν διευθετήθηκαν χωρίς οδυνηρές συγκρούσεις, πολλές από τις οποίες πήραν δραματικές μορφές, μιας και δεν υπήρχε ένας μηχανισμός ομαλής διευθέτησης των πολιτικών διαφορών, όπως ορθά επισημαίνει ο Catone. Το ίδιο και το θεμελιώδες ερώτημα της ιδίας της δυνατότητας οικοδόμησης σοσιαλισμού σε μια και μάλιστα καθυστερημένη χώρα, ερώτημα που κρυβότανε πίσω από τις περισσότερες από τις προηγούμενες επιμέρους διαμάχες.
Παρόλα αυτά το ερώτημα παραμένει. Υπήρχε διαφορετική επιλογή; Ξεφεύγει από τις δυνατότητες του παρόντος μικρού σημειώματος η δυνατότητα να γίνει εκτενής αναφορά. Πάντως η γενική απάντηση μου είναι ότι οι βασικές, στρατηγικές, επιλογές, που καθόρισαν το μέλλον, άρα και την τύχη του νεαρού καθεστώτος, ήταν λίγο πολύ υποχρεωτικές,[3] προδιαγραμμένες από το τι είδους καπιταλισμός προηγήθηκε, αλλά και το διεθνές περιβάλλον:
· Η συνθήκη του Μπρέτ (που τερμάτιζε τις σκέψεις για εξαγωγή της επανάστασης) οφείλονται στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, καθώς και στην άρνηση των εξαθλιωμένων αγροτών να πολεμήσουν (Losurdo).
· Η ΝΕΠ οφείλονταν στην συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι ο πολεμικός κομμουνισμός θα οδηγούσε στην πείνα, στην εξαθλίωση, και στην καταστροφή, ή με άλλα λόγια σήμαινε την αρχική παραδοχή από τους μπολσεβίκους της ανωριμότητας να οικοδομηθεί σοσιαλισμός σε μια αγροτική χώρα, με ανεπαρκές επίπεδο ανάπτυξης.
· Η βίαιη κολεκτιβοποίηση αντίστοιχα σημαίνει την συνειδητοποίηση των κινδύνων καπιταλιστικής παλινδρόμησης από τις κοινωνικές επιπτώσεις της ΝΕΠ. Ακολουθείται λοιπόν ένας δρόμος που οδηγεί στην μαζική βία, στην γιγάντωση των γκουλάγκ, σε έναν δεύτερο εμφύλιο πόλεμο που εξαπολύθηκε από τα πάνω, όπως πετυχημένα αναφέρει ο Losurdo. Αντίστοιχα και η εντατική εκβιομηχάνιση, που σήμαινε δραστική περικοπή βασικών καταναλωτικών αγαθών, βίαια απόσπαση του αγροτικού πλεονάσματος[4], πείνα και διανομή ψωμιού με το δελτίο. Όλες αυτές οι επιλογές φέρνουν την σοβιετική εξουσία σε ευθεία αντίθεση με την μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών, και μεγάλες μερίδες εργατών.
· Τότε είναι που κρίνεται και το ζήτημα της δημοκρατίας. Η δημοκρατία στις τότε συνθήκες φαντάζει όχι μόνο πολυτέλεια, αλλά γίνεται και επικίνδυνη. Η εξουσία μεταβιβάζεται διαδοχικά, από την τάξη στο κράτος, από το κράτος το κόμμα, από το κόμμα στην καθοδηγητική ομάδα (ή και στον ηγέτη).
Το δίλλημα λοιπόν στην πράξη είναι: ή ΝΕΠ και αργή πορεία προς τον καπιταλισμό, ή βίαιη κολεκτιβοποίηση και εκβιομηχάνιση, με όλες τις στρεβλές παρενέργειες, με την τρομοκρατία, ένα σοσιαλισμό του στρατώνα, όπως αναφέρει κάπου ο Βαζιούλιν. Το αδιέξοδο αυτό τι άλλο δείχνει πέρα από το σχετικά ανώριμο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης τις αρχές του 20ου αιώνα;
Όλοι ξέρουμε ότι το σχέδιο των μπολσεβίκων ήταν η παγκόσμια επανάσταση, όχι κατ’ αρχήν με εξαγωγή, (αν και δεν απόκλειαν στρατιωτικές ενέργειες υποβοήθησης), κάτι που όμως δεν πραγματοποιήθηκε. Υιοθετούν τότε αναγκαστικά την θεωρία σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε μια χώρα (ή σε μια …πόλη, ή ακόμα σε έναν …δρόμο, όπως ειρωνικά έλεγε η αντιπολίτευση!), κόντρα στις απόψεις του Μαρξ, του Λένιν, ακόμα (κάτι που πολλοί αγνοούν) και του ίδιου του Στάλιν[5].
Άρα, όσο δύσκολο και αν είναι να το παραδεχτούμε, σε τελευταία ανάλυση δεν δικαιώθηκε το λενινιστικό σχέδιο, και οι μπολσεβίκοι ήρθαν στην τρομερά αμήχανη θέση να προσπαθήσουν να οικοδομήσουν σοσιαλισμό σε μια χώρα, ενώ θεωρητικά το θεωρούσαν αδύνατο[6]. Δυστυχώς η πολιτική πρακτική τους δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να στηρίζεται σε μια βαθύτερη αντίληψη για την θεωρία της μετάβασης, και της ωριμότητας του σοσιαλισμού[7]. Και βέβαια δεν μπορούσε κανείς να προβλέψει εκ των προτέρων πως θα εξελιχθούν τα πράγματα. Γιατί το λενινιστικό σχέδιο του να σπάσει ο αδύνατος κρίκος στις καθυστερημένες χώρες ώστε να ακολουθήσουν οι αναπτυγμένες, φαινόταν σαν το μοναδικό επαναστατικό σχέδιο την εποχή του ιμπεριαλισμού. Τώρα βέβαια ξέρουμε, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι εκ των υστέρων μπορεί να δικαστεί η ιστορία. Και το σημαντικότερο, ή πολύτιμη εμπειρία μπορεί να αξιοποιηθεί για τις προσπάθειες του 21ου αιώνα. [8]
Έτσι, κατά την γνώμη μας, ο τρίτος (κατά τον Losurdo) εμφύλιος πόλεμος που διαπέρασε εγκάρσια όλη την μπολσεβίκικη καθοδήγηση την δεκαετία του ΄30[9] αφορούσε στην υπαρξιακή αγωνία διατήρησης του αδύναμου καθεστώτος. Η μερίδα της καθοδήγησης που επικράτησε -εκφράζοντας φυσικά τα νέα κοινωνικά στρώματα που είχαν συμφέροντα από το καθεστώς (είτε διευθυντικά, είτε μερίδων της εργατικής τάξης, όπως σωστά κατά την γνώμη μου αναλύει ο Μπεττελέμ)-, προσπάθησε δια πυρός και σιδήρου να κρατηθεί, γιατί οι εναλλακτικές προτάσεις φαινότανε ότι οδηγούσαν στον καπιταλισμό. Αυτό δεν συνιστά με κανένα τρόπο δικαιολόγηση της σταλινικής τρομοκρατίας. Απλά δείχνει, πιστεύω, τα αδιέξοδα μιας πορείας που είχε πια την δική της λογική και τις δικές της ανάγκες.
Σοσιαλισμός ή κάτι άλλο;

Το δεύτερο κρίσιμο ερώτημα είναι αυτό που αφορά το χαρακτήρα των κοινωνιών αυτών.
Ο ταξικός χαρακτήρας ενός καθεστώτος δεν καθορίζεται κυρίως από το αν η ίδια η κυρίαρχη τάξη κυβερνά. Καθορίζεται από το χαρακτήρα των μετασχηματισμών που πραγματοποιεί, από το ποιας τάξης τα συμφέροντα εκπροσωπεί. Κανείς δεν σκέφτεται να αμφισβητήσει τον καπιταλιστικό χαρακτήρα μιας χώρας επειδή λίγοι ή και κανένας επιχειρηματίας δεν ασχολείται άμεσα με την πολιτική διαχείριση. Έτσι δεν συμφωνούμε με την ονομασία του Μπεττελέμ: «κομματικός –ή κρατικός-καπιταλισμός». Μη μας μπερδεύουν οι αδυναμίες (ή και η φρίκη κάποιων περιόδων) του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε. Ο σοσιαλισμός -αλλά και ο κομμουνισμός!- δεν είναι παράδεισος. Έχει κάποιες ευθύνες και ο Μαρξ για μια ουτοπική και κάπως βιβλική εικόνα του κομμουνισμού, αν και ο ίδιος πολλές φορές προειδοποιούσε ότι δεν γνωρίζει πως θα είναι το μέλλον.
Τότε τι ήταν τα καθεστώτα αυτά; Φυσικά να τα θεωρήσει κανείς πλήρως αντιπροσωπευτικά του κομμουνισμού[10] θα αποτελούσε δυσφήμηση του μαρξισμού.
Νομίζουμε ότι καλλίτερο ερμηνευτικό πλαίσιο για την εκτίμηση εκείνων των κοινωνιών προσφέρει η θεωρία του πρώιμου σοσιαλισμού, όπως αρχικά την επεξεργάστηκε ο Βαζιούλιν και η διεθνής ερευνητική ομάδα «λογική της Ιστορίας»[11].
Με δεδομένη την ανεπαρκή ακόμα κοινωνικοποίηση των παραγωγικών δυνάμεων, δημιουργήθηκε σε εκείνη την φάση μια πρώιμη σοσιαλιστική κοινωνία με τυπική μόνο κοινωνικοποίηση των παραγωγικών σχέσεων (νομική μόνο κρατικοποίηση, αδυναμία ουσιαστικής διαχείρισης των επιχειρήσεων από την ίδια την εργατική τάξη). Όπως είχα την ευκαιρία να αναπτύξω αλλού[12], η τυπική κοινωνικοποίηση συνοδεύονταν και από τυπική μόνο εξουσία της εργατικής τάξης (από το κόμμα της και μόνο στο όνομα της), αλλά και από τυπική ιδεολογική κυριαρχία (ουσιαστική αστική ιδεολογική ηγεμονία, διπλή ηθική, και άλλα φαινόμενα που παρατηρούνταν). Η μηχανική παραγωγή δεν είναι η υλική βάση του κομμουνισμού, αλλά του καπιταλισμού[13]. Έτσι ο χαρακτήρας της εργασίας που της αντιστοιχεί (αναγκαστικός, μονότονος, και μη δημιουργικός), δεν προσφέρεται για την απελευθέρωση του παραγωγού, και μόνο με την εισαγωγή της γενικευμένης αυτοματοποίησης θα αλλάξει ώστε να γίνει ζωτική ανθρώπινη ανάγκη.
Αυτή η σε γενικές γραμμές ανάλυση πιστεύω ότι εξηγεί υλιστικά τον παρατηρούμενο υποδουλωτικό καταμερισμό διευθυνόντων και διευθυνομένων, την ύπαρξη της γραφειοκρατίας, την έλλειψη ουσιαστικής δημοκρατίας (ακόμα και αν δεν είχαμε τις υπερβολές της σταλινικής τρομοκρατίας)[14], και είναι στον αντίποδα της ανάλυσης του άρθρου του Μπεττελέμ[15] για την διανόηση. Εξ άλλου και ο ίδιος καταλαβαίνει τις αδυναμίες της ανάλυσης του μη μπορώντας να εξηγήσει την παλινδρόμηση που αναφέρει στην Κίνα μετά την πολιτιστική επανάσταση.
Αντίθετα ο Catone σωστά συνδέει την ατροφία των Σοβιέτ με την αδυναμία της ρωσικής εργατικής τάξης να διοικήσει. Έχουμε αλλού αναφέρει[16] ότι η εργατική τάξη που οικοδομούσε τον σοσιαλισμό δεν ήταν η εργατική τάξη που έκανε την επανάσταση. Εκείνη ή αποδεκατίστηκε στον πόλεμο, ή πέρασε σε διοικητικές θέσεις. Η καινούργια εργατική τάξη προέρχονταν από την αγροτιά, ή από παλιούς μικροαστούς, και σε μεγάλο μέρος ήταν αδιάφορη ή και εχθρική προς τον σοσιαλισμό. Κάτι που πολλοί δεν παίρνουν υπόψη τους, και για την ερμηνεία του τότε, αλλά και για σήμερα, για την αξία της μέγιστης καπιταλιστικής ανάπτυξης για μια χώρα προκειμένου να περάσει στον σοσιαλισμό.
Μια άλλη σημαντική πλευρά, είναι η ανάγκη ύπαρξης συνειδητής και σταθερής πλειοψηφίας υπέρ των συντελούμενων μετασχηματισμών. Κατά την γνώμη μας η αναγκαστική υποτίμηση του ζητήματος αυτού από τους μπολσεβίκους[17], λόγω της υπερβολικά μικρής εργατικής τάξης, αλλά και του πολιτικού πολιτισμού στην απολυταρχική τσαρική Ρωσία, είναι μια από τις αιτίες των μετέπειτα εξελίξεων. Δεν συμφωνούμε με τον τρόπο που ο Bensaid παρακάμπτει το ζήτημα με το ερώτημα «μειοψηφικό πραξικόπημα ή επανάσταση». Προφανώς είχαμε αυθεντική επανάσταση, αλλά ταυτόχρονα και έλλειψη σταθερής πλειοψηφίας, όπως έδειξαν τα αποτελέσματα της Συντακτικής, που διέλυσαν οι μπολσεβίκοι, όπως εξάλλου έδειξε και η κριτική της Λούξεμπουργκ, και οι εύστοχες επισημάνσεις της για την ανάγκη πολιτικού πλουραλισμού, ανεξάρτητα από το πόσο ρεαλιστικές ήταν για την Ρωσία του ’20 (πράγμα που επιβεβαιώνει και το σχετικά ανώριμο της κομμουνιστικής οικοδόμησης τότε).
Το σύγχρονο όραμα του σοσιαλισμού.

Αν δεν θέλουμε να διεξάγουμε την συζήτηση σαν ιστορικοί, αλλά με τα μάτια στραμμένα στο παρόν και το μέλλον του επαναστατικού κινήματος, πρέπει να δούμε πως τροποποιείται το πολιτικό σχέδιο για τον σοσιαλισμό του 21ου αιώνα.
Σήμερα μια σειρά νέα φαινόμενα επικαιροποιούν την δυνατότητα του κομμουνισμού. Πρώτα από όλα οι νέες παραγωγικές δυνάμεις, με την αυτοματοποίηση της παραγωγής, δημιουργούν την υλική βάση του κομμουνισμού[18], και επιφέρουν σημαντικές απελευθερωτικές αλλαγές στον χαρακτήρα της εργασίας. Ο λεγόμενος μεταφορντικός τρόπος παραγωγής, φανερώνει την ανάγκη για ανεβασμένο και πιο δημιουργικό ρόλο της εργασίας, αλλά και την δυνατότητα να γεφυρώνεται το χάσμα πνευματικής κι χειρωνακτικής εργασίας, καθώς και διευθυντικής και εκτελεστικής, που εμποδίζεται από τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και μπορεί να πραγματοποιηθεί μερικά στον σοσιαλισμό, και πληρέστερα στον κομμουνισμό. Τώρα πια ο σύγχρονος εργαζόμενος μπορεί να διοικήσει τις επιχειρήσεις και το κράτος (ενώ η «μαγείρισσα» της γνωστής ρήσης του Λένιν, σε αντίθεση με τις αυταπάτες μας, δεν μπορούσε αλλά ούτε και ήθελε).
Αυτή η ποιοτική αλλαγή φυσικά είναι μια γενική δυνατότητα. Απομένει στα επαναστατικά κόμματα να επεξεργαστούν το πολιτικό σχέδιο, έτσι ώστε να κερδίσουν την πλειοψηφία των υποτελών τάξεων. Και βέβαια τώρα, χάρις και στο τιτάνιο και ηρωικό έργο των πρωτοπόρων του Οκτώβρη, είμαστε σοφότεροι.
Για παράδειγμα στο ζήτημα της δημοκρατίας: μας βρίσκουν απολύτως σύμφωνους οι επισημάνσεις του Catone ότι πριν από το τι θα μετασχηματίσουμε πρέπει να συμφωνήσουμε τις δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά και να επεξεργαστούμε έναν μηχανισμό επίλυσης των ενδοταξικών αντιθέσεων, που ο σημερινός καπιταλισμός οξύνει ακόμα παραπέρα. Στην επαναστατική διαδικασία έχουν θέση περισσότερα του ενός επαναστατικά κόμματα. Η ιδεολογική διαμάχη στα πλαίσια της Αριστεράς δεν πρέπει να εξελλίσεται σε μόνιμη πολιτική αντιπαράθεση, όπως για παράδειγμα κάνει το ΚΚΕ (αλλά και η εξωκοινοβουλευτική Αριστερά) σήμερα. Ακόμα παραπέρα, ο πολιτικός πλουραλισμός, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο όσους εργαζόμενους είναι υπέρ του σοσιαλισμού, αλλά και εκείνους που είναι προσωρινά επιφυλακτικοί ή και κατά, μιας και η οικοδόμηση του απαιτεί την μεγαλύτερη δυνατή συναίνεση. Σε κάθε φάση οι μετασχηματισμοί πρέπει να γίνονται με την θέληση της πλειοψηφίας, που η γνώμη της θα είναι σεβαστή και θα υλοποιείται ακόμα και αν αντιτίθεται προσωρινά στην πολιτική των επαναστατικών δυνάμεων. Η κατάληψη της εξουσίας θα είναι μια διαδικασία που προϋποθέτει την ηγεμονία, μιας και η επανάσταση δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην δύναμη. Η άμεση δημοκρατία που πρέπει να εμπλουτιστεί με πολλές μορφές, δεν μπορεί να αντικαταστήσει την αντιπροσώπευση στο μεταβατικό διάστημα, και πρέπει να συναρθρώνεται μαζί της. Φυσικά η αντιπροσώπευση για να είναι δημοκρατική πρέπει να υπόκειται στους περιορισμούς της ανάκλησης, του περιοδικού ελέγχου από τους εντολείς, της απουσίας προνομίων. Εκεί διαφέρει η αστική από την προλεταριακή δημοκρατία. Λύση δεν είναι η μεταφυσική αντιπαράθεση μεταξύ αστικής και εργατικής δημοκρατίας, ούτε η κατάργηση των κατακτήσεων της αστικής δημοκρατίας αλλά η επέκταση, ο εμπλουτισμός και η ουσιαστικοποίηση της.
Φυσικά σε περίπτωση που αστικές δυνάμεις προκρίνουν αντιδημοκρατική εκτροπή ευνόητο είναι ότι η επανάσταση θα υπερασπιστεί τον εαυτό της με τον πιο αποφασιστικό τρόπο.
Αυτά όλα είναι μαθήματα που με οδυνηρό τρόπο μας δίδαξε ο Οκτώβρης.
Παραπέρα: η ενότητα των κινητήριων κοινωνικών δυνάμεων του σοσιαλισμού, και ιδιαίτερα της εργατικής τάξης δεν είναι κάτι δεδομένο, και η λύση των αντιθέσεων απαιτεί υψηλή πολιτική ικανότητα. Σοβαρές αντιθέσεις (έστω μη ανταγωνιστικές, αλλά πάντως αντιθέσεις) δημιουργούνται και αναπαράγονται σε κάθε φάση. Υπάρχουν και σήμερα. Αρκεί να σκεφτούμε τις αντικειμενικές αντιθέσεις μεταξύ εργαζόμενων στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, των υψηλόμισθων και χαμηλόμισθων, των ασφαλισμένων και ανασφάλιστων, των εργαζόμενων και άνεργων, των εγχώριων και των μεταναστών, των ειδικευμένων και ανειδίκευτων, των νέων και των παλιών, των αντρών και γυναικών, για να μην αναφέρουμε διαφορές πχ οικολόγων και κάποιων εργαζομένων σε ρυπογόνες επιχειρήσεις, ή άλλες που ξεπηδούν συνέχεια για επιμέρους ζητήματα.
Είναι αυταπάτη ότι κάποιος θα μπορεί να εκφράσει τους πάντες, ακόμα και αν ανήκουν στις υποτελείς τάξεις. Οι αντιθέσεις πρέπει να επιλύονται δημιουργικά και όχι να κουκουλώνονται ή να καταπνίγονται. Και σε τελευταία ανάλυση οι μετασχηματισμοί που θα συντελούνται θα εκφράζουν ένα συσχετισμό δυνάμεων όχι μόνο μεταξύ καπιταλιστών και εργαζομένων, αλλά και έναν ενδοταξικό συσχετισμό, μεταξύ μερίδων της εργατικής τάξης. Δεν υπάρχει μια ενιαία εργατική τάξη, άρα ούτε ένα συμφέρον, άρα, κατά πάσα πιθανότητα, ούτε ένα κόμμα. Και αυτό είναι ένα μάθημα που μας δίδαξε με τραγικό τρόπο ο Οκτώβρης.
Μπορεί, τέλος, να οικοδομηθεί μια σοσιαλιστική κοινωνία, ιδιαίτερα σήμερα, εποχή έντονης διεθνοποίησης, σε μια μόνο χώρα, και μάλιστα όχι την πιο προηγμένη (όπως πχ οι ΕΠΑ;). Η εμπειρία λέει πως όχι. Αυτό δημιουργεί ορισμένα προγραμματικά καθήκοντα: για παράδειγμα, και μιλώντας για την χώρα μας: τι νόημα έχει το σύνθημα για αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση, εκτός της αυταπάτης ότι θα βαδίσουμε στον σοσιαλισμό μόνοι μας; Φυσικά, λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης (που αφορά και στην οικονομία και στην πολιτική), δεν θα ξεκινήσουν όλες οι χώρες την ίδια ακριβώς στιγμή. Αλλά πέραν του γεγονότος ότι σε κάθε περιφέρεια παρατηρούνται φαινόμενα ντόμινο (βλέπε σήμερα Λ. Αμερική), οι επαναστατικοί μετασχηματισμοί, που έτσι ή αλλιώς θα χρειαστούν ένα σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, δεν θα μπορούν να ξεπερνάνε ένα ορισμένο σημείο, όχι λόγω της τυπικής ένταξής στη Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά λόγω της αντικειμενικής διαπλοκής με την διεθνή οικονομία. Σχηματικά: πρώτα θα αλλάξει χαρακτήρα η Ευρωπαϊκή Ένωση και μετά θα έχουμε βαθιές σοσιαλιστικές αλλαγές και στην χώρα μας.
Αντί επιλόγου.

Βλέπουμε, αργά και βασανιστικά να ξεδιπλώνεται η έρευνα και να αναπτύσσεται ένας διάλογος για τις εμπειρίες από τις κοινωνίες που σημάδεψαν τον 20ο αιώνα. Δυστυχώς πολλά από τα στερεότυπα που ανατράπηκαν στην ζωή με δραματικό τρόπο είναι δύσκολο να χρεοκοπήσουν και στην συνείδηση των πρωταγωνιστών τους. Θέλει τόλμη αλλά και ικανότητα. Και είναι χαρακτηριστικό ότι κόμματα που εκφράζουν κατά κύριο λόγο την μερίδα της παραδοσιακής εργατικής τάξης[19], δεν έχουν την ικανότητα να υπερβούν αγκυλώσεις και ένα θεωρητικό δογματισμό, ώστε να χαράξουν μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική. Το ΚΚΕ για παράδειγμα, στο μεν ζήτημα της εκτίμησης του τι συνέβη περιορίζει το όλο ζήτημα στην "κυριαρχία του οπορτουνισμού"[20], ή στις συνομωσίες του ιμπεριαλισμού και στην προδοσία της ηγεσίας. Όσον δε την ανάλυση του σύγχρονου καπιταλισμού παραμένει στις αναλύσεις για τον ιμπεριαλισμό του 1920. Και άλλοι διανοητές προσπαθούν να αναπαράγουν παρελθούσες ιδεολογικές διαμάχες, (έστω και πιο ώριμα, έστω και χωρίς τα πάθη του παρελθόντος). Αυτό μας φαίνεται άγονο. Δημιουργικότερο μας φαίνεται να προσπαθήσουμε να δούμε πως η εμπειρία τροποποιεί το πολιτικό μας σχέδιο ώστε οι επόμενες προσπάθειες, που έτσι ή αλλιώς θα γίνουν σε ωριμότερες αντικειμενικές συνθήκες, να είναι πιο αποτελεσματικές. Σε αυτό βλέπουμε και την δικαίωση των τιτάνιων προσπαθειών των πρωταγωνιστών του μεγάλου Οκτώβρη.
ενδεικτική βιβλιογραφία.
1. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗΣ Μ: ο σοσιαλισμός στο κατώφλι του 21ου αιώνα, Σύγχρονη εποχή. Σοσιαλιστική αυτοδιοίκηση, αυτοδιαχείριση, Σύγχρονη εποχή, 1983
2. ΒΑΖΙΟΥΛΙΝ : η λογική της ιστορίας, Ελληνικά γράμματα.
3. ΓΙΑΚΟΥΣΕΦ: η θεωρία περί ύπαρξης κρατικού καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ, ΚΟΜΕΠ τ.6-2002 και τ.1-2003
4. ΕΝΓΚΕΛΣ: πρόλογος στο ‘οι ταξικοί αγώνες στην Γαλλία’, ΔΙΑΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ.
5. ΙΣΤΟΡΙΑ του ΚΚΣΕ, Μόσχα, 1973
6. ΚΑΠΠΟΣ Κ.: κριτική του σοβιετικού σχηματισμού, εκδόσεις ΑΛΦΕΙΟΣ, 2000.
7. ΚΑΟΥΤΣΚΥ: the dictatorship of the proletariat, www.marxists.org/archive
8. ΚΚΕ: Εκτιμήσεις και προβληματισμοί για τους παράγοντες που καθόρισαν την ανατροπή του σοσιαλιστικού συστήματος στην Ευρώπη, 1996. Θέσεις της ΚΕ για το σοσιαλισμό (για το 18ο συνέδριο).
9. ΛΕΝΙΝ: έργα περιόδου 1918-1923, τόμοι 34-43 των απάντων, Σύγχρονη εποχή.
10. ΛΟΥΞΕΜΠΟΥΡΓΚ: τα οργανωτικά ζητήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας, στο www.marxists.org/ellinika, η ρωσική επανάσταση, στο www.marxists.org
11. ΜΑΡΞ: Κεφάλαιο. Κριτική του προγράμματος της Γκόττα. Γερμανική ιδεολογία.
12. ΜΗΛΙΟΣ Γ: κρατικός σχεδιασμός και επιχείρηση στην ΕΣΣΔ, Θέσεις τ.33.
13. ΜΙΧΑΗΛ Σ: ξανά για τις μεταβατικές κοινωνίες, ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ, 1990.
14. ΜΠΕΤΕΛΛΕΜ: Μετάβαση στην σοσιαλιστική οικονομία, εκδόσεις Μπάιρον, 1983.
15. ΜΠΙΤΣΑΚΗΣ Ε.: ένα φάντασμα πλανιέται, εκδόσεις Στάχυ, 1992. Γονίδια του μέλλοντος, εκδόσεις Προσκήνιο, 2001.
16. ΠΑΤΕΛΗΣ Δ: αυτοματοποίηση της παραγωγής και ο χαρακτήρας της εργασίας, και Οκτωβριανή επανάσταση: οι αντιφάσεις του πρώιμου σοσιαλισμού, www.geocities.com/ilhsgr
17. ΠΑΥΛΙΔΗΣ Π: το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ, εκδόσεις Προσκήνιο, 2001. Η επαναστατική στρατηγική στον πρώιμο σοσιαλισμό, και ανιχνεύοντας την σοσιαλιστική προοπτική, www.geocities.com/ilhsgr.
18. ΡΟΥΣΗΣ Γ: ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς, εκδόσεις Γκοβόστη, 2008
19. ΣΤΑΛΙΝ: Ζητήματα λενινισμού, έκδοση ΚΕ ΚΚΕ.
20. ΣΤΑΜΑΤΗΣ Γ: σχέδιο και αγορά στις σοσιαλιστικές χώρες, εκδόσεις Κριτική, 1988.
21. ΤΡΟΤΣΚΙ: η προδομένη επανάσταση, εκδόσεις Αλλαγή, 1984
22. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ Α: υπήρχε εναλλακτική λύση Μπουχάριν για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού; ΘΕΣΕΙΣ τ.31, 1990
23. ΧΟΜΠΣΜΠΑΟΥΜ: Η εποχή των άκρων, ΘΕΜΕΛΙΟ, 2003


[1] οι αλληλοκατηγορίες των δύο βασικών ρευμάτων για ντετερμινισμό ή βολονταρισμό δεν προχωράνε την συζήτηση στο ελάχιστο. Σημασία έχουν οι συγκεκριμένες αναλύσεις
[2] όλες οι αναφορές αφοράνε στα άρθρα του αφιερώματος.
[3] Πιστεύω ότι το ζήτημα της α-συνέχειας που βάζει ο Bensaid, και της δυνατότητας διαφορετικού δρόμου πηγάζει από την αντίληψη του ότι η οικοδόμηση του σοσιαλισμού ήταν και στην περίπτωση της Ρωσίας ήδη υπερώριμη, επόμενα αν η πορεία ήταν προδιαγραμμένη τότε θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι οι συμφορές που επακολούθησαν είναι εγγενείς στον μαρξισμό.
[4] «Πρωταρχική σοσιαλιστική συσσώρευση».
[5] Στην αρχική έκδοση των ζητημάτων Λενινισμού αναφέρεται το αδύνατο της οικοδόμησης σε μια μόνο χώρα, κάτι που αλλάζει στην δεύτερη έκδοση.
[6] Σύμφωνα με την (ναπολεόντειο) τακτική «ας εμπλακούμε πρώτα, και μετά βλέπουμε…»
[7] Οι σχετικές αυταπάτες ξεκινάνε από τους Μαρξ-Ένγκελς, όπως ο Ένγκελς παραδέχεται στον πρόλογο των ταξικών αγώνων στην Γαλλία, ΔΙΑΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ, σελ 131-132, όπου αποδεικνύεται η ανωριμότητα της επανάστασης με βάση την κατοπινή θυελλώδη καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη.
Σε αυτήν την προβληματική είναι αφιερωμένο μεγάλο μέρος του βιβλίου του Γ. Ρούση, «ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς».
Για περισσότερα δες Δ Πολίτη: η επικαιρότητα του σοσιαλισμού τον 21ο αιώνα, ΔΙΑΠΛΟΥΣ, τεύχος 15.
[8] Για μια παρόμοια, αλλά όχι ταυτόσημη τοποθέτηση, δες Π. Παυλίδη: «η επαναστατική στρατηγική στον πρώιμο σοσιαλισμό», http://www.geocities.com/ilhsgr/ilhsgr.htm
[9] Βέβαια η τέτοια περιγραφή συνιστά ευφημισμό μιας κατάστασης εκτεταμένης τρομοκρατίας και διώξεων. Θα μπορούσε να διατυπωθεί τουλάχιστον σαν μονόπλευρος εμφύλιος πόλεμος (ή σαν ένα συνεχές πραξικόπημα του Στάλιν, σύμφωνα με τον Μπεττελέμ).
[10] Κάτι που κάνουν το ΚΚΕ, αλλά και για ευνόητους λόγους οι αστοί ιδεολόγοι.
[11] Ή σύμφωνα με τον Μπουχάριν: «ο σοσιαλισμός σε μας δεν θα μπορέσει να πετύχει άνθηση…για μεγάλο χρονικό διάστημα θα είναι καθυστερημένος, ιδιόμορφος, προκαθορισμένος από τον τύπο του καπιταλισμού που προηγήθηκε…» (1926, εισήγηση στην συνδιάσκεψη του Λένινγκραντ). Απλά να αναφέρουμε εδώ ότι και στην εποχή των αστικών επαναστάσεων έχουμε εντελώς πρώιμες προσπάθειες που δεν τελεσφόρησαν (Ιταλία 16ος αιώνας), πρώιμες που μισοτελεσφόρησαν (Αγγλία τον 17ο αιώνα), κλασσικές επαναστάσεις (στην Γαλλία από το 1789 μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα), και μεταγενέστερες (σε μια σειρά χώρες, όπως στην Γερμανία και αλλού τον 19ο αιώνα).
[12] Προς ένα νέο επιστημονικό κεκτημένο, ΔΙΑΠΛΟΥΣ, τεύχος 20
[13] Μια βασική παρανόηση του κλασσικού μαρξισμού, που πηγάζει από τον ίδιο τον Μαρξ. Στην βάση αυτής της παρανόησης θεωρούσαν υπερώριμο τον κομμουνισμό ακόμα και το 1848. Αργότερα διόρθωσαν αυτήν τους την αυταπάτη, όχι όμως πλήρως αλλά μερικά, αφού δεν έπαψαν να θεωρούν την μηχανική παραγωγή επαρκή υλική βάση του κομμουνισμού.
[14] Για περισσότερα δες το εξαιρετικό βιβλίο του Π. Παυλίδη: «το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ», εκδόσεις Προσκήνιο, 2001
[15] υπενθυμίζουμε ότι λες οι αναφορές παραπέμπουν στα άρθρα του αφιερώματος του τεύχους 77.
[16] Εφτά θέσεις για τις κοινωνίες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ΔΙΑΠΛΟΥΣ, τεύχος 9
[17] Ο Λένιν θεωρητικοποίησε αυτήν την αντίληψη λέγοντας ότι ποτέ στον καπιταλισμό δεν μπορεί να κερδηθεί η πλειοψηφία. Μετά από αυτό δεν είναι μακριά η θέση για ανάγκη δικτατορίας του κόμματος! (12ο συνέδριο, αν και ο Στάλιν αργότερα έγραψε ότι μπήκε από …αβλεψία)
[18] Για περισσότερα δες Πατέλη: «αυτοματοποίηση της παραγωγής και χαρακτήρας της εργασίας», http://www.geocities.com/ilhsgr/ilhsgr.htm
[19] Παραδοσιακή και σύγχρονη εργατική τάξη. Οι έννοιες χρησιμοποιούνται σε σχέση με την ένταξη στους αντίστοιχους κλάδους της οικονομίας, αλλά και άλλα χαρακτηριστικά, όπως τρόπος εργασίας, μορφωτικό επίπεδο κτλ. Η παραδοσιακή χάνει όλο και περισσότερο τον πρωτοπόρο επαναστατικό της ρόλο, που περνά σιγά- σιγά στην σύγχρονη μερίδα της. Έτσι οι οργανώσεις και τα κόμματα που εκφράζουν την παραδοσιακή μερίδα, παρουσιάζουν μια αμηχανία στρατηγικής και προγράμματος, και μια δυσκολία θεωρητικών επεξεργασιών.
[20] Ακόμα και αν ήταν έτσι δεν πρέπει να εξηγηθεί γιατί κυριάρχησε ο οπορτουνισμός; Αυτό δεν είναι μια έμμεση ομολογία της σχετικής ανωριμότητας του κομμουνισμού τότε;

21/12/08

ΜΑΡΤΑ ΧΑΡΝΕΚΕΡ: ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΔΥΝΑΤΟ.



-βιβλιοπαρουσίαση:
(Μετάφραση: Δημήτρης Κουφοντίνας).
εκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ.

« Η Μ Χάρνεκερ, απόγονος μεταναστών που έφτασαν στην Χιλή πριν από 100 χρόνια από την μακρινή Αυστρία, είναι μια από τις σημαντικότερες ερευνήτριες της Λ. Αμερικής. Σπούδασε Ψυχολογία στο καθολικό πανεπιστήμιο της Χιλής…τελείωνε τις σπουδές της όταν ξέσπασε η Κουβανέζικη επανάσταση, η οποία την επηρέασε βαθειά…πηγαίνει με υποτροφία στο Παρίσι…γίνεται μαθήτρια και οπαδός του Λ Αλτουσέρ…με την καθοδήγηση του μελετά τον Μαρξ. Καρπός των μελετών της αποτελεί το πολύ πλέον γνωστό βιβλίο …Βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού… επιστρέφει στην Χιλή το 1968…διδάσκει επί ένα χρόνο αλλά γρήγορα εγκαταλείπει τις πανεπιστημιακές αίθουσες και οργανώνει μαθήματα μαρξισμού για εργάτες…την περίοδο Αλιέντε και της Λαϊκής Ενότητας εγκαταλείπει τα μαθήματα και διευθύνει το εβδομαδιαίο πολιτικό περιοδικό Chile Hoy…μετά το πραξικόπημα καταφεύγει στην Κούβα…έχει αναδειχτεί σε μια από τις σημαντικότερες ερευνήτριες των χειραφετικών εμπειριών της Λ. Αμερικής…έχει γράψει εκατοντάδες άρθρα, έχει εκδώσει 45 περίπου βιβλία…τα τελευταία χρόνια έχει εγκατασταθεί στην Βενεζουέλα…» (από το εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή).
Στο βιβλίο η Μ. Χάρνεκερ (στο εξής ΜΧ) καταπιάνεται σχεδόν με όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η μαρξιστική θεωρία, και με όλα σχεδόν τα ζητήματα που απασχολούν την σύγχρονη Αριστερά και μάλιστα όχι με έναν εγκεφαλικό τρόπο, με τον ακαδημαϊσμό που δυστυχώς σημαδεύει την πλειοψηφία της σύγχρονης μαρξιστικής σκέψης, αλλά αναμετριέται με την ζωντανή και δύσκολη πραγματικότητα της πολιτικής πάλης, χωρίς την οποία, η θεωρία εύκολα μπορεί να γλυστρίσει στον θεωρητικισμό.
Η ΜΧ δεν ισχυρίζεται ότι λέει την τελευταία λέξη. Συμβάλλει στον διάλογο, αλλά περισσότερο δίνει εφόδια στον αναγνώστη ώστε να μπορέσει να σχηματίσει δική του ανεξάρτητη γνώμη, και να κρίνει με τα δικά του μέσα θεωρίες και πολιτικές. Ακόμα και η μορφή του κειμένου, γραμμένο εν είδη (1399!) θέσεων για διάλογο διευκολύνει αυτό τον σκοπό.
Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη.
Στο πρώτο μέρος επιχειρείται μια σύντομη καταγραφή των σημαντικότερων γεγονότων που σημάδεψαν τα τελευταία χρόνια (κουβανέζικη επανάσταση, απελευθερωτικές προσπάθειες από διαφορετικούς δρόμους, ένοπλους και ειρηνικούς, δραματικές εξελίξεις στις σοσιαλιστικές χώρες). Είναι το λιγότερο θεωρητικό μέρος του βιβλίου, η ΜΧ στέκεται περισσότερο στα γεγονότα και στα πιο προφανή συμπεράσματα (φυσικά όχι πάντα αυτονόητα για όλους!). Αναγνωρίζει η ίδια την ανάγκη παραπέρα εμβάθυνσης, έργο που θεωρεί ότι πρέπει να γίνει συλλογικά, και εδώ απλά καταθέτει μια μικρή συμβολή.
Στο δεύτερο μέρος γίνεται μια εκτενής παρουσίαση ερευνών και μελετών πάνω στο σύγχρονο καπιταλισμό. Η συγγραφέας αν και σε πολλά ζητήματα παρουσιάζει τις διαφορετικές απόψεις ενός εν εξελίξει διαλόγου, στα περισσότερα παίρνει θέση, και προσθέτει και τις δικές τις σκέψεις. Είναι τόσο πλούσια η θεματολογία, και τόσο ανάγλυφη η παρουσίαση που βοηθάει ακόμα και τον σχετικά ακατατόπιστο, ιδιαίτερα εκείνον που δεν έχει τον χρόνο ή την διάθεση να ασχοληθεί με μια πολύ εκτεταμένη βιβλιογραφία ώστε να έρθει σε επαφή με το αντικείμενο.
Τέλος το τρίτο μέρος αποτελεί μια πρωτότυπη συμβολή σε μια σύγχρονη επιστήμη της πολιτικής. Βασισμένη στις εμπειρίες όλης της Αριστεράς, στις πιο διαφορετικές εκφράσεις της από τα ένοπλα αντάρτικά και τα αντάρτικα πόλης μέχρι τα πιο ΄θεσμικά΄ κινήματα, όπως τις δημαρχιακές προσπάθειες, το κυβερνητικό έργο κτλ προσπαθεί να απαντήσει το τι να κάνουμε;
Ας δούμε λίγο πιο αναλυτικά κάθε μέρος ξεχωριστά.
  1. τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την Αριστερά.
Η ιστορική σημασία της κουβανέζικης επανάστασης είναι φανερή. Η ΜΧ αναφέρει και μια σειρά πολιτικές επιπτώσεις: καταρρέουν δύο μύθοι, ένας γεωγραφικός (ότι δεν μπορεί να γίνει επανάσταση στην αυλή των ΕΠΑ) και ένας στρατιωτικός (ότι οι σύγχρονοι τακτικοίi στρατοί είναι ακατανίκητοι). Πριμοδοτείται η αντίληψη της ένοπλης πάλης, κάθε άλλο θεωρείται ρεφορμισμός. Τόσο που από μέσο γίνεται αυτοσκοπός. Η στρατιωτική ήττα των περισσότερων κινημάτων αποδεικνύει την ανάγκη ταυτόχρονης μαζικής πάλης, υποστήριξης από τα πλατεία λαϊκά στρώματα των πόλεων. Και εκτιμά ότι το κουβανέζικο σχέδιο για επέκταση της επανάστασης σε όλη την υποήπειρο δεν πραγματοποιείται.
Γίνεται αναφορά στο διεθνές επαναστατικό κίνημα και σε μερικές από τις πιο οδυνηρές σελίδες του με την σινι-σοβιετική διαμάχη, τις ιδεολογικές διαφορές, και τις διασπάσεις των ΚΚ στον υπόλοιπο κόσμο.
Εξετάζονται μερικοί από τους παράγοντες που οδηγούν στην φοιτητική και νεολαιίστικη ανταρσία του ΄68.
Μετά έχουμε ένα ορόσημο, την προσπάθεια στην Χιλή με την νίκη της Λαϊκής Ενότητας. Εδώ γίνεται μια σοβαρή προσπάθεια να γενικευτούν κάποια συμπεράσματα. «Είχε κατακτηθεί η κυβέρνηση αλλά όχι η εξουσία…κοινωνική αντιπολίτευση ήταν τα μεσαία στρώματα και μέρος των εργαζομένων των περιθωριακών περιοχών…οι δυνάμεις της Λαϊκής Ενότητας δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν για τι πρέπει να κάνουν…μερίδες της Αριστεράς καταλάμβαναν μικρές επιχειρήσεις και ζητούσαν εθνικοποίηση τους, απαιτώντας περισσότερο ριζοσπαστισμό από τον Αλλιέντε σαν να είχε όλη την εξουσία…»..
Τελειώνει με ένα βαρυσήμαντο συμπέρασμα: ο δημοκρατικός δρόμος απαιτεί και ένα σοσιαλισμό σύμφωνο με τις παραδόσεις και την θέληση του λαού, και όχι ένα σχηματικό μοντέλο που επιβάλλεται ετσιθελικά.
Τέλος μετά από ανάλυση των εξελίξεων στην Νικαράγουα, και άλλες χώρες, έρχεται στο ζήτημα των ζητημάτων. Την περεστρόικα στην ΕΣΣΔ, και την κατάρρευση των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών χωρών. Εδώ ίσως είναι από τα σημεία με το λιγότερο αναλυτικό βάθος. Τελικά η ανάλυση συμβιβάζεται με την ιδέα της ιμπεριαλιστικής συνωμοσίας: «το πολιτικό άνοιγμα το χρησιμοποίησε πολύ καλά η δυτική αντίδραση για να προωθήσει τις δεξιές θέσεις στο εσωτερικό της χώρας», υποβαθμίζοντας έτσι τις μεγάλες εσωτερικές άλυτες αντιφάσεις εκείνων των κοινωνιών.
Μετά τα δύσκολα για το επαναστατικό κίνημα χρόνια που ακολούθησαν, σημειώνει μια κάποια στροφή στις αρχές του αιώνα, με την ενίσχυση της Αριστεράς στην Λ. Αμερική, ιδιαίτερα στο εκλογικό πεδίο, στις τοπικές εκλογές αρχικά και μετά σε εθνικό επίπεδο. Παράλληλα εξετάζει και το ένοπλο κίνημα των Ζαπατίστας.
  1. ο κόσμος σήμερα.
Η ανάλυση σε όλο αυτό το τμήμα διαπερνάται από την θέση ότι «ζούμε σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτό των αρχών της κουβανέζικης επανάστασης…όχι μόνο λόγω της ήττας του σοβιετικού σοσιαλισμού…αλλά και από γεγονότα όπως: η νέα επιστημονικοτεχνική επανάσταση και οι επιδράσεις της στην παραγωγική διαδικασία και στην φύση…η επιβολή του νεοφιλελευθερισμού…».
Κεντρικό ζήτημα των αναλύσεων της ΜΧ η λεγόμενη παγκοσμιοποίηση. Αν και χρησιμοποιεί τον όρο διευκρινίζει ότι από την μια δεν έχουμε πραγματική αλλά περιορισμένη διεθνοποίηση, και από την άλλη κρατά αποστάσεις από τον σύγχρονο αντιπαγκοσμιοποιητικό λουδισμό: «ποια πρέπει να είναι λοιπόν η στάση της Αριστεράς…να κριτικάρει το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης ως τέτοιο, ή να κριτικάρει τον καπιταλιστικό χαρακτήρα της σημερινής παγκοσμιοποίησης και να προωθεί μια διαφορετική παγκοσμιοποίηση;…σκέφτομαι ότι σωστό είναι το δεύτερο…με τον ίδιο τρόπο που ο Μαρξ σκεφτόταν ότι η μηχανή-εργαλείο δεν ήταν αρνητική αυτή καθαυτή…κτλ ».
Εξαντλητικά αναλύεται η νέα τεχνολογική επανάσταση και οι συνέπειες της. Στηριγμένη σε αναλύσεις λατινοαμερικανών ερευνητών ερευνά την διαλεκτική των παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, αλλά και τις αλλαγές στον τρόπο ζωής. Σε κάποια σημεία της ανάλυσης ίσως διακρίνει κανείς ψήγματα παραγωγισμού, σε άλλα σημεία όμως σπεύδει να διευκρινίσει ότι δεν υπάρχει γραμμική σχέση, και ότι οι αλλαγές διαμεσολαβούνται από την πάλη των τάξεων.
Σημαντικότατη είναι και η ανάλυση των αλλαγών στην οργάνωση της παραγωγής και της εργασίας. Στηριγμένη σε πληθώρα αναλύσεων Ευρωπαίων αλλά και λατινοαμερικάνων μελετητών ερευνά την ευέλικτη παραγωγή, τα δίκτυα, την σχέση συγκεντροποίησης και υπεργολαβιών, συγκέντρωσης και δικτύωσης-αποκέντρωσης. Αναλύεται ο τογιοτισμός, ο μεταφορντισμός, τα νέα χαρακτηριστικά του πολυλειτουργικού εργαζόμενου αλλά και το ειδικό του βάρος σε σχέση με το σύνολο της εργατικής τάξης.
Αντιδιαστέλλει τις παλιές πολυεθνικές με τις σύγχρονες διεθνικές επιχειρήσεις (υπερεθνικές ίσως είναι καλλίτερος όρος), στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης. Για την παγκοσμιοποίηση: επισημαίνει το πραγματικό της διαδικασίας στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη (πλην μαύρης Αφρικής) ανεξάρτητα από την ιδεολογική εκμετάλλευση του όρου από την αστική τάξη. Στηρίζεται όχι κύρια στις ποσοτικές αλλά στις ποιοτικές αλλαγές, όπως στην διεθνοποίηση της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας, στην πλανητική διάχυση των καπιταλιστικών σχέσεων, στο αυξημένο ρόλο του χρηματιστικού κεφαλαίου, στην νέα σχέση εθνικού και διεθνικού, ιδιαίτερα όσον αφορά το κράτος. Επισημαίνει ότι πρόκειται για μια διαδικασία άνιση και ατελή, και χαρακτηριστικά λέει ότι δημιουργείται και ένας τέταρτος (πέραν του τρίτου) κόσμος.
Ιδιαίτερα αναλύεται η σχέση παγκοσμιοποίησης και νεοφιλελευθερισμού. Χαρακτηριστικά λέει ότι υπάρχει οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό νεοφιλελεύθερο σχέδιο, και εξετάζει τα χαρακτηριστικά και των τεσσάρων. Αν το οικονομικό σημαίνει παντοδυναμία των αγορών, και θεοποίηση του καπιταλιστικού κέρδους, το κοινωνικό είναι η κατακερματισμένη κοινωνία και ο ατομισμός, το πολιτικό είναι η αυταρχική δημοκρατία, και το ιδεολογικό είναι η αντίληψη ότι η αγορά και όχι το κράτος θα δημιουργήσει πλούτο και θα διορθώσει τις ανισότητες και δυσλειτουργίες του καπιταλισμού.
Εκεί που χρειάζεται μια συζήτηση είναι η υπερτίμηση κατά την γνώμη μου από την ΜΧ της δυνατότητας της αστικής τάξης να ενσωματώνει ιδεολογικά τα λαϊκά στρώματα καθώς και υπερτίμηση της ισχύος των ΜΜΕ. Κατά την γνώμη μου οι συμμαχίες κτίζονται κύρια σε πραγματικά συμφέροντα των υποτελών τάξεων, φυσικά δευτερεύοντα, αλλά πάντως πραγματικά, και επίσης αντανακλά την δυνατότητα του καπιταλισμού να αναπτύσσεται ακόμα ικανοποιητικά, ( με άλλα λόγια ότι δεν έχει φάει ακόμα εντελώς το ψωμί του). Αυτό είναι το κύριο και είναι δευτερεύον το ιδεολογικό στοιχείο. Η πλειοψηφία των μαρξιστών, μαζί και η ΜΧ, αντιστρέφει την κατάσταση, και θεωρεί κύριο την ιδεολογική χειραγώγηση. Έτσι όμως οδηγούνται και σε ένα πολιτικό αδιέξοδο (παντοδυναμία του αντιπάλου), και σε έναν υποκειμενισμό στην πολιτική (αρκεί η ΄σωστή΄ πολιτική και οι συσχετισμοί θα αλλάξουν). Τότε γιατί δεν έχουν αλλάξει μιας και διάφορες ομάδες και ομαδούλες έχουν -όπως ισχυρίζονται οι ίδιες- την σωστή πολιτική;
Παραπέρα εξετάζει αναλυτικά τις επιπτώσεις της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στο βιοτικό επίπεδο, στην πολιτιστική ομογενοποίηση, την κατανάλωση και τον καταναλωτισμό. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στο περιβάλλον. Εδώ αφού περιγραφούν τα σημαντικότερα οικολογικά προβλήματα ανοίγει ένας προβληματισμός για την σχέση τύπου ανάπτυξης και περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Απορρίπτει την σκέψη για πάγωμα της ανάπτυξης αφού αυτή θα παγίωνε τις σημερινές τεράστιες ανισότητες και διερευνά τι δυνατότητες μπορεί να ανακαλύψουμε στην τεχνολογία. Προβληματίζεται από οικολογική άποψη για την αντίληψη του κομμουνισμού σαν κοινωνίας της αφθονίας, και προτείνει μια πιο ρεαλιστική ερμηνεία. Εξαιρετική είναι η σκέψη για επανεξέταση των κριτηρίων αποδοτικότητας μιας οικονομίας. Στην θέση της στενά οικονομικής αποδοτικότητας, προτείνει κριτήρια κοινωνικά και οικολογικά, που η καπιταλιστική επιχείρηση και το καπιταλιστικό κέρδος δεν μπορεί να έχει.
Τέλος η ΜΧ προβληματίζεται για το μέλλον της εργασίας. Ξαναδιαβάζει τον Μαρξ, και αναστοχάζεται τις αναφορές του για την δημιουργική εργασία, για την καταναγκαστική εργασία και την αυτοπραγμάτωση σε μια δημιουργική εργασία, ή στον ελεύθερο χρόνο. Κατόπιν έρχεται στο σήμερα. Απορρίπτει την πολύ διαδεδομένη άποψη για καταδίκη της ευελιξίας στα ωράρια και πολύ σωστά τα θεωρεί πηγή απελευθέρωσης. Πηγή ανασφάλειας τα κάνει σήμερα ο καπιταλισμός και η παντοδυναμία του κεφαλαίου. Οι σχετικές αναλύσεις της είναι διαφωτιστικές για την αμηχανία στρατηγικής των συνδικάτων, αλλά και της Αριστεράς, στο μεταβατικό διάστημα που περνάμε (που την πρωτοβουλία έχει ο αντίπαλος) και αντί να επεξεργαστούμε την κατάλληλη στρατηγική μένουμε σε ένα «όχι σε όλα». Όμως ούτε εδώ έχουμε την τελευταία λέξη. Η ΜΧ μάλιστα αναφέρει ότι ο αρχικός της ενθουσιασμός για τις απελευθερωτικές ιδιότητες των νέων τεχνολογιών και της νέας μορφής εργασίας έχουν μετριαστεί μετά από νεότερες έρευνες που δείχνουν ότι οι νέες μορφές εργασίας αφοράν σε μια μικρή μειοψηφία των εργαζομένων, και από την άλλη παρατηρούνται και εκτεταμένα φαινόμενα πληροφοριακού φορντισμού, δηλαδή νέας μορφής τυποποίησης. Από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου.
  1. η κατάσταση της Αριστεράς.
Πριν περάσει στο τι να κάνουμε αναλύει την τριπλή κρίση της Αριστεράς: την θεωρητική, την πολιτική, και την οργανωτική.
Η θεωρητική κρίση αποδίδεται κύρια σε δύο αιτίες: στην έλλειψη ικανότητας αυστηρούς μελέτης των σοσιαλιστικών εμπειριών, και στην ανυπαρξία μελέτης του σύγχρονου καπιταλισμού του τέλους του 20 αιώνα.
Εντοπίζει επίσης τα κενά μιας θεωρίας μετάβασης, επαναφέροντας την γνωστή προβληματική των Αλτουσέρ-Μπαλιμπάρ. Και τέλος μπαίνει στα βαθειά νερά της επίκαιρης συζήτησης για το τι είναι και τι δεν είναι ντετερμινισμός, κάτω μάλιστα και από τις μαθηματικές θεωρίες του χάους. Μια συζήτηση που αναζωπυρώθηκε με ακρότητες μετά την διάψευση βεβαιοτήτων για άμεσες σοσιαλιστικές επαναστάσεις.
Η προγραμματική κρίση περιγράφεται σαν έλλειψη σαφούς εναλλακτικής πρότασης. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «υπάρχει πλεόνασμα διαγνώσεων και έλλειμμα θεραπείας». Και μοιράζεται με τον αναγνώστη χρήσιμες σκέψεις για την πολιτική όχι μόνο θεωρητικές αλλά και πιο πρακτικές. Ορίζει την πολιτική σαν την τέχνη να οικοδομήσεις μια αντικαπιταλιστική κοινωνική δύναμη.
Η οργανωτική κρίση φαίνεται να σχετίζεται με την «άκριτη αντιγραφή του μπολσεβίκικου μοντέλου, αγνοώντας αυτά που έχει πει ι ίδιος ο Λένιν».
Παραπέρα περιγράφει μερικές από τις αδυναμίες: πρωτοπορισμός, δηλαδή η τάση αυτοανακήρυξης σε πρωτοπορία. Η διαταγές στις μάζες αντί της πειθούς. Ο υποκειμενισμός στις αναλύσεις, δηλαδή να συγχέεται η ψυχολογία και η συνειδητότητα της πρωτοπορίας με αυτή των μαζών. Η έλλειψη ικανότητας να διδάσκεσαι από τις μάζες. Η ανεπαρκής αξιολόγηση της δημοκρατίας, στη βάση του ιδεολογήματος του περιορισμένου της αστικής δημοκρατίας.
Παρόλα αυτά εκτιμά ότι μια σειρά ήττες ωρίμασαν τις περισσότερες ηγεσίες (στην Λ Αμερική, όχι εδώ!), κάτι που φαίνεται στην πολύ πιο προχωρημένη και ώριμη πολιτική τους πρακτική.
Και το βιβλίο τελειώνει με την απάντηση της ΜΧ στο τι να κάνουμε;
Ξεδιαλύνει τους δρόμους κατάκτησης της ηγεμονίας-που αντιδιαστέλλει με τον ηγεμονισμό. Θεωρεί σαν κεντρικό το ζήτημα της δημοκρατίας, άμεσης αλλά και αντιπροσωπευτικής. Φυσικά η αντιπροσώπευση για να είναι ουσιαστική και όχι τυπική (που χαρακτηρίζει την αστική κοινωνία, αλλά και τις κοινωνίες του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, μηδέ της Κούβας εξαιρουμένης), πρέπει να έχει τα γνωστά χαρακτηριστικά της ανακλητότητας, του περιοδικού ελέγχου, του περιορισμένου αριθμού των θητειών, της έλλειψης προνομίων για τους εκλεγμένους κτλ. Και να συναρθρώνεται με την άμεση δημοκρατία, χωρίς υποταγή στο κόμμα ή το κράτος. Φυσικά αυτά δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν από στελέχη και κόμματα με στρατιωτική νοοτροπία, «μιας και η καθοδήγηση κερδίζεται, δεν επιβάλλεται».
Πολύ χρήσιμες είναι οι ιδέες για διαφορετικές μορφές και βαθμούς στράτευσης, για την σωστή αναλογία συγκεντρωτισμού και δημοκρατίας, για την ανάγκη αποτελεσματικότητας, αλλά και για την ανάγκη ο αγωνιστής να μην αποκόβεται από το περιβάλλον του, να έχει και την ατομική του ζωή. Για τις μειοψηφίες αναφέρει ότι δεν πρέπει να συνθλίβονται, γιατί τότε αναγκαστικά οι οργανώσεις οδηγούνται στην διάσπαση.
Φυσικά υπερασπίζεται τις τάσεις, αλλά όχι τις φράξιες. Όλοι κατέχουν μέρος και όχι όλη την αλήθεια, άρα επιβάλλεται μια κουλτούρα διαλόγου, και προσπάθεια σύνθεσης των διαφορετικών γνωμών. Η δημόσια αντιπαράθεση απόψεων αναγκαστικά σήμερα δεν μπορεί να αποφευχθεί. Επομένως και η πιο πλατεία εσωκομματική δημοκρατία δίνει την ευκαιρία να εκλέγεται κάποιος στη καθοδήγηση για τις ιδεολογικές και πολιτικές του θέσεις, και όχι για την ευπείθεια του ή τις δημόσιες σχέσεις.
Προφανώς η νέα ταξική σύνθεση των χωρών επιβάλλει αναπροσανατολισμούς και στην ταξική σκόπευση, αλλά κυρίως στο ποια στρώματα και μερίδες της εργατικής τάξης έχουν στρατηγική σημασία.
Το βιβλίο τελειώνει με την γενίκευση της εμπειρίας από τις τοπικές, και δημαρχιακές κυβερνήσεις. Εκεί γίνεται μια προσπάθεια να εφαρμοστούν στην πράξη μερικές από τις πιο προωθημένες ιδέες που εκτέθηκαν στο βιβλίο. Ήταν πρόκριμα για μεγαλύτερες επιτυχίες σε εθνικό επίπεδο (Βενεζουέλα κτλ), και έδωσαν απτό δείγμα γραφής για το πώς θα πολιτευτεί η Αριστερά. Εδώ βέβαια δεν φτάνουν τα ιδεολογήματα αλλά πρέπει να αποδειχτεί η αποτελεσματικότητα, όχι βέβαια στην κερδοφορία του κεφαλαίου, αλλά στην λύση των οξυμμένων προβλημάτων του λαού.
Και η εμπειρία δείχνει ότι η λαϊκή συμμετοχή δεν είναι βασιλική λεωφόρος. Ο πραγματικός λαός δεν έχει πάντα σχέση με το εξιδανικευμένο αντίστοιχό του που έχουμε εμείς στο κεφάλι μας. Πολιτική όμως πρέπει να κάνεις με τον πραγματικό λαό. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα…
  1. επίλογος.
Στο σύντομο τούτο σημείωμα ούτε κατά ελάχιστο δεν θίξαμε το πλούτο των προβλημάτων που πραγματεύεται το βιβλίο, και τις λύσεις που προτείνει. Απλά σταχυολογήσαμε μερικά ζητήματα που κατά την γνώμη του γράφοντος έχουν σημασία για την θεωρητικό διάλογο στην χώρα μας, αλλά κύρια για την πολιτική πρακτική. Γιατί θεωρία που δεν επαληθεύεται από την πολιτική πρακτική, ή δεν ανοίγει δρόμους στην πολιτική, είναι απλά θεωρητικισμός. Και δυστυχώς από αυτό πάσχουν κατά την ταπεινή γνώμη του γράφοντος, μερικές θεωρητικές σχολές, ρεύματα, αλλά και οργανώσεις που έχουν, κατά τα άλλα, σημαντική θεωρητική συνεισφορά. Και το κριτήριο της ορθότητας εδώ είναι αμείλικτο. Είναι η λαϊκή στήριξη και αποδοχή. Αυτό τουλάχιστον επιβεβαιώνεται και από τις χειμαρρώδεις και γεμάτες επαναστατικό πάθος σκέψεις της Μάρτα Χάρνεκερ.
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΑΠΛΌΥΣ).

3/11/08

ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΝΕΟ ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΟ ΚΕΚΤΗΜΕΝΟ

(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΔΙΑΠΛΟΥΣ, τευχος 20)

Η συζήτηση που διεξάγεται τα τελευταία χρόνια στα πλαίσια των μαρξιστών, όπως και αν καταλαβαίνει κανείς τον όρο μαρξιστής, αρχίζει να αποδίδει κάποια πρώτα αποτελέσματα. Με την έννοια ότι αποσαφηνίζονται μερικά κρίσιμα ζητήματα, που αρχίζουν να αποτελούν το νέο επιστημονικό κεκτημένο, αλλά και να πρωτοδιατυπώνονται σκέψεις που αν και δεν πλειοψηφούν ακόμα, συνιστούν ένα πραγματικό προχώρημα του μαρξισμού, προς την κατεύθυνση της δημιουργικής του ανάπτυξης κάτω από την πολύτιμη πείρα των (ηττημένων) επαναστάσεων του 20ου αιώνα.

Α) το νέο επιστημονικό κεκτημένο.

Όλο και περισσότεροι μαρξιστές συμφωνούν στην ιδέα ότι καθ’ αναλογία της τυπικής και ουσιαστικής (με την μεγάλη βιομηχανία) υπαγωγής της εργασίας στον καπιταλισμό, ίδια φαινόμενα παρουσιάστηκαν, και το πιο πιθανό θα ξαναπαρουσιαστούν, και στην μεταβατική περίοδο προς τον κομμουνισμό.
Οι κοινωνίες του πρώιμου σοσιαλισμού, είχαν βασικά το χαρακτήρα τυπικής υπαγωγής στις νέες παραγωγικές σχέσεις. Η κρατικοποίηση δεν ήταν ουσιαστική αλλά τυπική κοινωνικοποίηση, λόγω των περιορισμών των παραγωγικών δυνάμεων. Έτσι είχαμε τα γνωστά φαινόμενα της ύπαρξης ξεχωριστών αυτοτελών επιχειρήσεων, εκτεταμένης αγοράς, της λειτουργίας του νόμου της αξίας, καπιταλιστικών μεθόδων διεύθυνσης των επιχειρήσεων με εξωτερική πειθαρχία κτλ. Σαν αποτέλεσμα είχαμε αντίθεση μεταξύ ατομικών, ομαδικών και κοινωνικών συμφερόντων, και σε τελευταία ανάλυση την εργασία να μην αποτελεί αυτοσκοπό, αλλά να προσφέρεται χάριν του μισθού, σε συνθήκες κύρια μηχανικής παραγωγής (με σημαντικά υπολείμματα χειρωνακτικής εργασίας).
Θέλουμε να προσθέσουμε εδώ, ότι κατ’ επέκταση της τυπικής κοινωνικοποίησης, είχαμε και τυπική εξουσία της εργατικής τάξης. Εξουσία όχι άμεση και πλειοψηφική αλλά με (μερική) αντιπροσώπευση, μέσω του κόμματος, το οποίο σε κάποιο σημείο έχασε την πλειοψηφία και την νομιμοποίηση του αντλούσε από τα σημαντικά επιτεύγματα του νέου καθεστώτος. Όταν αυτά άρχισαν να περιορίζονται, κύρια λόγω της ήττας στην άμιλλα στις νέες τεχνολογίες, άρχισε η υποβόσκουσα δυσαρέσκεια να μετατρέπεται σε αντιπολίτευση, και όταν η περεστρόικα προχώρησε σε εκδημοκρατισμό, η σχηματισμένη ήδη λαϊκή πλειοψηφία υπέρ του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, οδήγησε και σε πολιτικές ανατροπές.
Τέλος τυπική ήταν και η ιδεολογική κυριαρχία. Όπως αποδείχτηκε ουσιαστικά κυρίαρχη παρέμεινε η αστική ιδεολογία, και η τεχνητή καταπίεση της οδηγούσε πολλές φορές σε μια διπλή ηθική, και σε ανελευθερία έκφρασης γνώμης.
Ένας τέτοιος πρώιμος σοσιαλισμός δύσκολα μπορούσε να διατηρηθεί, αλλά και όσο διατηρούνταν, παρά τις αρχικές τεράστιες κατακτήσεις και προόδους, αποτελούσε ανασχετικό παράγοντα ριζοσπαστικοποίησης των μαζών στον καπιταλισμό.
Αντίθετα με κάποιες απόψεις, οι επαναστάσεις αυτές δεν μπορούσαν για αντικειμενικούς λόγους να πάρουν ριζικά διαφορετικά δρόμο. Το μέλλον τους είχε προδιαγραφεί από το γεγονός ότι ξεκίνησαν σε χώρες με μεγάλη καθυστέρηση, χωρίς να γίνει κατορθωτό να ακολουθήσουν οι αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες. Από αυτό απορρέει και το ότι νικηφόροι σοσιαλιστικοί μετασχηματισμοί μπορούν να αρχίσουν στην καρδιά του καπιταλισμού και όχι στην περιφέρεια, όπως ακόμα κάποιοι υποστηρίζουν.


Β) νέες σκέψεις, ακόμα όχι πλειοψηφικές.

Σαν τέτοιες ξεχωρίζουμε δύο. Την αντίληψη ότι βρισκόμαστε σε ένα νέο στάδιο του καπιταλισμού, και την ιδέα ότι η μηχανική παραγωγή δεν είναι η υλική βάση του κομμουνισμού, όπως αναφέρεται στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Από την σχετική συζήτηση και τις ανάλογες απαντήσεις, προκύπτουν μια σειρά θεωρητικά, αλλά και πολιτικά συμπεράσματα.



Β1) νέο στάδιο του καπιταλισμού.


Ανεξάρτητα τον όρο που χρησιμοποιούν διάφοροι ερευνητές[1], σε πολλά σημεία υπάρχει συμφωνία για τα χαρακτηριστικά του νέου σταδίου, που αφοράνε στις νέες παραγωγικές δυνάμεις με τις νέες τεχνολογίες, στις αλλαγές στην εργασία με τον μεταφορντισμό, την ευελιξία, αναδιαρθρώσεις στην εργατική τάξη, κτλ, την εντυπωσιακή διεθνοποίηση και την αλλαγή σχέσης διεθνικού και εθνικού, με την επέκταση των υπερεθνικών εταιρειών, τις ολοκληρώσεις, τον νέο διεθνή καταμερισμό εργασίας, και την κλαδική αναδιάρθρωση με γρήγορη ανάπτυξη της βιομηχανίας πολιτισμού και υπηρεσιών, και κάποια γεωγραφική ανακατανομή της υλικής παραγωγής σε αναπτυσσόμενες χώρες, και σε υπερεθνική βάση. Παράλληλα αλλάζει σε αντίστοιχη κατεύθυνση και το πολιτικό και ιδεολογικό εποικοδόμημα.
Δυστυχώς πολλοί μαρξιστές ενώ καταλαβαίνουν ότι κάτι αλλάζει, επιμένουν ότι ακόμα βρισκόμαστε στο στάδιο του ιμπεριαλισμού, και προσπαθώντας να απαντήσουν στις αστικές ερμηνείες της ‘παγκοσμιοποίησης’ υποβαθμίζουν και την σημασία των νέων φαινόμενων, στο ψευδοδίλλημα ιμπεριαλισμός ή παγκοσμιοποίηση, απαντάνε ‘ιμπεριαλισμός’.
Φυσικά υπάρχουν και λίγοι ερευνητές που φτάνουν να αρνούνται τις ίδιες τις αλλαγές, νομίζοντας ότι έτσι υπερασπίζουν την μαρξική ορθοδοξία[2].

Πρέπει εδώ να πούμε ότι κατά την γνώμη μας οι διαδοχές των σταδίων συνοδεύονται με αλλαγές στον πυρήνα και των παραγωγικών δυνάμεων και των παραγωγικών σχέσεων, όπως πχ η ιδιοκτησία. Η ατομική καπιταλιστική ιδιοκτησία του πρώτου σταδίου, δίνει την θέση της στην μετοχική ιδιοκτησία του δεύτερου σταδίου, συμπληρώνεται με εκτεταμένη κρατικοκαπιταλιστική ιδιοκτησία στην δεύτερη φάση του δεύτερου σταδίου, ενώ σήμερα κυριαρχεί η υπερεθνική ιδιοκτησία.
Αντίστοιχα εξέλιξη υπάρχει και στην ‘κατοχή’[3], τον έλεγχο της εργασιακής διαδικασίας. Τον έλεγχο τον έχει ο καπιταλιστής, άρα κατ αρχήν ολόκληρο το υπερπροϊόν του ανήκει. Όμως προς το τέλος του δεύτερου σταδίου, σαν αποτέλεσμα της ταξικής πάλης, έχουμε φαινόμενα ότι κομμάτια της εργατικής τάξης, κρατάνε και μέρος του υπερπροϊόντος, αποκτάνε κάποια περιουσία. Πέρα από τις γνωστές εξηγήσεις για την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση τρίτων χωρών και την οργάνωση και μαχητικότητα της εργατικής τάξης, υπάρχει και μια τρίτη: είναι η απόκτηση μερικού, έστω πολύ περιορισμένου, συλλογικού ελέγχου στην παραγωγική διαδικασία, μερικής κατοχής (εργατικός έλεγχος, συμμετοχή στην διοίκηση μεγάλων επιχειρήσεων). Στο σημερινό, υπερεθνικό στάδιο, ενώ δεν έχουμε σχεδόν πουθενά συλλογική μερική κατοχή, έχουμε φαινόμενα μερικής ατομικής κατοχής, με τις μορφές του μεταφορντισμού, όπου ο εργαζόμενος αποκτά ένα μερικό έλεγχο της εργασιακής διαδικασίας, που συνοδεύεται με συστήματα στοχοθεσίας, και αντίστοιχα συστήματα αμοιβής, με αποτέλεσμα να επιστρέφεται ένα μέρος του υπερπροϊόντος (μπόνους). Φυσικά η κατοχή βασικά παραμένει στο κεφάλαιο, απλά φαίνεται ότι οι νέες παραγωγικές δυνάμεις (νέες τεχνολογίες), δεν μπορούν πια να λειτουργήσουν καλά με τον απόλυτο-ασφυκτικό έλεγχο του κεφαλαίου, ωριμάζει η ανάγκη του κομμουνισμού.
Τα παραπάνω δικαιολογούν την περιοδολόγηση ενός σχηματισμού και στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής και όχι μόνο στο επίπεδο του κοινωνικού σχηματισμού, όπως ισχυρίζεται ένας ορισμένος μαρξισμός (Αλτουσεριανής προέλευσης).

Το ίδιο ισχύει και με τις εξαγωγές κεφαλαίου. Στο πρώτο στάδιο κυριαρχεί η εξαγωγή εμπορευματικού κεφαλαίου, στο δεύτερο χρηματικού (κύρια με την μορφή δανείων), και στο σημερινό τρίτο η εξαγωγή παραγωγικού κεφαλαίου.
Αυτές οι αλλαγές λύνουν μερικά, στα πλαίσια του καπιταλισμού, αντιθέσεις, που δεν μπορούν ακόμα να λυθούν σε επαναστατική κατεύθυνση. Οι μετοχικές εταιρείες είναι η απάντηση (πριν τον σοσιαλισμό) στην αντίφαση ατομικής ιδιοκτησίας και κοινωνικής παραγωγής[4]. Οι υπερεθνικές είναι η απάντηση (πριν τον κομμουνισμό) στην αντίφαση της ανάγκης παραγωγικής ενοποίησης της ανθρωπότητας και των εθνικών συνόρων.

Το σημαντικότερο είναι να διακριβώσουμε την διαλεκτική της αλλαγής των σταδίων. Ποια είναι κατά την γνώμη μας:
Σε κάθε αλλαγή σταδίου παρατηρούμε την εξής επαναλαμβανόμενη διαδικασία: με την ωρίμανση του σταδίου οξύνονται οι αντιθέσεις, ανεβαίνει η ταξική πάλη, ωριμάζει η ιδέα επαναστατικής ανατροπής. Αν όμως υπάρχει αδυναμία επαναστατικής διεξόδου, βασικά λόγω ανεπαρκούς ωριμότητας των προϋποθέσεων, οδηγούμαστε σε ένα νέο στάδιο, στο οποίο λύνεται μερικά η βασική αντίθεση του προηγούμενου σταδίου, λύνεται όχι ριζικά, αλλά στα πλαίσια του προηγούμενου τρόπου παραγωγής. Έχουμε μια νέα αποκατάσταση της ισορροπίας παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων, αλλά σε νέο ανώτερο επίπεδο, με σημαντικές διαφοροποιήσεις. Παράλληλα χειροτερεύει ο συσχετισμός δυνάμεων, ο καπιταλισμός ανακουφίζεται από την άμεση πίεση, αλλά αργότερα δημιουργούνται νέες αντιθέσεις, σε ανώτερο επίπεδο, που φέρνουν πιο κοντά την ριζική ανατροπή του. Πρόκειται για μια σπειροειδή εξέλιξη.
Όσον αφορά τον καπιταλισμό:
Στο πρώτο, ανταγωνιστικό στάδιο, σταθμός είναι η Παρισινή Κομμούνα. Πρόκειται για τελείως πρώιμη προσπάθεια σε τελείως ανώριμες συνθήκες. Ωριμάζει η ιδέα ανατροπής τέλη του 19ου αιώνα (που φαίνεται και με την μεγάλη εκλογική δύναμη της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας).
Με το πέρασμα στο δεύτερο στάδιο, έχουμε μια δεύτερη προσπάθεια που ξεκινά από περιφερειακές χώρες (και στις οποίες τελικά καταρρέει), με την Οκτωβριανή επανάσταση, που εγκαθιδρύει ένα σύστημα πρώιμου σοσιαλισμού. Παράλληλα στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες εμφανίζονται φαινόμενα αποσύνθεσης του καπιταλισμού, και δημιουργίας στοιχείων του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής. Προς το τέλος του σταδίου αλλαγές ωριμάζουν σε μερικές αναπτυγμένες χώρες (Γαλλία, Ιταλία), έχουμε μαζική επιρροή των κομμουνιστικών κομμάτων. Πάλι όμως οι συνθήκες δεν είναι εντελώς ώριμες, όπως φαίνεται από τις εξελίξεις.
Στο σημερινό στάδιο έχουμε την προσωρινή υποχώρηση του συσχετισμού δυνάμεων, που συνοδεύεται όμως από κάποια περιφερειακά εγχειρήματα στην Λατινική Αμερική. Εγχειρήματα τα οποία όμως, όπως έδειξε η ιστορία του πρώιμου σοσιαλισμού, δεν μπορούν να πάνε μακριά, χωρίς ανατροπές στις αναπτυγμένες χώρες. Φυσικά παίζουν το ρόλο τους και μπορεί να διευκολύνουν διεργασίες και αλλού. Στο σημερινό στάδιο επανέρχεται η επικαιρότητα του σοσιαλισμού σαν τεχνικής αναγκαιότητας[5], και σαν απαραίτητης προϋπόθεσης για την πλήρη αυτοματοποίηση της παραγωγής[6], που θα απελευθερώσει την εργασία. Το μαρτυρούν τα στοιχεία μεταφορντισμού, η μεγάλη ανεργία, η δυνατότητα αυτοματοποίησης της παραγωγής, ο άκρατος σπάταλος καταναλωτισμός κάποιων στρωμάτων αντί του δραστικού περιορισμού του εργάσιμου χρόνου. Όμως βρισκόμαστε ακόμα στην αρχή του σταδίου και ο συσχετισμός είναι ακόμα δυσμενής, σε συνδυασμό και με την αρνητική επίδραση που έχει και η κατάρρευση του πρώιμου σοσιαλισμού.



Β2) για την υλική βάση του κομμουνισμού.

Η μηχανική παραγωγή δεν μπορεί να είναι η υλική βάση του κομμουνισμού. Η μηχανική παραγωγή έχει καταστρεπτικά αποτελέσματα στους εργαζόμενους, όπως δείχνουν και οι μαρξικές αναλύσεις στο ΚΕΦΑΛΑΙΟ. Αποξένωση, μονοτονία, στενή εξειδίκευση, αυστηρή πειθαρχία, φορντισμός, με όλα τα επακόλουθα. Από την άλλη απαιτεί εργάσιμη μέρα μεγάλης διάρκειας.
Ο Μαρξ δεν μπορούσε φυσικά να προβλέψει τις νέες τεχνολογίες και νόμιζε ότι η μηχανική παραγωγή είναι επαρκής βάση για τον κομμουνισμό. Νομίζω ότι δεν έχει νόημα το να προσπαθούμε να βγάλουμε από τα μαρξικά κείμενα κάτι περισσότερο.
Μια σειρά μελετητές[7] έδειξαν ότι υλική βάση του κομμουνισμού είναι η αυτοματοποιημένη παραγωγή, και μάλιστα η παραγωγή αυτομάτων από αυτόματα.
Βέβαια είναι δύσκολο , ή και ανώφελο να προσδιορίσουμε λεπτομέρειες για τον παραγωγικό μηχανισμό του μέλλοντος, αλλά από τώρα μπορούμε να πούμε ότι σε αυτοματοποίηση υπόκεινται το μεγαλύτερο μέρος της υλικής παραγωγής και κάποιες από τις υπηρεσίες. Πιθανότατα θα παραμείνει ένα μικρό μέρος μηχανικής και χειρωνακτικής παραγωγής στην υλική παραγωγή. Όσο για τις υπηρεσίες που δεν υπόκεινται σε αυτοματοποίηση, πιθανά να διεκπεραιώνονται από τους καταναλωτές τους. Η εργασία που θα παραμείνει, στο μεγαλύτερο μέρος θα είναι δημιουργική και ενδιαφέρουσα, αν και σε ένα μικρό μέρος της θα έχει κάποια από τα σημερινά χαρακτηριστικά καταναγκασμού, απαλλαγμένη φυσικά από την εκμετάλλευση.


Γ) για την ωριμότητα της πολιτικής και κοινωνικής επανάστασης.

Μετά από όλα αυτά ποια είναι η απάντηση στο ερώτημα του τίτλου;
Η αντίληψη του κλασσικού μαρξισμού ήταν περίπου η εξής: ο κομμουνισμός είναι υπόθεση του μέλλοντος, εξαρτάται από μια –σχετικά απροσδιόριστη-αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων ώστε να είναι δυνατή η παραγωγή αφθονίας αγαθών (κάπως ουτοπική αντιμετώπιση, γιατί η αφθονία είναι σχετική μιας και οι ανάγκες αυξάνουν πιο γρήγορα). Ο σοσιαλισμός θεωρούνταν όμως ώριμος, ήταν ήδη ώριμος από το πρώτο στάδιο του καπιταλισμού[8]. Παραβλέπονται προϋποθέσεις όπως οι τεχνικές σχέσεις παραγωγής, το μορφωτικό, πολιτικό, και πολιτιστικό επίπεδο την εργατικής τάξης κτλ. Και πολύ περισσότερο θεωρούνταν υπερώριμος στο επόμενο, δεύτερο στάδιο, ιδιαίτερα που κατανοούνταν σαν απλή αφαίρεση της εξουσίας και της ιδιοκτησίας, συν σχεδιασμός. Είναι γνωστά τα σχήματα σοσιαλισμός ίσον σοβιετική εξουσία συν εξηλεκτρισμός, ή ότι η μαγείρισσα μπορεί να διοικήσει το κράτος. Έτσι όμως το πολύ να επιτευχθεί ένας τύπος σοσιαλισμού που λίγο διαφέρει από τον κρατικό καπιταλισμό. Αργότερα υιοθετείται η θεωρία της οικοδόμησης σε μια χώρα, και μάλιστα καθυστερημένη (αυτό είναι αλήθεια έγινε αναγκαστικά, όταν η αναπτυγμένη Δύση δεν ακολούθησε). Στην πραγματικότητα αυτό ήταν η θεωρία και πρακτική του πρώιμου σοσιαλισμού, δηλαδή του σοσιαλισμού σε συνθήκες σχετικής ανωριμότητας για την οικοδόμηση του. Η κατάρρευση βέβαια σάρωσε όλες αυτές τις αυταπάτες.
Τι σήμαινε η ήττα στην οικονομική άμιλλα με τον καπιταλισμό; Ότι οι παραγωγικές δυνάμεις ακόμα αναπτύσσονται καλλίτερα με εκμεταλλευτικές σχέσεις παραγωγής, ότι οι παλιές ακόμα δεν φάγανε τα ψωμιά τους. Ότι ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός, παρά τις κρίσεις και την αναρχία, είναι ακόμα μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη από την σχεδιοποίηση, ότι η πειθαρχία της πείνας και της ανεργίας (καπιταλισμός) είναι ακόμα δυστυχώς, μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη από το αίσθημα νοικοκύρη της κυρίαρχης (τυπικά ακόμα) εργατικής τάξης.

Από την άλλη, η ωριμότητα της σύνθετης κοινωνικής επανάστασης κατανοούνταν σαν απλή ωριμότητα της πολιτικής επανάστασης, ανεξάρτητα από τις δυνατότητες κομμουνιστικής οικοδόμησης. Εξ ου και η θεωρία του αδύνατου κρίκου σε μη αναπτυγμένες χώρες, θεωρία που παρασιτεί και σήμερα, μαζί με τις θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό.

Φυσικά θεωρητικά, οι σοσιαλιστικοί μετασχηματισμοί μπορούν να αρχίσουν επί παραγωγικών δυνάμεων μηχανικής παραγωγής, σε συνθήκες σχετικής ανωριμότητας του κομμουνισμού. Όμως πρέπει να αρχίσουν από τις πιο αναπτυγμένες χώρες, συνυπολογίζοντας και κάποιες καταστροφές και καθυστερήσεις που επιφέρει πάντα η μεταβατική περίοδος σαν αποτέλεσμα της αντίστασης της αστικής τάξης και της προσωρινής απειρίας της εργατικής όσον αφορά την διοίκηση. Και πρέπει να κυριαρχεί η σκέψη ότι αργά ή γρήγορα πρέπει να περάσουμε στον κομμουνισμό, μιας και ο σοσιαλισμός είναι μεταβατικό σύστημα[9].

Αντί ο κλασσικός μαρξισμός να διερευνήσει τα θεωρητικά προβλήματα που αναφέραμε, περιορίζονταν σε διαμάχες σχετικά με το ζήτημα της σχέσης ή προτεραιότητας σχεδίου και αγοράς, και του ρόλου του νόμου της αξίας και των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων[10]. Κατά την γνώμη μας ο νόμος της αξίας δεν μπορεί να καταργηθεί πριν την μετατροπή της εργασίας σε ζωτική ανάγκη, εργασίας που γίνεται όχι χάριν του μισθού αλλά χάριν της ίδιας της εργασίας, για τον απλό λόγο, ότι μόνο τότε οι άνθρωποι θα είναι διατεθειμένοι να ανταλλάσσουν όχι ισοδύναμα. Ακόμα και τότε όμως θα πρέπει να βρεθεί κάποιος μηχανισμός που να εμποδίζει την σπατάλη πόρων, οι οποίοι προφανώς, σε καμία ιστορική περίοδο δεν είναι απεριόριστοι.
Από την άλλη το γνωστό σχήμα των ήδη υπερώριμων αντικειμενικών συνθηκών και της παράλληλης καθυστέρησης του υποκειμενικού παράγοντα μας φαίνεται κάπως μεταφυσικό. Γιατί να καθυστερεί ο υποκειμενικός παράγοντας όταν έχουν υπερωριμάσει κάποιοι, απροσδιόριστοι έτσι ή αλλιώς, αντικειμενικού παράγοντες; Για ποιόν λόγο δεν …κατανοεί την ιστορική αποστολή του;
Σε γενικές γραμμές θεωρούμε τις διάφορες εξηγήσεις με τις θεωρίες καταστολής ή ιδεολογικού αποπροσανατολισμού σαν μη επαρκείς. Όχι ότι δεν παίζουν κανένα ρόλο. Αυτά υπάρχουν και φυσικά στην ταξική πάλη κάθε τάξη χρησιμοποιεί όλα τα όπλα της. Αλλά χρειάζεται μια βαθύτερη εξήγηση, που έχει σχέση με τον βαθμό ωριμότητας της αντικατάστασης του καπιταλισμού, ωριμότητα που σχετίζεται με την ενότητα αντικειμενικών και υποκειμενικών παραγόντων, και που κατά την γνώμη μας συνδέεται με τον μαρξικό πρόλογο στην κριτική της πολιτικής οικονομίας:
«ένας κοινωνικός σχηματισμός ποτέ δεν εξαφανίζεται προτού αναπτυχθούν όλες οι παραγωγικές δυνάμεις που μπορεί να χωρέσει, και νέες ανώτερες παραγωγικές σχέσεις ποτέ δεν εμφανίζονται προτού ωριμάσουν οι υλικοί όροι της ύπαρξης τους μέσα στους κόλπους της ίδιας παλιάς κοινωνίας. Γι’ αυτό η ανθρωπότητα βάζει πάντα μπροστά της μόνο τα καθήκοντα εκείνα που μπορεί να λύσει… το ίδιο το καθήκον ξεπηδάει μόνο τότε που οι υλικοί όροι για την λύση του υπάρχουν κιόλας, ή τουλάχιστον βρίσκονται στην πορεία του γίγνεσθαι» [11].
Δεν είναι τυχαίο ότι ο κλασσικός μαρξισμός αδυνατούσε να εντάξει τις παραπάνω μεγαλοφυείς σκέψεις στην θεωρία και πρακτική του, ορισμένα δε βολονταριστικά ρεύματα, τις θεωρούσαν σαν βάση του οικονομισμού και του ρεφορμισμού[12].




Συμπέρασμα.

Εν κατακλείδι οι σκέψεις που προτείνουμε για συζήτηση είναι: τον 21ο αιώνα επανέρχεται η επικαιρότητα του σοσιαλισμού, όχι όμως άμεσα, στην αρχή του σταδίου, αλλά στην ωριμότητα του. Το πότε ακριβώς, θα φανεί κυρίως εκ του αποτελέσματος, εκ των υστέρων, όταν η ταξική πολιτική πάλη θα στεφθεί με επιτυχία. Κύριο σημάδι θα είναι το μαζικό πέρασμα της εργατικής τάξης στην Αριστερά. Εμείς δεν συμφωνούμε να αποδίδεται η καθυστέρηση της επανάστασης κυρίως στην έτσι ή αλλιώτικη στρατηγική και πολιτική των κομμάτων της Αριστεράς.[13] Αντίστροφα πιστεύουμε, ότι και η Αριστερά, η ποιότητα της, ή επάρκεια της, θεωρητική και πολιτική, είναι σε γενικές γραμμές δείκτης της ωριμότητας της εργατικής τάξης, και γενικότερα της κοινωνικής επανάστασης.
Για να μην παρεξηγηθούμε από τους καλοθελητές: Αυτές οι σκέψεις με κανένα τρόπο δεν σημαίνουν παθητική αναμονή στο ακαθόριστο μέλλον της στιγμής της ωριμότητας. Ούτε σημαίνει ότι είναι αδιάφορο με τι θεωρητικά εφόδια, με τι στρατηγική και τακτική διεξάγεται η ταξική πολιτική πάλη. Απλά υπογραμμίζουν το γεγονός ότι η ενεργητική και επίμονη θεωρητική, πολιτική, και οικονομική πάλη που πρέπει να διεξάγεται συνέχεια, θα έχει τελικά νικηφόρο αποτέλεσμα την στιγμή που θα ωριμάσουν οι αναγκαίες συνθήκες.




ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.

Βαζιούλιν: η λογική της ιστορίας, εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
ΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΜΟΣ, αντιθέσεις και αντιστάσεις, (συλλογικό), εκδόσεις ΚΨΜ
Λιοδάκης στο συλλογικό: μύθοι και πραγματικότητα την εποχή της παγκοσμιοποίησης, εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ.
Μαρξ: κριτική της πολιτικής οικονομίας, ΔΙΑΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ.
Μαρξ: Κεφάλαιο, τρίτος τόμος, εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ.
Μπαλιμπάρ στο συλλογικό: διαβάζοντας το Κεφάλαιο, εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ.
Μπετελέμ: μετάβαση στην σοσιαλιστική οικονομία, εκδόσεις ΜΠΑΥΡΟΝ.
Πατέλη: για την αναγκαιότητα διάκρισης πρώιμων και ύστερων σοσιαλιστικών επαναστάσεων, ΔΙΑΠΛΟΥΣ 18/2007
Πατέλη: αυτοματοποίηση της παραγωγής και χαρακτήρας της εργασίας, www.geocities.com/ilhsgr/ilhsgr.htm
Παυλίδη: το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ, εκδόσεις ΣΙΔΕΡΑΤΟΣ
Πολίτη: η επικαιρότητα του σοσιαλισμού τον 21ο αιώνα, ΔΙΑΠΛΟΥΣ 15/2006
Πολίτη: ο δογματισμός του ακαδημαϊκού μαρξισμού, ΔΙΑΠΛΟΥΣ 12/2006

[1]ολοκληρωτικός καπιταλισμός (Λιοδάκης, ΝΑΡ), διεθνικός ή υπερεθνικός καπιταλισμός, παγκοσμιοποιημένος καπιταλισμός, ή άλλα.
[2] πχ περιοδικό ΘΕΣΕΙΣ . Για μια κριτική θεώρηση βλέπε Δ. Πολίτη: ο δογματισμός του ακαδημαϊκού μαρξισμού, ΔΙΑΠΛΟΥΣ τ. 12
[3] Σύμφωνα με ορισμένες αναλύσεις οι παραγωγικές σχέσεις αποτελούνται από τρία στοιχεία, την κυριότητα (οικονομική και όχι νομική), την κατοχή (τον έλεγχο-διεύθυνση της εργασιακής διαδικασίας), και την νομή (ικανότητα χειρισμού των εργαλείων-μέσων παραγωγής).
[4] ή με τα λόγια του Μαρξ: «πρόκειται για κατάργηση του κεφαλαίου σαν ιδιωτική ιδιοκτησία μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού», ΚΕΦΑΛΑΙΟ, τρίτος τόμος, 27ο κεφάλαιο, σελ. 553
[5] Αυτό φαίνεται από το ότι οι νέες τεχνολογίες απαιτούν ένα ανεβασμένο ρόλο των εμπλεκόμενων εργαζομένων, αυτό που περιγράφεται σαν μεταφορντισμός.
[6] Καπιταλισμός και πλήρης αυτοματοποίηση αλληλοαποκλείονται εξ ορισμού, μιας και καπιταλισμός σημαίνει εκμετάλλευση ζωντανής εργασίας.
[7] Βαζιούλιν, Πατέλης, και πρόσφατα Ρούσης (αν και προσπαθώντας να εξάγει τις απόψεις του από ένα χωρίο των GRUNDISSE, και γενικότερα στους κλασσικούς, έχει κατά την γνώμη μας λιγότερη ακρίβεια στις αναλύσεις του).
[8] οι Μαρξ-Ένγκελς αρχικά περίμεναν να ξεσπάσει νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση το …1848, αργότερα έκαναν αυτοκριτική για αυτές τις αυταπάτες τους.
[9] Μου φαίνεται σωστή η αντίληψη του περιοδικού ΘΕΣΕΙΣ (που την αποδίδουν στον Μπετελέμ), ότι ο σοσιαλισμός δεν είναι ξεχωριστός τρόπος παραγωγής ή απλά ανώριμος κομμουνισμός, αλλά μεταβατική περίοδος, όπου συνυπάρχουν ιδιωτικοκαπιταλιστικά, κρατικοκαπιταλιστικά, μικροεμπορευματικά και κομμουνιστικά στοιχεία.
[10] Βλέπε σχετικά: Συζήτηση για θέματα πολιτικής οικονομίας, εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, Στάλιν: οικονομικά προβλήματα του σοσιαλισμού, την συζήτηση στην δεκαετία του ’60, την συζήτηση για την σοσιαλιστική αγορά την εποχή της περεστρόικα, καθώς και άρθρα μετά την κατάρρευση πχ Γκερασίμοβ-Ποπώβ: οι αντιφάσεις στην ανάπτυξη του σοσιαλισμού, ΚΟΜΕΠ, 5/2001.
[11] Μαρξ: κριτική της πολιτικής οικονομίας, ΔΙΑΛΕΚΤΑ ΕΡΓΑ, σελ 425.
[12] ενδεικτικά Χάρνεκερ: βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού, εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, σελ 277.
[13] Όχι ότι δεν παίζει καθόλου ρόλο, αλλά δεν είναι το κύριο. Από την άλλη οι αλληλοκατηγορίες για ρεφορμισμό, οπορτουνισμό, σεκταρισμό κτλ αγγίζουν μερικές φορές τα όρια του γελοίου. Δείχνει έλλειψης κατανόησης ότι οι διαφορετικές στρατηγικές και τακτικές, ακόμα και οι θεωρητικές προσεγγίσεις, αντανακλούν την διαφορετική κατάσταση μερίδων της εργατικής τάξης (ή και ριζοσπαστικοποιημένων μεσαίων στρωμάτων), είναι αντικειμενικές, και μπορούν να αξιοποιούνται στην μάχη κατά του κοινού εχθρού αντί να συντηρούν μια κατάσταση εμφύλιας διαμάχης στα πλαίσια του αντικαπιταλιστικού στρατοπέδου.