19/4/14

για τις πολιτικες συνεργασίες.





    "να κάνεις πόλεμο για την ανατροπή ...και να παραιτείσαι προκαταβολικά από συμφωνίες και συμβιβασμούς με τους ενδεχόμενους (έστω και προσωρινούς, ασταθείς, ταλαντευόμενους, συμβατικούς) συμμάχους δεν είναι πράγμα σε αφάνταστο βαθμό γελοίο;"
    (Λένιν άπαντα τ. 41. σελ. 54)
    όλη η ιστορία του μπολσεβικισμού... είναι γεμάτη απο περιπτώσεις συμφωνιών, συμβιβασμών με άλλα κόμματα, χωρίς να αποκλείονται και τα αστικά κόμματα”.
    (Λένιν, άπαντα τ. 41, σελ. 54)




  1. με αφορμή την αυτοδιοικητική συνεργασία του ψηφοδελτίου του ΣΥΡΙΖΑ στην Κέρκυρα με κάποια στελέχη του ΠΑΣΟΚ, αλλά και γενικότερα την συζήτηση που έχει ανοίξει για ορισμένες επιλογές συνεργασιών και την κατάρτιση του ευρωψηφοδελτίου επιβάλλεται να ξαναμιλήσουμε για το ζήτημα των συνεργασιών. Επειδή τα πολύ θεωρητικά μπορεί να μπερδεύουν κάποιους ας κάνουμε μια μεταφορά. Υποθέστε ότι σε μια γειτονιά μια συμμορία επιτίθεται σε έναν “φίλο” σας. Εκείνος μόνος είναι φανερό ότι δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα. Εσείς δεν θέλετε να τον βοηθάτε είτε απο φόβο είτε απο την σκοπιμότητα ότι αν τις φάει θα ξεφτιλιστεί και έτσι θα κερδίσετε το κορίτσι που διεκδικείτε και οι δυο. Αν στην επικείμενη συμπλοκή χτυπήσει άσκημα ή και σκοτωθεί δεν θα είστε συνυπεύθυνος; Παραπέρα. Ένας απο την συμμορία για διάφορους λόγους ξεκόβει και πάει να τον βοηθήσει (για τους δικούς του λόγους φυσικά, πιθανά για να εξιλεωθεί ή να γλυτώσει απο πιθανή δίωξη της συμμορίας). Ο φίλος σας αποδέχεται την βοήθεια, και έτσι γλυτώνει το ξύλο ή και τα χειρότερα. Έχετε τότε δικαίωμα να τον κατηγορήσετε ότι κακώς αποδέχτηκε την βοήθεια απο έναν πρώην συμμορίτη με βεβαρυμένο παρελθόν, που χθες ακόμα ήταν στην συμμορία και βάραγε κόσμο και να ισχυρίζεστε ότι έτσι ο φίλος σας γίνεται κολυμβήθρα του Σιλωάμ; και αν το κάνατε δεν θα φαινόσαστε εντελώς γελοίος;
  2. ακριβώς αυτή είναι η κριτική που γίνεται στον ΣΥΡΙΖΑ. Στην Κέρκυρα το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να συγκροτήσει ψηφοδέλτιο. Ένα μέρος του στήριξε το ψηφοδέλτιο της Υδραίου, ένα άλλο τον Τρεπεκλή (Δαγκλή), και ένα τρίτο, σε αντίθεση με τον λυσσασμένο αντι-συριζιτισμό του Βενιζέλου συνεργάστηκε με το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, κάτω απο το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Το πιο πιθανό είναι να διατηρούν τις απόψεις τους. Προφανώς έρχονται για τους δικούς τους λόγους. Αντικειμενικά όμως βοηθάνε την λαϊκή προσπάθεια για νίκη και απαλλαγή απο τα μνημόνια και την πολιτική τους. Βοηθάνε στο να αλλάξει ο συσχετισμός προς την μεριά των αντιμνημονιακών δυνάμεων. Είναι σταθεροί σύμμαχοι; ο καιρός θα δείξει, αλλά και αν δεν είναι (σύμφωνα και με το Λένιν όπως παραθέσαμε στην αρχή) δεν υπάρχει πρόβλημα. Μήπως αλλοιώσουν την φυσιογνωμία του ψηφοδελτίου; είναι δυνατόν 2 υποψήφιοι σε σύνολο 500 να επιτύχουν κάτι τέτοιο ακόμα και αν το ήθελαν; Θα βοηθήσει η παρουσία τους; τα αποτελέσματα θα δείξουν. Αν εκλεγούν σημαίνει ότι φέραν κόσμο που αλλιώς θα ενίσχυε τα μνημονιακά ψηφοδέλτια. Και αν εκλεγούν τι αποφάσεις θα εφαρμόζουν; οι αποφάσεις θα παίρνονται συλλογικά και στην βάση του προγράμματος που είναι του ΣΥΡΙΖΑ. Άρα δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος; Δεν λέμε τέτοιο πράγμα, σε κάθε συνεργασία κάτι κερδίζεις και κάτι χάνεις, απλά πρέπει να έχει την ικανότητα να ζυγίσεις τι είναι το κύριο.
  3. Η ειρωνεία του πράγματος είναι ότι η κριτική πέραν απο τους Σαμαρικούς που κατηγορούν ότι πρώην στελέχη του ΠΑΣΟΚ έρχονται στον ΣΥΡΙΖΑ την ίδια στιγμή που αυτοί συγκυβερνούν με το βαθύ ΠΑΣΟΚ της διαπλοκής, και μάλιστα του προσφέρουν ομπρέλα προστασίας και ατιμωρησία χάριν της συγκυβέρνησης (πχ υπόθεση υποβρυχίων), κριτική ασκείται και απο τα “αριστερά”. ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ “αγανακτούν” με αυτές τις συνεργασίες και σηκώνουν εκκωφαντικό θόρυβο. Αλλά προς τι όλα αυτά; γιατί δεν συνεργάζονται αυτοί στην βάση ενός κοινού προγράμματος όπως επαλειμμένα τους έχει προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ; και μιας ορκίζονται στον Λένιν γιατί δεν ακολουθούν την λενινιστική πολιτική του ενιαίου μετώπου προκειμένου η θεμιτή αντιπαλότητα τους στον ΣΥΡΙΖΑ να μην ενισχύει τον αντίπαλο αλλά να βοηθάει στην ανατροπή του; γιατί αποσύρονται απο το πολιτικό διακύβευμα της συγκυρίας, που είναι η ανατροπή των μνημονίων και της Σαμαροβενιζελικής κυβέρνησης, με στόχο να επενδύσουν σε μια πιθανή αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ; Αυταπατώνται αν νομίζουν ότι θα κερδίσουν απο μια τέτοια αποτυχία. Τίποτα δεν διδάχτηκαν απο τις ανατροπές στην ΕΣΣΔ. Η αποτυχία του “υπαρκτού” συμπαρέσυρε όλες τις τάσεις της αριστεράς ακόμα και αυτές που είχαν κριτική στάση απέναντι της. Το ίδιο θα συμβεί και απο μια πιθανή αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα. Θα είναι ήττα όλης της Αριστεράς και όχι μόνο του ΣΥΡΙΖΑ. Το τραγικό όμως είναι ότι θα είναι ήττα του λαού.
  4. Και κάτι τελευταίο. Λένε ότι “δεν το λέμε μόνο εμείς αλλά και η αριστερή πλατφόρμα του ΣΥΡΙΖΑ λέει τα ίδια”. Δεν είμαι μέλος του ΣΥΡΙΖΑ και μπορώ να μιλήσω ανοικτά. Εδώ και καιρό έχω καταλήξει στην εκτίμηση ότι μάλλον η αριστερή πλατφόρμα, βλέποντας τις τεράστιες δυσκολίες του εγχειρήματος (οικονομικές και πολιτικές), την μεγάλη ανωριμότητα του ΣΥΡΙΖΑ που συμπεριφέρεται ακόμα σαν ένα κόμμα του 4%, την λαϊκή συνείδηση και ωριμότητα που ομολογουμένως δεν είναι και η καλλίτερη δυνατή (μικροαστισμός, καταναλωτισμός, λογική ανάθεσης κτλ), και γενικά τον συσχετισμό των δυνάμεων, μάλλον έχει προσανατολιστεί στο ότι δεν αξίζει να δοκιμάσουμε να νικήσουμε διότι πιθανά να ξεφτιλιστούμε. Και απο ότι φαίνεται προσπαθεί να αποτρέψει τον σχηματισμό πλειοψηφίας με την προβολή ενός υπεραριστερού προγράμματος, με την συνεχή επίκληση του ζητήματος της εξόδου απο την Ευρωπαϊκή Ένωση που δεν συγκεντρώνει πλειοψηφία, με κάλεσμα για νέα ...ριζοσπαστικοποίηση (όταν έχεις ένα εκλογικό σώμα που δηλώνει μόνο κατά 15% αριστερό, και κατά 90% θρησκευόμενο!), με περιορισμό των συνεργασιών και γκρίνια για κάθε διεύρυνση απο στελέχη που εγκαταλείπουν τον δικομματισμό. Μακάρι να κάνω λάθος αλλά αυτή την εντύπωση δίνει. Έχω και εγώ παρόμοιες επιφυλάξεις. Αλλά ποτέ η ιστορία δεν περίμενε τις τάξεις, τα κόμματα, τις προσωπικότητες να είναι πανέτοιμοι . Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, ιστορικές μάχες δόθηκαν απο εντελώς ανέτοιμες δυνάμεις, κάτι που έμοιαζε σαν “έφοδος στον ουρανό'. Ο Μαρξ εκτιμούσε ότι η Κομμούνα το 1871 ήταν πρόωρη (και είχε δίκιο), και η Λούξεμουργκ πάλι εκτιμούσε ότι η εξέγερση το 1918 στην Γερμανία ήταν πρόωρη αλλά μετείχε σε αυτήν και έδωσε την ζωή της. Και το ΕΑΜ ξεκίνησε με λίγες δεκάδες αποδεκατισμένα στελέχη και έφτασε στα πρόθυρα της εξουσίας, με βάση την πιο πλατιά ενωτική πολιτική. Ακόμα θυμάμαι τον Χ Φλωράκη να λέει απαντώντας σε κριτική για την πολιτική συνεργασιών του ΚΚΕ τις δεκαετίες του '70 και '80 ότι στο ΕΑΜ συνεργάστηκαν ακόμα και με βασιλικούς. Άλλο τώρα αν το ΚΚΕ τον αποκαθηλώνει πολιτικά και αυτόν και όλην την ηρωική εαμική ιστορία. Άρα λοιπόν είμαστε “καταδικασμένοι” να προσπαθήσουμε να νικήσουμε. Το χρωστάμε στον λαό μας. Και φυσικά ο πανευρωπαϊκός αντίκτυπος μιας νίκης του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοτικές αλλά κύρια στις ευρωπαϊκές εκλογές μπορεί να αποδειχτεί ιστορικής σημασίας.





10/4/14

Πόσο αριστερό είναι το αίτημα για έξοδο απο την Ευρωπαική Ένωση;


Περίληψη ομιλίας σε εκδήλωση της Συμπόρευσης.
(Κέρκυρα- Απρίλης 2014).

α) τρία θεωρητικά προλεγόμενα.

Για να προσεγγίσουμε το ζήτημα της εξόδου απο την Ευρωπαϊκή Ένωση απο μαρξιστική άποψη, θα πρέπει κατά την γνώμη μας να εξετάσουμε πρώτα τρία κρίσιμα θεωρητικά ζητήματα.

  1. σοσιαλισμός σε μια χώρα;

Είναι γνωστή η θεωρητική αντίληψη που ταλαιπώρησε το επαναστατικό κίνημα (τουλάχιστον την συντριπτική πλειοψηφία του, εξαιρουμένων των τροτσκιστικών ομάδων) μέχρι την κατάρρευση των κοινωνιών του “υπαρκτού”. Αυτό που ίσως δεν είναι τόσο γνωστό είναι ότι αυτή η “θεωρία”, διαμετρικά αντίθετη απο τις αντιλήψεις του Μαρξ, δεν ήταν θεωρητική επιλογή των μπολσεβίκων αλλά επιβλήθηκε απο την τροπή που πήραν τα γεγονότα, δηλαδή μετά την αποτυχία της επανάστασης στην αναπτυγμένη Δύση. Το λενινιστικό σχέδιο του αδύνατου κρίκου δεν ήταν με κανένα τρόπο σχέδιο σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε μια, και μάλιστα καθυστερημένη χώρα, προϋπέθετε να αρχίσει η επανάσταση στον αδύνατο κρίκο (τότε Ρωσία) και να ολοκληρωθεί με επαναστάσεις στην Δύση.
Το 1918 γράφει ο Λένιν “…δεν μπορεί να νοηθεί πλήρης νίκη της σοσιαλιστικής επανάστασης σε μια μόνο χώρα, αλλά απαιτείται η πιο δραστήρια συνεργασία μερικών τουλάχιστον προηγμένων χωρών, ανάμεσα στις οποίες δεν μπορούμε να συγκατατάξουμε τη Ρωσία…” (άπαντα τόμος 37, σελ 153). Η ίδια ιδέα επαναλαμβάνεται σε όλα σχεδόν τα έργα του Λένιν μέχρι το θάνατο του.
“…πάντα διακηρύσσαμε και επαναλαμβάναμε τη στοιχειώδη αλήθεια του μαρξισμού, ότι για τη νίκη του σοσιαλισμού χρειάζονται οι συντονισμένες προσπάθειες των εργατών μερικών προηγμένων χωρών” (Λένιν άπαντα, τόμος 44, σελ 418).
Ο ίδιος ο Στάλιν, που θεωρείται πατριάρχης αυτής της αντίληψης, το 1924, σε διάλεξη του στο πανεπιστήμιο Σβερντλώφ, έλεγε “…μπορεί να επιτευχθεί η νίκη του σοσιαλισμού σε μια χώρα χωρίς τις κοινές προσπάθειες του προλεταριάτου μιας σειράς αναπτυγμένων χωρών; Όχι, αυτό είναι αδύνατο…για την τελική νίκη του σοσιαλισμού, για την οργάνωση της σοσιαλιστικής παραγωγής, οι προσπάθειες μιας χώρας, ιδιαίτερα μιας αγροτικής χώρας σαν την Ρωσία, είναι ανεπαρκείς.” Αργότερα στην δεύτερη έκδοση των απάντων του Στάλιν, η διατύπωση άλλαξε και έγραφε ακριβώς τα αντίθετα, συμβαδίζοντας με τις καινούργιες απόψεις της σοβιετικής ηγεσίας για “οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια μόνο χώρα”.
Η ήττα της επανάστασης στην Γερμανία (αλλά και Ουγγαρία) έφερε την σοβιετική εξουσία σε τρομερά αμήχανη θέση: ή να παραδώσει την εξουσία, ή να προσπαθήσει σχεδόν το ακατόρθωτο. Το προσπάθησε με τα γνωστά αποτελέσματα.
Μετά την κατάρρευση, πολλοί μαρξιστές ξαναγυρίσαμε στην σκέψη του Μαρξ και απορρίψαμε τουλάχιστον στα λόγια την οικοδόμηση σε μια χώραi, αλλά δυστυχώς στην στρατηγική των περισσότερων απο εμάς υποβόσκει ακόμα, άρρητα η ίδια αυτή αντίληψη όταν διατυπώνουμε πολιτικά σχέδια. Και στο σχέδιο για έξοδο απο την ΕΕ δεν υποκρύπτεται σε μεγάλο βαθμό η αντίληψη ότι στην Ελλάδα θα ανοίξουμε τον δρόμο για τον σοσιαλισμό ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη θα παραμένει στον καπιταλισμόii;

  1. σε τι στάδιο του καπιταλισμού βρισκόμαστε;
Μεγάλο μέρος της μαρξιστικής σκέψης αποδέχεται ότι ο καπιταλισμός βρίσκεται πια σε νέο στάδιο. Άλλοι το ονομάζουν ολοκληρωτικό, άλλοι διεθνικό ή υπερεθνικό, άλλοι υπονοούν ότι αυτό περιγράφεται με τον όρο παγκοσμιοποίηση. Δεν υπάρχει ταυτότητα και στα χαρακτηριστικά του αν και σε πολλά σημεία οι αναλύσεις μοιάζουν. Σε γενικές γραμμές είναι:
α) οι νέες παραγωγικές δυνάμεις των τεχνολογιών πληροφορικής,
β)οι νέες παραγωγικές μετά-φορντικές σχέσεις και οι νέες διαιρέσεις και τυποποιήσεις στη εργατική τάξη,
και γ) το βάθεμα της διεθνοποίησης με την μορφή του διεθνούς καταμερισμού εργασίας, με την μερική μεταφορά της υλικής παραγωγής σε επιλεγμένες τρίτες χώρες και κύρια με την μορφή των ολοκληρώσεων.
Οι ολοκληρώσεις είναι ένα βήμα μπροστά απο το προηγούμενο στάδιο. Άρα η συμμετοχή μιας χώρας σε ολοκληρώσεις είναι ένα αντικειμενικό, στην βάση του προοδευτικό γεγονός. Φυσικά η ανάλυση πρέπει να ξεχωρίσει τι στην διαδικασία είναι αντικειμενικό (η μορφή της διεθνοποίησης, της ολοκλήρωσης) και τι επιδέχεται πολιτική ρύθμιση (το περιεχόμενο, οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις που καθορίζονται απο τον εξελισσόμενο συσχετισμό δυνάμεων). Η γενική όμως γραμμή εξόδου και επιστροφής σε μια προηγούμενη φάση είναι και πολιτικά αντιδραστική και οικονομικά επιζήμια. Ακόμα και χώρες που δεν μετέχουν τυπικά σε ολοκληρώσεις, έχουν οικονομίες διαπλεκόμενες στην βάση του νέου παγκόσμιου καταμερισμού με βάση το συγκριτικό πλεονέκτημα. Η μόνη λογικά εναλλακτική είναι μια οικονομία αυτάρκειας, πράγμα σήμερα αδύνατο ακόμα και για μεγάλη χώρα πόσο μάλλον για μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα.
Η γραμμή της εξόδου στην ουσία προτείνει την επιστροφή σε προηγούμενό στάδιο της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Άθελα φέρνει κανείς στο νου του την αναφορά του Μαρξ στον λεγόμενο φεουδαρχικό σοσιαλισμό, που έκανε κριτική στα δεινά του καπιταλισμού απο την σκοπιά της φεουδαρχίας. Οι αναλογίες είναι κάτι παραπάνω απο φανερές.
Δεν είναι τυχαίο ότι μέχρι πρόσφατα ο ευρωσκεπτικισμός και η πολιτική απομόνωσης σε όλη την Ευρώπη είναι πολιτική όχι απλά των Δεξιών αλλά κύρια των ακροδεξιών κύκλων και κομμάτων. Άλλο αν η κρίση και η ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική των ηγετικών κύκλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης οδηγεί και ορισμένους αριστερούς κύκλους σε μια τέτοια αντίληψη. Στην Ελλάδα έχουμε την παγκόσμια πρωτοτυπία η αντι-ΕΕ πολιτική να θεωρείται όχι μόνο αριστερή πολιτική αλλά από κάποιους το ύψιστο κριτήριο αριστεροσύνης. Να προσθέσουμε ότι η θέση για “έξω απο την ΕΟΚ των μονοπωλίων” της δεκαετίας του '70 είχε διατυπωθεί σε άλλες συνθήκες. Κατ αρχήν τότε υπήρχε εναλλακτική λύση συμμετοχής σε σοσιαλιστική (με εισαγωγικά ή χωρίς) ολοκλήρωση (ΚΟΜΕΚΟΝ), β) η διεθνοποίηση (παγκοσμιοποίηση κατ άλλους) δεν είχε εξελιχθεί και βαθύνει όπως 40 χρόνια αργότερα, και γ) εν πάση περιπτώσει είναι άλλο το κόστος την μη ένταξης και άλλο το κόστος της αποδέσμευσης μιας οικονομίας που επί 30 χρόνια εξελίσσεται με βάση τη λογική συμμετοχής σε ολοκλήρωση, και διαπλέκεται ανάλογα.

  1. διαπλοκή εθνικού με ταξικό.
Όσο και αν η εξίσωση ότι εθνικό σημαίνει αστική ιδεολογία και ταξικό σημαίνει μαρξισμός, είναι υπερβολή και υπεραπλούστευση, άλλο τόσο είναι σωστό ότι η υπερενίσχυση του εθνικού σε βάρους του ταξικού στοιχείου στην πολιτική είναι υποχώρηση στην αστική ιδεολογία, εκτός φυσικά απο ειδικές περιπτώσεις όπως μιας πραγματικής εθνικής κατοχής (λέμε πραγματικής γιατί η χρήση του όρου για να περιγράψει την σχέση κυβέρνησης-τρόικας είναι λαθεμένος όπως θα δείξουμε παρακάτω). Πάντως η σωστή αναλογία ή “μείγμα” πολιτικής είναι ανοικτό και επίδικο ζήτημα όπως φαίνεται στα ιστορικά παραδείγματα πχ του γνωστού γράμματος του Ζαχαριάδη το 1940, ή της διαμάχης Λένιν και Β' Διεθνούς για την στάση απέναντι στην άμυνα της “πατρίδας”.
Στην χώρα μας παρατηρείται μια τάση υπερεκτίμησης του εθνικού, ίσως λόγω της πετυχημένης ιστορικής εμπειρίας του ΕΑΜ, και αργότερα του ρόλου του αμερικάνικου παράγοντα στην δικτατορία. Θεωρητικά δικαιολογείται με τις θεωρίες της υπανάπτυξης και της “εξάρτησης”. Ο “αντί-ιμπεριαλισμός” και τα σχετικά στάδια στην χάραξη στρατηγικής, ταλαιπώρησαν και ταλαιπωρούν ακόμα την Αριστερά. Εν πάση περιπτώσει ανεξάρτητα απο το πώς λειτούργησαν στο παρελθόν, δεν μπορεί να είναι η βάση της πολιτικής για σήμερα. Θα υπάρχει σαν στοιχείο και λόγω μιας αντικειμενικής βάσης (ανισομετρία δύναμης μεταξύ των ισχυρότερων και λιγότερο ισχυρών κρατών) αλλά και λόγω του ότι παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην συνείδηση πλατειών μικροαστικών στρωμάτων με τα οποία θέλουμε να συμμαχήσουμε και να εκφράσουμε σαν επαναστατικό κίνημα, αλλά δεν μπορεί να κυριαρχεί. Πιο γραφική περίπτωση είναι αυτή του ΕΠΑΜ-Καζάκη, που ο λόγος του πολλές φορές δεν ξεχωρίζει απο αυτόν των ΑΝΕΛ, για να μην πούμε τίποτα χειρότερο. Ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω δεν αποτελεί και ελληνική πρωτοτυπία όπως θα γνωρίζουν όσοι έχουν μελετήσει την ιστορία της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όπου πρωτοεμφανίστηκε το ρεύμα του λεγόμενου εθνικομπολσεβικισμού, που ήταν μείγμα μπολσεβικισμού και εθνικοσοσιαλισμού, δηλαδή “αριστεροί” με έντονα εθνικιστικό λόγο, λόγω της ταπεινωτικής τότε συνθήκης των Βερσαλιών. Σήμερα μια τέτοια εθνικιστική λογική πηγάζει απο το μνημόνιο και την ταπεινωτική υιοθέτηση μέτρων που φαίνεται να επιβάλλουν οι “ξένοι”, η τρόικα και η Ευρωπαϊκή Ένωσηiii. Αυτό όμως δεν είναι σωστό. Αυτή είναι η πολιτική που η ελληνική αστική τάξη δεν μπορούσε να επιβάλλει λόγω συσχετισμού δύναμης (να θυμίσουμε τα μέτρα Γιαννίτση και πώς αναγκάστηκαν να τα πάρουν πίσω φοβούμενοι πολιτικές ανατροπές, αυτό δηλαδή που έγινε αργότερα με το μνημόνιο), και διαλέγει έναν φαινομενικά “εξωτερικό” τρόπο επιβολής, εμφανιζόμενη να αντιστέκεται και να “διαπραγματεύεται”. Η πολιτική εξόδου απο την Ευρωπαϊκή Ένωση συνεχίζει την “καλή” μικροαστική παράδοση υπερεκτίμησης του εθνικού και υποτιμώντας το ταξικό στοιχείο (βλέποντας αντιθέσεις μεταξύ χωρών αντί μεταξύ τάξεων). Για να καταλάβουμε πόσο εθνικιστικά μπορεί να γλιστρήσει μια τέτοια αντίληψη ας σκεφτούμε πόσο είναι στην προβληματική ενός τέτοιου σχεδίου η φροντίδα ώστε το όποιο κούρεμα του ελληνικού χρέους να μην το φορτωθεί η γερμανική εργατική τάξη, αλλά οι Γερμανοί τραπεζίτεςiv.


β) πέντε βασικά πολιτικά σημεία απέναντι στην πολιτική εξόδου απο την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Στην βάση των θεωρητικών ζητημάτων που εξετάσαμε θα συνεχίσουμε με πέντε ζητήματα πολιτικής:
  1. Πως αντιμετωπίζουν οι βασικές τάξεις και μερίδες τάξεων το ζήτημα της εξόδου;
    1. η πλειοψηφία της αστικής τάξης, ή τουλάχιστον τα πιο δυναμικά τμήματα της -εξαγωγικές βιομηχανίες, τουρισμός- είναι υπέρ της δραχμής. Το ερώτημα είναι γιατί η κυρίαρχη αστική πολιτική είναι υπέρ του Ευρώ. Οι πολιτικοί λόγοι -σιγουριά και στήριξη σε ένα αναπτυγμένο καπιταλιστικό κέντρο- δεν είναι σήμερα κατά την γνώμη μου η κύρια εξήγηση. Το βασικό είναι ότι η κυρίαρχη μερίδα στο αστικό μπλοκ είναι οι τραπεζίτες και αυτοί όπως ξέρουμε είναι προφανώς υπέρ του Ευρώ.
    2. Από τα μεσαία στρώματα, ένα μειοψηφικό αλλά συνεχώς διευρυνόμενο στρώμα, που καταστρέφεται απο τις μνημονιακές πολιτικές είναι υπέρ της εξόδου, ή αρχίζει να προσανατολίζεται στην έξοδο, ιδιαίτερα που ο Σαμαράς συνδέει την καταστροφική πολιτική του με την ανάγκη παραμονής στο Ευρώ. Πάντως η πλειοψηφία ακόμα, και πολύ περισσότερο το 2012, ήταν υπέρ της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως έδειξε και η εκλογική νίκη Σαμαρά που στηρίχτηκε στο ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
    3. Η πλειοψηφία της εργατικής τάξης (κύρια της πιο σύγχρονης και μορφωμένης) είτε είναι υπέρ της Ευρωπαϊκή Ένωσης, ή δεν βάζει ζήτημα εξόδου. Αυτό δεν φαίνεται μόνο στις δημοσκοπήσεις, ή απο το πολιτικό βάρος των κομμάτων που υποστηρίζουν την μια ή την άλλη άποψη. Όποιος διατηρεί ζωντανούς δεσμούς με την εργατική τάξη το γνωρίζει απο πρώτο χέρι. Αλλά δεν είναι και τόσο παράλογο που δεν είναι υπέρ της εξόδου. Ο νεοφιλελευθερισμός υλοποιείται παντού άρα δεν χρεώνεται αποκλειστικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση (μνημόνια εφαρμόζουν και χώρες εκτός). Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα απο τα πιο αναπτυγμένα κέντρα του καπιταλισμού, με σημαντικές λαϊκές κατακτήσεις. Εξ άλλου η εργατική τάξη τα χρόνια πριν την κρίση πολλές φορές αξιοποίησε τις κατακτήσεις του λαϊκού κινήματος στην Ευρωπαϊκή Ένωση για τις δικές της διεκδικήσεις.  Είναι το πιο προχωρημένο κέντρο πολιτισμού.
    4. Τέλος μια ειδική διαταξική κατηγορία είναι τα εύπορα στρώματα που έχουν βγάλει λεφτά στο εξωτερικό. Αυτά δεν περιορίζονται σε μέλη της αστικής τάξης. Αρκετοί εύποροι μικροαστοί, ακόμα και κάποιοι καλοπληρωμένοι μισθωτοί έχουν λογαριασμούς στο εξωτερικό. Αυτοί όλοι όχι μόνο δεν θα χάσουν απο μια επιστροφή στη δραχμή αλλά θα δουν τα χρήματά τους να αυξάνουν σε αγοραστική δύναμη, και θα μπορούσαν εύκολα να κερδοσκοπήσουν σε μια τέτοια περίπτωση.
  2. Είδαμε λοιπόν ότι η πλειοψηφία των εργαζομένων σήμερα είναι υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή τουλάχιστον δεν είναι υπέρ της εξόδου. Άρα ακόμα και αν οι αναλύσεις που παρουσιάσαμε προηγούμενα ήταν όλες λαθεμένες, ακόμα και αν όλα οδηγούσανε στην ανάγκη της εξόδου για την υλοποίηση ενός αριστερού προγράμματος, ακόμα και τότε ένα κόμμα δεν θα μπορούσε να διεκδικεί την κατάκτηση της πλειοψηφίας των εργαζομένων προτείνοντας την έξοδο, πολύ δε μάλλον να τη θεωρεί κύριο ζήτημα και κριτήριο για οποιαδήποτε συμμαχία. Το λογικό θα ήταν να αφήσει το ζήτημα ανοικτό, να κερδίσει πρώτα την πλειοψηφία, να προσπαθήσει να εφαρμόσει το πρόγραμμα του και να αφήσει οι δυσκολίες και τα εμπόδια που θα ανακύπτουν απο την Ευρωπαϊκή Ένωση να δείξουν στην λαϊκή πλειοψηφία την αναγκαιότητα εξόδου. Οι μάζες έτσι πείθονται, με την ίδια τους την πείρα. Άρα ένα κόμμα που προτάσσει την έξοδο απο την Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει όχι μόνο να μην ενδιαφέρεται για την κατάκτηση της κυβερνητικής εξουσίας, αλλά και με αυτήν την πολιτική δυσκολεύει την κατάκτηση της.
  1. Η αλήθεια είναι ότι η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η επιμονή του Σαμαρά να θέτει το ζήτημα με διλημματικό τρόπο, ταυτίζοντας την με τα μνημόνια και τις καταστροφές που επιφέρουν, πριμοδοτεί μια αντι-ΕΕ στάση. Δεν είναι απίθανο μια όξυνση της κατάστασης ή μια απρόβλεπτη αντίδραση των ηγετικών κύκλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης να οδηγήσει την πλειοψηφία του λαού σε αντι-ΕΕ θέσεις, ή την χώρα έξω απο το Ευρώ ή και ακόμα και την ίδια την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τότε φυσικά πρέπει, παρά τις αναλύσεις που παρουσιάσαμε παραπάνω, να αλλάξει το σχέδιο και να επεξεργαστούμε αντίστοιχους πολιτικούς και οικονομικούς στόχους, παρά τις θυσίες που θα απαιτηθούν και τις δυσκολίες που θα προκύψουν. Αλλά αυτό είναι κάτι που θα οφείλεται σε μια ειδική συγκυρία, και δεν θα είναι δική μας επιλογή. Εν πάση περιπτώσει όποιος χειρισμός και αν απαιτηθεί σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο θα πρέπει να έχει την καθαρή λαϊκή νομιμοποίηση με μορφές που δεν χωράνε αμφισβήτηση (πχ εκλογές ή δημοψήφισμα κτλ). 
     
  2. το πραγματικό πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας δέχεται δυο απαντήσεις. Ή επιδιώκουμε μια οικονομία υψηλών αμοιβών και υψηλής τεχνολογίας, ή θα πάμε σε μια προσπάθεια ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας με υποτίμηση της αξίας της εργατικής δύναμης, διατηρώντας όμως έτσι μια τεχνολογική υστέρηση. Για την υποτίμηση υπάρχουν δυο δρόμοι. Ο ένας είναι αυτός που εφαρμόζεται σήμερα, ο δρόμος των μνημονίων, που φαίνεται σαν εξωτερική επιβολή, απο την τρόικα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, και αυτό γίνεται γιατί ο συσχετισμός δύναμης δεν επέτρεψε στην αστική τάξη να τον εφαρμόσει με τις δικές δυνάμεις. Ο άλλος δρόμος είναι της εξόδου απο την Ευρωπαϊκή Ένωση και η υποτίμηση με την μέθοδο της νομισματικής διολίσθησης. Δηλαδή η φρασεολογία για ανάκτηση του εργαλείου της νομισματικής πολιτικής οδηγεί στον ίδιο στόχο, στην διατήρηση της τεχνολογικής υστέρησης, και της ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας με άγρια λιτότητα, ανεξάρτητα από την “αριστερή” φρασεολογία. Η ειρωνεία είναι ότι ενώ η αριστερά θα χρεωθεί τις μεγάλες δυσκολίες αυτού του δρόμου (λιτότητα, ελλείψεις σε βασικά εισαγόμενα είδη, πληθωρισμός, επενδυτική αποχή, μαύρη αγορά, λαθρεμπόριο αγαθών που λείπουν, διπλή αγορά συναλλάγματος, κερδοσκοπία με το συνάλλαγμα και με τα ήδη τοποθετημένα στο εξωτερικό κεφάλαια), η όποια ανάπτυξη θα ακολουθήσει μετά κάποια χρόνια το πιθανότερο είναι να πιστωθεί σε μια επόμενη Δεξιά κυβέρνηση, που θα έχει κεφαλαιοποιήσει την δυσαρέσκεια των εργαζομένων και θα έχει εκδιώξει την Αριστερά απο την κυβέρνηση.
  3. τέλος είναι αλήθεια ότι ενώ η πολιτική της αποχώρησης δεν πλειοψηφεί στο σύνολο των εργαζομένων, πλειοψηφεί όμως μάλλον στον κόσμο που θεωρεί τον εαυτό του αριστερό, (ίσως σαν αποτέλεσμα της πολιτικής ηγεμονίας του ΚΚΕ στην αριστερά την εικοσαετία μετά την μεταπολίτευση, ή και απο αδράνεια επιμονής σε ένα σύνθημα που όταν πρωτοδιατυπώθηκε ήταν άλλες οι συνθήκες). Το ότι λοιπόν στους αριστερούς στην χώρα μας πλειοψηφεί ή ιδέα μιας Ελλάδας εκτός ολοκληρώσεων, τροφοδοτεί το πολιτικό σχέδιο που θέτει την έξοδο σαν κύριο προγραμματικό ζήτημα, δηλαδή είναι μια πολιτική που δεν προσπαθεί να αλλάξει τον συσχετισμό στην κοινωνία υπέρ της Αριστεράς, αλλά τον εσωτερικό συσχετισμό στην Αριστερά. Είναι όμως αυταπάτη να προσπαθεί κανείς να κεφαλαιοποιήσει στην αποτυχία μια κυβέρνησης της αριστεράς. Αρκεί να αναλογιστούμε τι έγινε με την κατάρρευση του υπαρκτού. Συμπαρέσυρε όλα ρεύματα της Αριστεράς ακόμα και εκείνα που στέκονταν όχι απλά κριτικά, αλλά είχαν το κύριο μέτωπο τους απέναντι στην ΕΣΣΔ, όπως οι διάφορες μ-λ ομαδούλες, που εξαφανίστηκαν. Επίσης το θεμιτό καθήκον της πολιτικής αντιπαράθεσης δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αθέλητη βοήθεια στον αντίπαλο και μάλιστα σε συνθήκες ισορροπίας συσχετισμού δυνάμεων, που μόνο μια κλωστή χωρίζει τη νίκη απο την ήττα. Δείτε για παράδειγμα την περίπτωση του ΚΚΕ. Θεωρώντας σαν κύριο εχθρό του την υπόλοιπη αριστερά και ιδιαίτερα τον ΣΥΡΙΖΑ, αποσύροντας τον εαυτό του απο την τρέχουσα πολιτική πάλη, ουσιαστικά βοηθά να παραμείνει η ακροδεξιά κυβέρνηση του Σαμαρά. Θα μπορούσε αν ήθελε να αντιπαλεύει τον ΣΥΡΙΖΑ, βοηθώντας τον όμως ταυτόχρονα να ανατρέψει τον Σαμαρά και την πολιτική των μνημονίων. Αυτή εξ άλλου ήταν και η πολιτική που ο Λένιν υποδείκνυε στα επαναστατικά κόμματα σε παρόμοιες περιπτώσεις. Το ίδιο συμβαίνει και με το αίτημα της εξόδου. Κάνοντας το κύριο ζήτημα και αναδείχνοντας στην ουσία την ατζέντα της ΝΔ, δεν βοηθιέται η χειραφέτηση του κόσμου της εργασίας ούτε η βελτίωση του συνολικού συσχετισμού δυνάμεων. Φυσικά κάθε δύναμη κρίνεται και μια σημαντική ένδειξη για αυτό είναι η υποστήριξη που παίρνει κάθε πολιτικό σχέδιο απο την πραγματική εργατική τάξη.




iΠάντως ο Σ. Μαυρουδέας (ένας απο τους τρεις ομιλητές) ισχυρίστηκε όχι ότι μόνο σε μια, αλλά και σε ...μισή χώρα μπορεί να γίνει σοσιαλισμός. Πιθανά. Διερωτάται όμως κανείς τι είδους “σοσιαλισμός” θα είναι. Μισή χώρα με “σοσιαλισμό” έχουμε σήμερα, την Β. Κορέα. Αν το όραμα είναι αυτό, τότε δεν μένουν και πολλά να συζητήσουμε.
iiΓια να φανεί το παράλογο αυτής της αντίληψης ας κάνουμε το εξής συλλογισμό εργασίας: το σχέδιο της εξόδου με αριστερό πρόσημο, το υποστηρίζουν στην Ελλάδα πολιτικές δυνάμεις που έχουν ελάχιστη επιρροή (πχ 1-2% αν θέλουμε να το μετρήσουμε σε εκλογικά νούμερα). Τι είναι ποιο εύκολο και πιθανό, το 1-2% να κάνει το άλμα και να κατακτήσει την πλειοψηφία, ή το Die Linke, που σήμερα έχει περίπου το 10% να κατακτήσει την πλειοψηφία και να αλλάξει πρώτα την Γερμανία, αν όχι σε σοσιαλιστική χώρα, τουλάχιστον σε μια χώρα με μια φιλεργατική πολιτική;
iiiΟ Δ. Πατέλης (ο τρίτος ομιλητής) πχ υποστήριξε ότι η ταξική πάλη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και η προσπάθεια αλλαγής συσχετισμού δυνάμεων, θα ισοδυναμούσε με κάλεσμα το 1941 στην κατοχή “για μεταρρύθμιση του στρατού της Βέρμαχτ!”. Η ταξική πάλη, οι συσχετισμοί δύναμης έχουν εξαφανιστεί απο μιαν ανάλυση του “εμείς” και οι “ξένοι”, απο το ότι έχουμε “κατοχή” κτλ.
ivΝα σημειώσουμε ότι οι Γερμανοί σύντροφοι μας του Die Linke, αντίθετα έχουν διεθνιστική στάση. Υποστηρίζουν πχ την απόδοση των πολεμικών αποζημιώσεων και την αποπληρωμή του κατοχικού δανείου, ξέροντας ότι ο συσχετισμός δυνάμεων στην Γερμανία μπορεί να επιτρέψει στην Γερμανική κυβέρνηση να φορτώσει το σχετικό κόστος στην εργατική τάξη της Γερμανίας.

1/4/14

Ελεύθερο λογισμικό και κομμουνισμός (7 θέσεις για συζήτηση).



  1. Ο Μαρξ είχε γράψειi ότι ο χερόμυλος δίνει την κοινωνία του φεουδάρχη, και η ατμομηχανή την κοινωνία του καπιταλιστή. Θα μπορούσαμε να γενικεύσουμε λέγοντας ότι η χειροτεχνική παραγωγή είναι η υλική βάση για τους προκαπιταλιστικούς σχηματισμούς και η μηχανική παραγωγή για τον καπιταλισμό. Ποιά όμως είναι η υλική βάση για τον κομμουνισμό; Ο ίδιος, πέρα απο μερικές νύξεις στα Grundrisse για την γενική διάνοια, δεν μπορούσε για αντικειμενικούς λόγους να φανταστεί κάτι διαφορετικό απο την μηχανική παραγωγή, ίσως σε μια πιο αυτοματοποιημένη εκδοχή της. Και η βασική θέση που κυριαρχεί στο έργο του είναι ότι η μηχανική παραγωγή, η βιομηχανία, είναι κοινή υλική βάση και του καπιταλισμού και του κομμουνισμού. Αυτό δημιούργησε μια σειρά παρενέργειες, θεωρητικές και πολιτικές. Ένα θεωρητικό επακόλουθο ήταν η αντίληψη για μια υπερωριμότητα της επανάστασης ήδη απο τον 19ο αιώνα. Όμως δεν ήταν έτσι. Αυτό ίσως εξηγούσε σε μεγάλο βαθμό την ήττα των επαναστάσεων στην Δύση. Αυτό ίσως εξηγεί τον δρόμο που πήρε η προσπάθεια σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Ρωσία όπου έγινε μεν επανάσταση λόγω συσσώρευσης πολλών εκρηκτικών πολιτικών αντιθέσεων, αλλά πήρε μια σειρά χαρακτηριστικά που την οδήγησαν να μοιάζει σαν μια παραλλαγή κρατικού καπιταλισμού, και σε κάποια στιγμή κατέρρευσε. Προσπάθεια που τώρα φαίνεται ότι ήταν θνησιγενής εφ όσον δεν ακολουθήθηκε απο την αναπτυγμένη Δύση. Η ανωριμότητα για την επανάσταση οδηγούσε σε μια αδυναμία κατάκτησης της ηγεμονίας και σε έναν πραξικοπηματισμό (μπλανκισμό) στην στρατηγική και πολιτική των επαναστατικών κομμάτων τον 20ο αιώνα. Τέλος αυτό εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την σχετική αδιαφορία της ΕΣΣΔ για τις νέες τεχνολογίες και την ήττα της τελικά στην οικονομική άμιλλα με τον καπιταλισμό. Το “ανώτερο” σύστημα στην θεωρία δεν μπορούσε να το αποδείξει αυτό στην πράξη. Το κομμουνιστικό ιδανικό ταυτίστηκε (φυσικά και με την συμβολή της αστικής προπαγάνδας αλλά και απο την εικόνα της ΕΣΣΔ) με κοινωνίες ελλείψεων σε αγαθά, σχετικά οικονομικής αναποτελεσματικότητας και ανελευθερίας, δηλαδή ακριβώς το αντίθετο με τα οράματα των μαρξιστών. Ο κλασσικός μαρξισμός ήταν -σχηματικά μιλώντας και παρά τις πολλές μεγαλοφυείς επεξεργασίες του- ο μαρξισμός της εποχής της μηχανικής παραγωγής και της σχετικής ανωριμότητας για την εγκαθίδρυση του κομμουνισμού. 
     
  2. Σήμερα, ξαναδιαβάζοντας τα Grundrisse, και στηριγμένοι τόσο στην εμπειρία απο την ίδια την ΕΣΣΔ, αλλά κύρια στις επιστημονικές, τεχνολογικές και παραγωγικές εξελίξεις μπορούμε να διατυπώσουμε μια νέα βασική, κρίσιμη θέση: υλική βάση του κομμουνισμού είναι οι νέες τεχνολογίες κυρία στον τομέα της πληροφορίας. Σε αυτόν τον κλάδο, ακόμα και στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας, αρχίζουν να εμφανίζονται κομμουνιστικές μορφές παραγωγής, δηλαδή μορφές δημιουργικής εργασίας που δεν προσφέρεται κυρίως χάριν αμοιβής αλλά χάριν της ευχαρίστησης της δημιουργίας, που το παραγόμενο προϊόν δεν είναι καπιταλιστική ιδιοκτησία αλλά ανήκει σε όλην την κοινωνία και με οργανωτικές μορφές χωρίς αυστηρή ιεραρχία, με βάση κοινότητες εθελοντών. Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι η παραγωγής λογισμικού ανοικτού κώδικα, με πιο γνωστό προϊόν το λειτουργικό Linux, και τα χιλιάδες προγράμματα που το συνοδεύουν. Πριν όμως μιλήσουμε περισσότερο για αυτό, ας προσπαθήσουμε να ορίσουμε το τι είναι σοσιαλισμός και τι κομμουνιστικός τρόπος παραγωγής.

  3. Ο σοσιαλισμός δεν είναι τρόπος παραγωγής. Είναι μια μεταβατική κοινωνία στην οποία συνυπάρχουν διαφορετικοί (συνήθως τέσσερις) τρόποι παραγωγήςii: ιδιωτικοκαπιταλιστικός, κρατικοκαπιταλιστικός, κομμουνιστικός (τυπικά ή πραγματικά, θα εξηγήσουμε παρακάτω τι εννοούμε με αυτό), απλής εμπορευματικής παραγωγής. Τι τον διαφοροποιεί απο τον καπιταλισμό; Πρώτον ότι η εξουσία έχει αλλάξει χέρια, άρα παίρνονται σε εκτεταμένη βάση μέτρα σε όφελος των εργαζομένων και δεύτερο, και σαν συνέπεια της εξουσίας των εργαζομένων, έχουμε μια συνειδητή πολιτική πορεία ενίσχυσης του κομμουνιστικού τρόπου και περιορισμού του ιδιωτικοκαπιταλιστικού. Σε κάποια φάση σαν αποτέλεσμα της πολιτικής ενίσχυσης του, αλλά κύρια γιατί έχει γίνει τεχνική και οικονομικά αναγκαιότηταiii, ο κομμουνιστικός τρόπος κυριαρχεί, και αρχίζει αυτός να επικαθορίζει τους άλλους συνυπάρχοντες τρόπους, αλλά και όλην την κοινωνική οργάνωση και το εποικοδόμημα. Τότε μπορούμε να μιλάμε για την κομμουνιστική κοινωνία (και όχι απλά για κομμουνιστικό τρόπο παραγωγής), όχι όμως σαν ένα τέλος, αλλά σαν μια καμπή, ένα ορόσημο, της κοινωνικής εξέλιξης. 
     
  4. Τι είναι όμως ο κομμουνιστικός τρόπος παραγωγής; παραγωγής, και όχι διανομήςiv όπως όπως πολλές φορές κάποιοι καταλαβαίνουν. Χαρακτηρίζεται λοιπόν απο παραγωγή που δεν γίνεται για το κέρδος αλλά παράγει αξίες χρήσης, επομένως ή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δεν μπορεί παρά να είναι κοινωνική. Επίσης απο την ύπαρξη δημιουργικής εργασίας, που σημαίνει να έχει ελαχιστοποιηθεί η βλαβερή, κουραστική μονότονη μηχανική παραγωγή και να έχει αντικατασταθεί απο μια αυτοματοποιημένη παραγωγή, που επιτρέπει ο κύριος όγκος της εργασίας να μετατραπεί σε μια παραλλαγή ερευνητικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής απασχόλησης. Τέλος χαρακτηρίζεται απο την ύπαρξη συντροφικών, συνεργατικών σχέσεων, ή με άλλα λόγια το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής ιεραρχίας, το ξεπέρασμα της αντίθεσης μεταξύ διεύθυνσης και εκτέλεσης, πνευματικής και μη-πνευματικής εργασίας. Και εδώ η αυτοματοποίηση είναι απαραίτητη προϋπόθεση, αλλά μόνο προϋπόθεση. Μόνο η ταξική πάλη και ο χαρακτήρας της νέας εξουσίας μπορεί να εγγυηθεί το τελικό αποτέλεσμαv. Έχουμε λοιπόν σήμερα παραγωγή που να συγκεντρώνει κάποια απο αυτά τα χαρακτηριστικά, δηλαδή όχι παραγωγή για το καπιταλιστικό κέρδος, σχετικά δημιουργική εργασία, συντροφικές συνεργατικές σχέσεις και όχι ιεραρχίες. Έχουμε σε τουλάχιστον δυο τομείςvi. Ό ένας είναι στην δημιουργία ελεύθερου λογισμικού απο εθελοντικές κοινότητες χρηστών, και ο δεύτερος σε κάποιες υπηρεσίες, με χαρακτηριστική, αλλά όχι μοναδική περίπτωση, το δημόσιο σχολείο. Φυσικά υπενθυμίζουμε ότι στα πλαίσια της καπιταλιστικής κοινωνίας ο κυρίαρχος τρόπος παραγωγής αλλοιώνει σε μεγάλο βαθμό πολλά απο τα χαρακτηριστικά του κομμουνιστικού, και μερικές φορές μάλιστα σε σημαντικό βαθμόvii
     
  5. Ήδη στην παραγωγή προϊόντων λογισμικού ανοικτού κώδικα ο νέος τρόπος παραγωγήςviii γίνεται σταδιακά τεχνικά ανώτεροςix και μπορεί αν όχι να κυριαρχήσει, τουλάχιστον να κερδίσει σημαντικό έδαφοςx. Θα μπορούσε να απογειωθεί με την παραμικρή πολιτική στήριξη, πχ μια αριστερή κυβέρνηση μπορεί να πάρει μέτρα όπως: διδασκαλία στο σχολείο του Linux, η χρήση ελεύθερου λογισμικού στο δημόσιο, αντί των πατενταρισμένων και πανάκριβων προϊόντων της Microsoft, η ενίσχυση ερευνητικών προγραμμάτων και κλάδου προϊόντων πληροφορικής για την υλική παραγωγή (τρισδιάστατοι εκτυπωτές, φτηνά εργαλεία στηριγμένα σε ελεύθερο λογισμικό κτλ). Η νίκη του ελεύθερου λογισμικού απέναντι στις πατέντες και τις Microsoft-Apple, θα δημιουργούσε και μια αντίστοιχη συνείδηση, ιδιαίτερα στην νεολαία, θα μπορούσε να καταστήσει ηγεμονικές τις κομμουνιστικές αντιλήψεις, και να επιταχύνει τις εξελίξεις. Σε αυτό το σημείο χρειάζεται να προσπαθήσουμε να διακριβώσουμε την διαλεκτική της μετάβασης απο ένα παλιό σε ένα καινούργιο τρόπο παραγωγής.

  1. Ο Μαρξ παρατηρώντας τους πραγματικούς ιστορικούς δρόμους περάσματος απο την φεουδαρχία στον καπιταλισμό διατύπωσε την ιδέα ενός περάσματος σε δύο στάδια: ένα πρώτο, αυτό της λεγόμενης τυπικής υπαγωγής στην βάση παλιάς τεχνολογίας και με την παλιά οργάνωση της παραγωγής. Ήταν η περίπτωση της χειροτεχνίας (μανιφακτούρας, βιοτεχνίας). Ο νέος τρόπος στην συνέχεια δημιουργεί δικό του, ειδικό τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και δική του τεχνική και υλική βάση. Τότε έχουμε πραγματική υπαγωγή. Για τον καπιταλισμό αυτός ο ειδικός τρόπος ήταν η βιομηχανία, και την υλική βάση την έδωσε η επιστημονική επανάσταση. Λογικά θα μπορούσε κανείς να υποθέσει μια αντίστοιχη διαδικασία και για το πέρασμα στον κομμουνισμό. Αντίθετα όμως στην ΕΣΣΔ καθ' όλην την διάρκεια της οικοδόμησης παρέμεινε σαν τεχνική βάση η βιομηχανία και η μηχανική παραγωγή. Και εδώ σε αναλογία μπορούμε να μιλήσουμε μόνο για τυπική υπαγωγή στον κομμουνισμό. Μόνο με την συνειδητή στροφή της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων στις νέες τεχνολογίες θα είχαμε δυνατότητα να περάσουμε σε πραγματική υπαγωγή, που εξασφαλίζει ένα κάποιο σημείο μη επιστροφής, αν και αυτό μάλλον προϋποθέτει παγκόσμια επικράτηση και όχι σε λίγες και σχετικά αδύνατα αναπτυγμένες χώρες. 
     
  2. Το παραπάνω θεωρητικό σχήμα, και παίρνοντας υπ όψιν τις διευκρινήσεις για την συνάρθρωση περισσότερων του ενός τρόπου παραγωγής, θα μπορούσε να συγκεκριμενοποιηθεί περίπου ως εξής: σε ένα πρώτο στάδιο σε νέους κλάδους πρωτοεμφανίζονται μορφές του νέου τρόπου, αν και με στρεβλό τρόπο, επικαθοριζόμενες απο τον παλιό. Όσο αποδείχνεται η τεχνική και οικονομική τους ανωτερότητα διευρύνονται, και κατακτούν κάποιο σημαντικό χώρο. Αυτό επιτρέπει να διαδοθούν και οι αντίστοιχες ιδέες, να αρχίσουν να ηγεμονεύουν. Κάπου εκεί και σαν αποτέλεσμα και της πολιτικής συγκυρίας και των αντιφάσεων της πολιτικής σφαίρας, γίνεται δυνατό να αλλάξει χέρια η πολιτική εξουσία, που καταλαμβάνεται απο τις κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπούν τον νέο τρόπο παραγωγής. Αυτό απελευθερώνει την δυναμική του νέου τρόπου αλλά και των νέων κλάδων στους οποίους αυτός εμφανίζεται με αποτέλεσμα στο να μετατραπεί σε κυρίαρχο. Σε μια τέταρτη φάση μετασχηματίζει και τους υπόλοιπους κλάδους οι οποίοι ήταν μέχρι τώρα οργανωμένοι με τον παλιό τρόπο παραγωγής, αλλά και ολόκληρη την κοινωνία. Αυτή περίπου ήταν και η ιστορία αντικατάστασης του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής σαν κυρίαρχου από τον καπιταλιστικό. Έτσι φαίνεται θα αντικατασταθεί και ο καπιταλιστικός απο τον κομμουνιστικό. Οι εξελίξεις αυτές είναι μακρόχρονες, για τον καπιταλισμό διήρκεσαν πάνω απο δυο αιώνες. Βλέπουμε δυο παράλληλα προτσές. Ένα οικονομικό-τεχνικό, ένα πολιτικό. Και στα δύο κυριαρχεί η ταξική πάλη, αλλά με άλλες μορφές. Σε όλη αυτή την διαδικασία η αλλαγή εξουσίας, η πολιτική επανάσταση, είναι σημείο καμπής. Οι οικονομικές εξελίξεις διαμεσολαβούνται απο την ταξική πάλη, όχι με την έννοια ότι μπορούν να δημιουργηθούν αυθαίρετα, αλλά για να κυριαρχήσουν. Φυσικά για να γίνει η διαδικασία ανεπίστρεπτη πρέπει να έχουμε σε κάποια προχωρημένη φάση ουσιαστική, πραγματική υπαγωγή, όταν δηλαδή οι νέες τεχνολογίες είναι αποφασιστικές όχι μόνο στους κλάδους της πληροφορικής αλλά σε όλην την κλίμακα της παραγωγής: και στην πρωτογενή και στην δευτερογενή, και στην τριτογενή. Όταν δηλαδή οι σπόροι σχεδιάζονται, όταν η γη καλλιεργείται με αυτοματοποιημένα συστήματα, όταν τα ζώα εκτρέφονται με ρομπότ, όταν η υλική παραγωγή και οι υπηρεσίες έχουν σχεδόν πλήρως αυτοματοποιηθεί. Τότε και ο μεγάλος όγκος της εργασίας θα είναι ερευνητική, επιστημονική, θα έχουμε κυριαρχία του κομμουνισμού. Αυτό φυσικά δεν είναι υπόθεση μιας χώρας, ούτε ομάδας χωρών, αλλά της ενοποιημένης σε παγκόσμια κλίμακα ανθρωπότητας.

i Μαρξ, η αθλιότητα της φιλοσοφίας, χ.χ.ε, Νέοι Στόχοι, σελ. 107.

ii Γενικότερα σε μια κοινωνία, ή αλλιώς κοινωνικό σχηματισμό, δεν υπάρχει μόνο ένας τρόπος παραγωγής, όπως η έκφραση “σήμερα έχουμε καπιταλισμό”, μπορεί να αφήνει να εννοηθεί. Συνυπάρχουν περισσότεροι τρόποι παραγωγής, αλλά όχι ισότιμα. Ένας είναι κυρίαρχος, και αυτός επικαθορίζει, αλλοιώνει και τους υπόλοιπους. Υπάρχει λοιπόν ο κυρίαρχος, πιθανά υπολείμματα παλιότερων τρόπων, και σπέρματα του καινούργιου τρόπου που υπό κάποιες προϋποθέσεις, μέλλει να αντικαταστήσει σαν κυρίαρχος τον σημερινό. Πχ στην Ελλάδα σήμερα έχουμε φυσικά τον κυρίαρχο ιδιωτικοκαπιταλιστικό, τομείς κρατικοκαπιταλιστικού που φθίνουν και ιδιωτικοποιούνται, ελάχιστα υπολείμματα φεουδαρχικά (κλειστά επαγγέλματα), σε μεγάλη έκταση τον τρόπο της μικρής ή απλής εμπορευματικής παραγωγής, και ορισμένες μορφές κομμουνιστικής παραγωγής. Για να μην πούμε ότι περιθωριακά παρατηρούνται και φαινόμενα δουλείας με το τράφικινγκ και κάποιες γυναίκες μετανάστριες που στερούνται την ελευθερία τους κλεισμένες σε κυκλώματα πορνείας.

iii Μια εκδήλωση αυτής της τάσης είναι οι μεταφορντικές μέθοδοι οργάνωσης της εργασίας. Είναι η προσπάθεια στα πλαίσια του καπιταλισμού να αξιοποιηθούν οι νέες ανάγκες για μη-ιεραρχική, συνεργατική οργάνωση που απαιτούν οι νέες τεχνολογίες για να είναι αποδοτικές.

iv Κομμουνιστική διανομή είναι αυτή που ο καθένας παίρνει “σύμφωνα με τις ανάγκες του”. Αυτή φυσικά αντιστοιχεί στην κομμουνιστική παραγωγή, αλλά παρατηρούμε ότι μορφές κομμουνιστικής διανομής υπάρχουν και σήμερα: το δωρεάν σχολείο για όλους, η δωρεάν υγεία, το λεγόμενο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, και γενικά όλες τα είδη και υπηρεσίες που παραχωρούνται χωρίς ισοδύναμο και με βάση τις ανάγκες. Επειδή σήμερα πηγάζουν απο τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων και όχι από μια κυριαρχία του κομμουνιστικού τρόπου παραγωγής, είναι ασταθείς και μπορεί να παίρνονται πίσω όταν ο συσχετισμός αλλάξει.

v Εδώ πρέπει να αποφύγουμε ένα διπλό λάθος. Όσο λαθεμένο είναι ότι μπορούμε να έχουμε κομμουνισμό μόνο και μόνο επειδή το θέλουμε, βολονταριστικά, χωρίς τις απαραίτητες υλικές προϋποθέσεις, άλλο τόσο λαθεμένο είναι να νομίζουμε ότι οι εξελίξεις στην παραγωγή και τεχνολογία θα οδηγήσουν απο μόνες τους σε αλλαγή στις παραγωγικές σχέσεις, στον κομμουνισμό, χωρίς πολιτικές και ιδεολογικές αλλαγές. Η ταξική πάλη τελικά διαμεσολαβεί όλες τις σχετικές αλλαγές.

vi Για τις κρατικές επιχειρήσεις: κρατικοκαπιταλιστικές είναι όσες παράγουν με σκοπό το κέρδος και για την αγορά, και με καπιταλιστικά κριτήρια, και μόνο η νομική ιδιοκτησία ανήκει στο αστικό κράτος, άρα με μια έννοια συλλογικά στην αστική τάξη. Τέτοιες σήμερα είναι πχ ο ΟΤΕ που ανταγωνίζεται άλλες ιδιωτικές και είναι στο χρηματιστήριο. Παράλληλα όμως υπάρχουν κρατικές επιχειρήσεις που δεν παράγουν για το κέρδος αλλά αξίες χρήσης, όπως πχ το δημόσιο σχολείο, ή οι επιχειρήσεις νερού. Οι υπηρεσίες μπορεί να τιμολογούνται ώστε να καλύπτονται τα έξοδα διαχείρισης και νέων επενδύσεων, όπως πχ στην ΕΥΔΑΠ , ή να διανέμονται δωρεάν, “σύμφωνα με τις ανάγκες”, όπως του δημόσιου σχολείου, ή παλιά ο ΟΕΚ πριν καταργηθεί (κομμουνιστική διανομή). Αν η εξουσία αλλάξει χέρια και αποκοπεί ο ομφάλιος λώρος με τον ιδιωτικοκαπιταλιστικό τομέα (προμήθειες, τιμολογιακή πολιτική), τότε παρόλο που θα κυριαρχεί στην υπόλοιπη οικονομία ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, οι επιχειρήσεις αυτές θα υπάγονται στον κομμουνιστικό τομέα, αν και αυτές που στηρίζονται στην μηχανική παραγωγή θα υπάγονται τυπικά, μιας και θα είναι οργανωμένες με τα χαρακτηριστικά της καπιταλιστικής επιχείρησης, δηλαδή με την ιεραρχία, και τις παραδοσιακές διαιρέσεις των λειτουργιών διεύθυνσης-εκτέλεσης, και πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας.

vii Έτσι παράλληλα με τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε βλέπουμε και τα σημάδια του καπιταλισμού, όπως η προσπάθεια αναζήτησης χορηγών, η μερική στήριξη σε καπιταλιστικές εταιρείες, κτλ όσον αφορά την παραγωγή λογισμικού, ή τα αρνητικά φαινόμενα που παρατηρούνται στη δημόσια εκπαίδευση.

viii Οι ίδιες οι κοινότητες και το κίνημα του ελεύθερου λογισμικού, ονομάζει τον τρόπο δουλειά τους “ομότιμο”. Σημασία δεν έχει φυσικά η ονομασία αλλά τα χαρακτηριστικά, που είναι ταυτόσημα με του κομμουνιστικού τρόπου.

ix Εκτός απο το εμπειρικό παράδειγμα του κλεισίματος των εγκυκλοπαιδειών Encarta και Britanica κάτω απο τον ανταγωνισμό της Wikipedia, την τεχνική αρτιότητα του ελεύθερου λογισμικού και την συνεχή βελτίωση του απο χιλιάδες χρήστες λόγω του ανοικτού κώδικα, να αναφέρουμε ότι η αξία της πληροφορίας αυξάνει όσο διασπείρεται, άρα οι πατέντες και οι εμπορικοί περιορισμοί είναι μη αποδοτικοί. Αυτό δείχνει ότι οι νέες κομμουνιστικές σχέσεις γίνονται τεχνική αναγκαιότητα τουλάχιστον σε αυτόν τον κλάδο.


x Σημαντικά βοηθάει και το γεγονός ότι μπορεί να παραχθεί τεράστιος όγκος αξίας χρήσης με ελάχιστα μέσα, με μόνο το απλό εργαλείο του προσωπικού υπολογιστή. Ας κάνουμε υποθετικά έναν υπολογισμό. Ένα πρόγραμμα που χρησιμοποιούν πχ 1 εκατομμύριο χρήστες και πουλιέται πχ €50 το κομμάτι (υπάρχουν βέβαια προγράμματα που πουλιούνται και 500, ή και παραπάνω ευρώ) αντιστοιχεί σε ανταλλακτική αξία 50 εκατομμυρίων, που για την παραγωγή του απαιτούνται μόνο κάποιες -εκατοντάδες έστω- ώρες εργασίας. Για να παραχθεί αντίστοιχη ανταλλακτική αξία στην υλική παραγωγή χρειάζεται δεκάδες εκατομμύρια σταθερό κεφάλαιο και κάποια εκατομμύρια μεταβλητό.

13/3/14


Πολύ ενδιαφέρουσα τοποθέτηση του Π. Παπακωνσταντίνου. Μιλά βέβαια με τους περιορισμούς που του θέτει η ιδιότητα της ένταξης του στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά διατυπώνει κατά την γνώμη μου την μόνη ρεαλιστική επαναστατική πρόταση σήμερα.. Με δύο όμως διευκρινησεις:
α) ότι δεν θα έχουμε αυταπάτες για σοσιαλισμό σε μια χώρα, οι αλλαγές που μπορούμε να κάνουμε έχουν κάποιο όριο αν δεν ακολουθήσει ντόμινο πανευρωπαϊκών ανατροπών, και
β) ότι σημαντικές δυσκολίες θα αντιμετωπίσει μια αριστερή κυβέρνηση απο την υπόλοιπη αριστερά αν εξακολουθήσει να έχει την σημερινή στάση δηλαδή όχι μόνο να να προεξοφλά την αποτυχία της αριστερής κυβέρνησης αλλά και να προσπαθεί να επενδύσει σε αυτήν.

)

25/2/14

συζητώντας για την Χιλή του Αλιέντε-θεωρητικάζητήματα μιας κυβέρνησης της Αριστεράς


Περίληψη εισήγησης σε εκδήλωση (22-02-2014) του ομίλου επαναστατικής θεωρίας Κέρκυρας.




Θεωρητική εισαγωγή.

  1. διερευνώντας τα πιθανά προβλήματα που θα αντιμετωπίσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς στην χώρα μας, εξετάζουμε βασικά σημεία από την πείρα της κυβέρνησης της Λαϊκής Ενότητας στην Χιλή. Η στρατηγική της Αριστερής κυβέρνησης σαν ένα πρώτο βήμα σε μια διαδικασία μετάβασης στον σοσιαλισμό, ιστορικά δοκιμάστηκε στην Χιλή το 1970-1973, και σήμερα σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Θεωρητικά διερευνήθηκε κυρίως απο τον Ν Πουλαντζά με τον όρο “δημοκρατικός” δρόμος για τον σοσιαλισμό, με την διευκρίνηση ότι δεν είναι ούτε απλά κοινοβουλευτικόςi, ούτε κατ ανάγκην ειρηνικός.
  2. Πρόκειται για μια επαναστατική διαδικασία, αν καταλαβαίνουμε την κοινωνική επανάσταση, ανεξάρτητα από τις μορφές της, σαν μια διαδικασία ριζικής αναδιοργάνωσης της κοινωνίας (σήμερα απο την καπιταλιστική κοινωνία στη σοσιαλιστικήii). Στην αφετηρία αυτής της διαδικασίας η πολιτική εξουσία αλλάζει χέρια (σήμερα από την αστική τάξη στην εργατική) δηλαδή έχουμε μια πολιτική επανάσταση.
  3. η αναγκαία κατάσταση "δυαδικής εξουσίας" που μπορεί να οδηγήσει στην πλήρη κατάληψη της εξουσίας έχει ιστορικά εμφανιστεί με τρεις μορφές, δρόμους:
    1. μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης, εξωτερικές προς το υφιστάμενο κράτος, που δημιουργούνται στην πορεία της ταξικής πάλης (πχ Σοβιέτ) διεκδικούν και τελικά αποσπούν την εξουσία από το αστικό κράτος, συνήθως μετά από ένοπλη σύγκρουση. Ο δρόμος αυτός στηρίζεται στην δύναμη και τον καταναγκασμό του αντιπάλου, και απαιτεί ειδικές συνθήκεςiii, όπως επαναστατική κατάσταση η οποία να εξελιχθεί σε επαναστατική κρίση, καταστάσεις που δεν προετοιμάζονται αλλά προκύπτουν -αν προκύψουν- αντικειμενικά.
    2. Ένα παρατεταμένο αντάρτικο που αποσκοπεί στην στήριξη από αγροτικούς πληθυσμούς, μορφή που εφαρμόστηκε νικηφόρα στην Κίνα, Κούβα, γενικά σε αγροτικές χώρες, ή χώρες υπό κατοχή.
    3. Την στρατηγική της κατάκτησης της πλειοψηφίας στο αστικό κοινοβούλιο, την απόσπαση της κυβέρνησης, που εγκαινιάζει μια μακρά μεταβατική περίοδο ριζοσπαστικών αλλαγών με σκοπό την κατάληψη ολόκληρης της εξουσίας, τον μετασχηματισμό του κράτους και το άνοιγμα του δρόμου για τον σοσιαλισμό.
  4. Ο δρόμος της πλειοψηφίας στο κοινοβούλιο, ή ο “δημοκρατικός” δρόμος όπως θα τον ονομάζουμε απο εδώ και πέρα, (ανεξάρτητα αν ο όρος είναι δόκιμος), έχει σαν βασικά χαρακτηριστικάiv: ότι οι κρίσιμες αλλαγές θα προχωράνε μόνο αφού εξασφαλίζουνε λαϊκή πλειοψηφία (είτε με έγκριση προγράμματος σε εκλογές, είτε πχ με δημοψήφισμα). Ότι οι λαϊκές δυνάμεις που κατακτάνε μερική κρατική εξουσία, προσπαθούν διαρκώς να βελτιώνουν τον συσχετισμό δυνάμεων, και έτσι να προχωράνε την επαναστατική διαδικασία, εξασφαλίζοντας πλήρη ελευθερία δράσης σε όλες τις πολιτικές δυνάμεις, ακόμα και τις εχθρικές. Ότι συνδυάζονται μορφές αντιπροσώπευσης με αμεσοδημοκρατικές, και προσπάθεια ενεργοποίησης του λαϊκού παράγοντα. Ότι αν για κάποιο λόγο χαθεί η πλειοψηφία υπάρχει η δυνατότητα υποχώρησης και κυβερνητικής εναλλαγής.



Τα γεγονότα.

  1. Το 1970, η Λαϊκή Ενότητα, συμμαχία του κομμουνιστικού, του σοσιαλιστικού, και τεσσάρων άλλων μικρότερων κομμάτων, κέρδισε τις προεδρικές εκλογές αποσπώντας το 36% των ψήφων, έvαvτι 35% που πήρε o δεξιός υποψήφιος του Εθνικού Κόμματός και 27,8% που έλαβε o κεντρώος υποψήφιας των Χριστιανοδημοκρατών.
  2. η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας προχώρησε σε σειρά σημαντικών αλλαγών. Εθνικοποιήθηκε o χαλκός, το σημαντικότερο προϊόν της χώρας που το εκμεταλλεύονταν αμερικάνικες πολυεθνικές. Μέσα στα πρώτα δυο χρόνια διακυβέρνησης, εθνικοποιείται μεγάλο μέρος της παραγωγής, ο δημόσιος τομέας φτάνει να παράγει περισσότερο από το 50% του ακαθάριστου βιομηχανικού προϊόντος. Αυξήθηκαν τα μεροκάματα: των εργατών 38%, των υπάλληλων 120% . Η ανεργία μειώθηκε στο 10% και το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 8%. Παίρνονται μέτρα εκδημοκρατισμού, γίνεται προσπάθεια να οργανώσει από τα κάτω μορφές κρατικής εξουσίας (πχ λαϊκή πολιτοφυλακή, λαϊκά δικαστήρια), χωρίς όμως μεγάλη επιτυχία.
  3. Μετά το πρώτο μούδιασμα εκδηλώνεται σφοδρή αντεπίθεση της αστικής τάξης με επενδυτική αποχή, φυγή κεφαλαίων, μαύρη αγορά, πληθωρισμό. Στον πολιτικό τομέα έχουμε άμεση προετοιμασία πραξικοπήματος με τον στρατηγό Βιώ, τον οποίο όμως οι Αμερικάνοι συμβουλεύουν να περιμένει γιατί το θεωρούν πολύ πρόωρο. Έχουμε σημαντικές αντικυβερνητικές κινητοποιήσεις μεσαίων στρωμάτων (ιδιοκτήτες φορτηγών,φοιτητές, γιατροί, δικηγόροι, μαγαζάτορες), διαδηλώσεις “κατσαρόλας”, αλλά και απεργίες μέρους της εργατικής τάξης. Εκδηλώνονται πρόωρες καταλήψεις εργοστασίων ακόμα και μικρών, είτε αυθόρμητα είτε καθοδηγούμενες απο αριστεριστές. Οι σημαντικές οικονομικές δυσκολίες αλλά και το κλίμα χάους και διάλυσης στρέφουν την μεγάλη πλειοψηφία των μεσαίων στρωμάτων δεξιά. Οργανώνονται ένοπλες ομάδες, φασιστικές και απο αριστεριστές, και καλλιεργείται κλίμα εμφυλίου πολέμου. Αριστεριστές καλούν τη εργατική τάξη σε κατάληψη της εξουσίας με ανατροπή της κυβέρνησης απο τα “αριστερά”. Ξεσπά μεγάλη απεργία στα ορυχεία, με συντεχνιακά χαρακτηριστικά, και πλήρη υποστήριξη απο την Δεξιά. Δεύτερη απόπειρα πραξικοπήματος καταπνίγεται. Η κυβέρνηση αναθέτει στον στρατό να αφοπλίσει όλες τις ένοπλες ομάδες. Ο στρατηγός Πινοσέτ οργανώνει τρίτο αιματηρό πραξικόπημα, που ανατρέπει την κυβέρνηση.



Ο συσχετισμός δύναμης.

  1. ερμηνείες που αποδίδουν τη ήττα στο ότι η Λαϊκή Ενότητα δεν προχώρησε πιο αποφασιστικά στο δρόμο του σοσιαλισμού και στο να καταλάβει ολόκληρη την εξουσία παραβλέπει εντελώς τον συσχετισμό δύναμης. Αρχικά τον εκλογικό συσχετισμό (36%), αλλά κυρίως τον ουσιαστικό, δηλαδή την ωριμότητα και ετοιμότητα της εργατικής τάξης, την ικανότητα της να επιδείξει ηγεμονική συμπεριφορά, αλλά και να διατηρήσει τη συμμαχία με τα μεσαία στρώματα. Από την άλλη αριστερίστικες ομάδες και κόμματα δρούσαν χωρίς να παίρνουν υπόψιν τους συσχετισμούς, σαν να είχε κατακτηθεί όλη η εξουσία, προέτρεπαν σε γενικές καταλήψεις εργοστασίων, ακόμα και πολύ μικρών, οργανώνανε ένοπλες ομάδες καλλιεργώντας ένα κλίμα εμφυλίου, καταστρέφοντας τη συμμαχία με τους μικροαστούς και δημιουργώντας κλίμα χάους, που τελικά χρησιμοποιεί σαν πρόσχημα ο στρατός για να επέμβει.
  2. Βασικό συμπέρασμα είναι ότι κάθε ριζοσπαστικό μέτρο πρέπει να συγκεντρώνει πλειοψηφία πριν προωθηθεί. Ότι η πολιτική δεν πρέπει να μετρά μόνο τις διαθέσεις μερικών πρωτοπόρων εργατών, αλλά όλης της τάξης, και μάλιστα όλης της κοινωνίας. Ότι τα μέτρα που παίρνονται πρέπει να αποσκοπούν στην βελτίωση του συσχετισμού δύναμης και όχι στο αδυνάτισμα του, τροφοδοτώντας την δημαγωγία της Δεξιάς. Ότι η εργατική τάξη δεν είναι δεδομένη, ότι πρέπει να κερδίζεται συνεχώς, και ότι μπορεί συντεχνιακή συμπεριφορά μερίδων της να ενταχθεί στο αντεπαναστατικό σχέδιο της Δεξιάς, ή στον τυχοδιωκτισμό αριστερίστικων ομάδων. Όλα αυτά βαραίνουν αποφασιστικά ιδιαίτερα που σε αυτές τις καταστάσεις ο συσχετισμός δύναμης είναι οριακός και μια μικρή μετατόπιση του μπορεί να οδηγήσει στην καταστροφή.
  3. Οι αποφάσεις σε αυτές τις σύνθετες καταστάσεις δεν είναι εύκολες. Και οι μπολσεβίκοι δυσκολεύονταν να βρουν την διαφορά μεταξύ αναγκαστικού συμβιβασμού και απαράδεκτης υποχώρησης. Πχ στην ειρήνη του Μπρέτ-Λιτόβσκ, ο Λένιν δυσκολεύτηκε να πείσει την Κεντρική επιτροπή, και έχασε δυο απανωτές ψηφοφορίες (Δεκέμβρης-Γενάρης) με αποτέλεσμα τελικά να υπογραφεί πολύ χειρότερη συνθήκη απο ότι μπορούσε αρχικά.



Τα μεσαία στρώματα.

  1. τα μεσαία στρώματα συμμαχούν ιδεολογικά με την αστική τάξη στην βάση της ιδιοκτησίας, και πολιτικά-οικονομικά στην βάση της δυνατότητας να αποκτούν κάποιο πλούτο. Όταν η συμμαχία αυτή διαρραγεί για κάποιο λόγο και ταλαντευτούν προς την μεριά της εργατικής τάξης ανοίγει η δυνατότητα πολιτικών ανατροπών. Όμως η στάση τους δεν είναι σταθερή. Πολύ γρήγορα μπορεί να αλλάξουν διάθεση και πολιτικές προτιμήσεις ανατρέποντας τον γενικό συσχετισμό δυνάμεων.
  2. Τι έγινε στην Χιλή. Αρχικά τα μεσαία στρώματα κρατάνε μια στάση ευνοϊκής ουδετερότητας (οι αυξήσεις μισθών αυξάνουν το τζίρο τους), που γρήγορα με τις πρώτες δυσκολίες μετατρέπεται σε δυσαρέσκεια. όταν κλιμακώνεται η αστική αντεπίθεση σε συνδυασμό με άκαιρες ενέργειες επιθέσεων στην μικρή ιδιοκτησία αυθόρμητα απο εργάτες,ή με την καθοδήγησε αριστεριστών, περνάνε σε ανοικτή εχθρότητα. Διαδηλώνουν, κρύβουν τρόφιμα και προϊόντα, κάνουν μαύρη αγορά, ενισχύουν την φασιστική patria y liberta.
  3. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Οκτωβριανής επανάστασης: τα μεσαία στρώματα (δηλαδή τότε ο μεγάλος όγκος των αγροτών) ήταν δυσαρεστημένα με τον πόλεμο και παλεύανε για την απόκτηση της γης των τσιφλικάδων. Οι μπολσεβίκοι τα κερδίζουν μαζικά με το μοίρασμα της γης αντίθετα μάλιστα με το πρόγραμμα τους που πρόβλεπε εθνικοποίηση και όχι μοίρασμα σε ιδιώτες. Έτσι κερδίζουν τον εμφύλιο και αντέχουν απέναντι στην ιμπεριαλιστική επίθεση. Όμως η πολιτική επιτάξεων των αγροτικών πλεονασμάτων που επιβάλει ο εμφύλιος και ο λιμός, τους στρέφει απότομα ενάντια στην Σοβιετική εξουσία. Έχουμε πολιτική κρίση με αποκορύφωμα τα γεγονότα της Κροστάνδης. Ο Λένιν έγκαιρα το συνειδητοποιεί και προτείνει την ΝΕΠ (νέα οικονομική πολιτική), δηλαδή αντικατάσταση των επιτάξεων με φόρο σε είδος, και ελευθερία του εμπορίου με σχετική αναζωογόνηση του καπιταλισμούv. Παράλληλα προτείνουν την συνεταιριστικοποίηση σε αυστηρά εθελοντική βάση. Έτσι ξανακερδίζουν αν όχι την υποστήριξη τουλάχιστον την ανοχή του μεσαίου αγρότη. Μετά 10 περίπου χρόνια, η πολιτική της ΝΕΠ εγκαταλείπεται. Οι μπολσεβίκοι προχωράνε σε μαζική και βίαιη συνεταιριστικοποίηση, στρέφοντας τους αγρότες μαζικά εναντίον τους, απομονώνοντας την σοβιετική εξουσία απο την πλειοψηφία του λαού, κάτι που δεν αναστράφηκε ποτέ (με ένα μικρό διάλειμμα στη διάρκεια του πατριωτικού πολέμου.)
  4. Σήμερα η πιθανή αριστερή κυβέρνηση θα έχει να λύσει τον γρίφο με τα μεσαία στρώματα. Η καταστροφική πολιτική των μνημονίων τα οδήγησε να εγκαταλείψουν τα αστικά κόμματα και ένα μέρος τους να στραφεί στον ΣΥΡΙΖΑ (άλλο στην Χρυσή Αυγή). Είναι συνηθισμένα στην φοροδιαφυγή, και προσδοκάν εύκολο και γρήγορο κέρδος, για να συνεχίσουν τον υπερκαταναλωτισμό που τα διέκρινε πριν την κρίση. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως έχει βασική προγραμματική θέση το χτύπημα της φοροδιαφυγής. Θα καταφέρει να το κάνει (φυσικά μέσα σε ένα συνολικό πακέτο μέτρων όπως την αύξηση του τζίρου τους, την αντιμετώπιση των προβλημάτων ρευστότητας και της πιστωτικής ασφυξίας) χωρίς να πυροδοτήσει την εχθρότητα τους;
  5. τα μεσαία στρώματα επηρεάζουν φυσικά και μεγάλα κομμάτια της εργατικής τάξης. Είτε ιδεολογικά, είτε λόγω αντικειμενικών αιτιών: δεύτερης μη-μισθωτής δουλειάς, οικογενειακών δεσμών, ή και καταγωγής. Άρα το ζήτημα της αντιμετώπισης τους αναδείχνεται σε βασικό παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων, δεδομένου ότι σε αυτό το πολυάριθμο τμήμα (στην Ελλάδα 40% περίπου του οικονομικά ενεργού πληθυσμού σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΣΥΕ) απευθύνεται και η Χρυσή Αυγή, αλλά φυσικά και τα βασικά κόμματα της αστικής τάξης.



Το ζήτημα του στρατού.

  1. μια ορισμένη αριστερή ανάλυση θεωρεί ότι ο στρατός είναι αστικός (πράγμα σωστό) και άρα αναγκαστικά θα παρέμβει κάποια στιγμή για να αποτρέψει την πορεία προς τον σοσιαλισμό (πράγμα όχι σωστό). Αυτή η ανάλυση παραβλέπει τις πολιτικές προϋποθέσεις για να κινηθεί ο στρατός, και επίσης θεωρεί μηχανιστικά ότι ο στρατός είναι εργαλείο που το κινεί κατά βούληση η αστική τάξη. Τελικά αν ήταν έτσι καμιά επαναστατική προσπάθεια δεν θα μπορούσε να ευοδωθεί.
  2. Η συντριπτική πλειοψηφία των στελεχών των ενόπλων δυνάμεων ανήκει στα μεσαία στρώματα ταξικά, αλλά και απο καταγωγή. Η συνείδηση τους πηγαίνει σχετικά παράλληλα με την γενικότερη συνείδηση των μεσαίων στρωμάτων. Την στιγμή που τα στρώματα αυτά διάκεινται ευνοϊκά ή είναι ουδέτερα, είναι πολύ δύσκολο να οργανωθεί πετυχημένο πραξικόπημα. Αν εκδηλωθεί πρόωρα, ο στρατός μπορεί να διασπαστεί και να αποτύχει. Αυτό θα οδηγήσει σε εξάρθρωση των αντιδραστικών στοιχείων, θα είναι ένα σημαντικό βήμα να κατακτηθεί ολόκληρη η εξουσία απο τις λαϊκές δυνάμεις.
  3. Στην διάρκεια της κυβέρνησης Αλιέντε είχαμε τρεις προσπάθειες πραξικοπήματος. Μια αμέσως μετά την εκλογική νίκη απο τον στρατηγό Βιώ, που τελικά δεν εκδηλώθηκε ανοικτά γιατί οι Αμερικανοί τον συμβούλεψαν να περιμένει γιατί ήταν πρόωρο. Μια δεύτερη απο το σύνταγμα τεθωρακισμένων στο Σαντιάγκο, με επικεφαλής τον φασίστα συνταγματάρχη Σουπέρ, που κατεστάλλει, και οδήγησε σε δραστηριοποίηση σημαντικού μέρους της εργατικής τάξης, ακόμα και σε ένοπλες εκδηλώσεις μετά απο κάλεσμα και του ΚΚΧ αλλά και της αριστερής πτέρυγας του σοσιαλιστικού κόμματος. Και η τρίτη απο τον “δημοκράτη” Πινοσέτ, που έγινε δυνατό αφού το κλίμα είχε οξυνθεί τόσο πολύ, που η χώρα έμοιαζε να ήταν στα πρόθυρα εμφυλίου. Όμως και η κυβέρνηση δυστυχώς είχε λύσει τα χέρια του στρατού α) αναθέτοντας του τον αφοπλισμό των φασιστών και των ένοπλων ομάδων των αριστεριστών, β) βάζοντας στρατηγούς στην κυβέρνηση, και γ) κηρύσσοντας η ίδια στρατιωτικό νόμο για να αντιμετωπίσει την φασιστική βία, τις τυφλές απεργίες των μικροαστών, και την αναρχία που δημιουργούσε η ανεύθυνη στάση των αριστεριστών.
  4. Η αδυναμία της κυβέρνησης ήταν ότι αντί να οργανώσει εργατικές ομάδες για την επιβολή της τάξη και τον αφοπλισμό φασιστών και αριστεριστών, εμπιστεύτηκε τον στρατό. Είχε προσπαθήσει να δημιουργήσει λαϊκή πολιτοφυλακή αλλά χωρίς σπουδαία αποτελέσματα, η εργατική τάξη φάνηκε ανέτοιμη για τέτοιο καθήκον. Το περίεργο ήταν ότι ενώ η πλειοψηφία της έφτανε το πολύ μέχρι την διεκδίκηση άμεσων αιτημάτων, με συντεχνιακό τρόπο πολλές φορές, αριστεριστές την καλούσαν να ανατρέψει την κυβέρνηση παίρνοντας όλη την εξουσία. Αλήθεια πιστεύανε ότι αν οι cordonnes, (οι εργατικές επιτροπές που σχηματίστηκαν σε βιομηχανικές ζώνες, κάτι σαν Σοβιέτ) που δεν συγκεντρώναν την πλειοψηφία των εργατών, προσπαθούσαν τυχοδιωκτικά και χωρίς λαϊκή ούτε καν εργατική νομιμοποίηση να πάρουν πρόωρα την εξουσία ο στρατός θα παρακολουθούσε απαθής; ή ακόμα χειρότερα, πιστεύει κανείς ότι με την σημερινή στρατιωτική τεχνολογία μπορεί το λαϊκό κίνημα να αντιπαρατεθεί ένοπλα με τον επαγγελματικό στρατό;
  5. το στρατιωτικό ζήτημα δεν είναι τεχνικό ζήτημα. Πέρα απο τα τεχνικά μέτρα για τον εκδημοκρατισμό του στρατού (περιορισμό τυφλής πειθαρχία και ενίσχυση δικαιωμάτων φαντάρων, σπάσιμο στεγανών, αντικατάσταση αντιδραστικών στρατηγών με προοδευτικούς κτλ) τα κύρια μέτρα είναι πολιτικά. Προσοχή στη συμμαχία με τα μεσαία στρώματα, ύπαρξη πλειοψηφίας για κάθε μεγάλη αλλαγή που αφαιρεί κάθε πρόσχημα αντιδημοκρατικής εκτροπής, αποφασιστική αντιμετώπιση της φασιστικής βίας αλλά και του τυχοδιωκτικού αριστερισμού που δημιουργεί το απαραίτητο κλίμα..
  6. Σε αντίθεση με την διαδεδομένη άποψη ότι το κράτος έκτακτης ανάγκης (φασισμός ή δικτατορία) επιβάλλεται για να ανακοπεί η ανοδική πορεία της επαναστατικής εργατικής τάξης, ο Πουλαντζάς έκανε την κρίσιμη παρατήρηση ότι αντίθετα κράτος έκτακτης ανάγκης επιβάλλεται αφού η εργατική τάξη έχει ηττηθεί πολιτικά. Ήδη πριν το πραξικόπημα Πινοσέτ η κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας είχε χάσει την πλειοψηφία, είχε απομονωθεί σημαντικά, όχι μόνο απο τα μεσαία στρώματα αλλά και απο κομμάτια της εργατικής τάξης, που την εγκαταλείπανε και προς τις δύο κατευθύνσεις, και προς τα δεξιά και προς τα “αριστερά”. Σε μια τέτοια περίπτωση καλλίτερη λύση είναι της συντεταγμένης υποχώρησης. Μια λύση σε αυτά τα πλαίσια είναι η προκήρυξη εκλογών και η προσωρινή εγκατάλειψη της κυβέρνησης, ή η προσπάθεια ευρύτερης συνεννόησης πιθανά με κομμάτι του αστικού κόσμου, μέχρι ο συσχετισμός δυνάμεων βελτιωθεί και να επανέλθουμε στην επαναστατική διαδικασία.





Το μέτωπο της οικονομικής διαχείρισης και αποτελεσματικότητας.

  1. Πέρα απο τις πολιτικές πλευρές που αναφέραμε το βασικότερο ζήτημα στο οποίο τελικά θα κριθεί η αριστερή κυβέρνηση είναι το μέτωπο της αποτελεσματικότητας και της βελτίωσης της ζωής του λαού. Γιατί μπορεί ένας απολογισμός να αναφέρει ότι εθνικοποιήθηκε το 50% της βιομηχανίας, αλλά αν αυτό συνοδεύεται απο πληθωρισμό, ακρίβεια, έλλειψη ειδών πρώτης ανάγκης αύξηση της ανεργίας κτλ, ο ισολογισμός φυσικά είναι αρνητικός.
  2. ορισμένοι στην αριστερά όχι μόνο δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν αλλά ούτε καταλαβαίνουν την ύπαρξη του προβλήματος. Για αυτούς εξ ορισμού η δημόσια ΔΕΗ είναι καλλίτερη απο την ιδιωτική, η εργατική διαχείριση είναι αποτελεσματικότερη απο την καπιταλιστική κτλ. Αυτό όμως πρέπει να αποδειχτεί όχι με επιχειρήματα αλλά στην πράξη. Και εδώ δεν ξέρουν ούτε καν απο που να αρχίσουν. Αυτά τα προβλήματα ταλαιπώρησαν έντονα και τούς μπολσεβίκους ιδιαίτερα τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια. Ο Λένιν δεν διστάζει με βάση την πείρα που συσσωρεύεται να αναθεωρήσει τα ίδια του τα γραπτά και να προτείνει βιώσιμες λύσεις, όπως την μονοπρόσωπη διεύθυνση στην θέση των εργατικών επιτροπών, και την αξιοποίηση αστών ειδικών, αναγνωρίζοντας την σχετική αδυναμία των εργατών να διαχειριστούν τις επιχειρήσειςvi. Σχηματίζεται η εργατική αντιπολίτευση που τον κατηγορεί για “δεξιά στροφή”, του θυμίζει τις θέσεις τ' Απρίλη και άλλα κείμενα του, με έντονη ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση.
  3. Στην Χιλή εκτιμάνε ότι κατ αρχή εθνικοποιήσανε ένα μεγάλο ποσοστό επιχειρήσεων, ακόμα και μικρής σπουδαιότητας, που δεν μπορούσαν να διαχειριστούν σωστά. Παραπέρα, αριστερίστικα στοιχεία καθοδηγούσαν εργάτες να καταλάβουν την κάθε επιχείρηση, μικρή ή μεγάληvii. Το αποτέλεσμα ήταν πτώση της παραγωγής, μετά την αρχική άνοδο 8% του πρώτου χρόνου. Παράλληλα αυτή η ανασφάλεια έσπρωχνε την αστική τάξη σε επενδυτική αποχή και στην μεταφορά κεφαλαίων στο εξωτερικό.
  4. Βασικό ζήτημα είναι η ικανότητα που θα δείξει η εργατική τάξη στον εργατικό έλεγχο, ώστε να μην είναι συντεχνιακός αλλά για τα συνολικά ταξικά συμφέροντα, πράγμα καθόλου αυτονόητο. Η προθυμία της να αρθεί πάνω απο τα στενά οικονομικά συμφέροντα σε όφελος των πολιτικών, πράγμα και αυτό καθόλου αυτονόητο, ιδιαίτερα που δυνάμεις αριστεριστών αλλά και της δεξιάς την καθοδηγούν για το αντίθετο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η απεργία των ορυχείων χαλκού. Ενώ οι διεθνείς τιμές χαλκού έπεφταν ραγδαία, και η κυβέρνηση στηριζόταν εν πολλοίς στην κερδοφορία των ορυχείων για τη κοινωνική της πολιτική, ξεκινάνε απεργία με στόχο να πάρουν και αυτοί τις αυξήσεις που δόθηκαν σε πιο κακοπληρωμένα τμήματα εργατών. Τους υποστηρίζει ανοικτά η Δεξιά που οργανώνει οικονομική εξόρμηση ενίσχυσης τους.
  5. Σήμερα η πλειοψηφία συμφωνεί με τις ιδιωτικοποιήσεις, ή έχει σοβαρές επιφυλάξεις για την ικανότητα του δημόσιου να διαχειριστεί αποτελεσματικά επιχειρήσεις. Πέρα απο τις ευθύνες των αστικών κομμάτων που κυριολεκτικά ασελγούν πάνω στις δημόσιες επιχειρήσεις, που τις χρησιμοποιούν σαν μεταφορείς αξίας στον ιδιωτικοκαπιταλιστικό τομέα, που τις διαχειρίζονται σπάταλα και κάποτε με συνειδητό στόχο την απαξίωση τους, ένα μέρος ευθύνης υπάρχει και στους εργαζόμενους. Ή εν πάση περιπτώσει έχουν ευθύνη να παλέψουν για την αλλαγή της κατάστασης και την μετατροπή τους σε αποτελεσματικές και σύγχρονες επιχειρήσεις. Στα πλαίσια αυτά αν αλλάξει χέρια η εξουσία, και στα πλαίσια μια μεταβατικής πορείας προς στον σοσιαλισμό πρέπει να είναι έτοιμοι να κάνουν και οικονομικές θυσίες ώστε στην άμιλλα με τις ιδιωτικοκαπιταλιστικές επιχειρήσεις να βγούνε νικητές και να έχουν δείξει έμπρακτα ότι το δημόσιο μπορεί όχι μόνο να μην είναι χειρότερο αλλά να είναι και καλλίτερο. Αλλιώς ο σοσιαλισμός θα μείνει ευσεβής πόθος κάποιων αριστερών.



Επίλογος.


Η μακράν πιθανότερη επαναστατική στρατηγική στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού, είναι η στρατηγική του δημοκρατικού δρόμου, που ξεκινάει με την κατάληψη απο την Αριστερά της κυβέρνησης, συνεχίζει -αν βελτιωθεί ο συσχετισμός των δυνάμεων- στην κατάληψη όλης της εξουσίας, και ανάλογα με τις διεθνείς προϋποθέσεις και τις παράλληλες εξελίξεις σε ομάδα χωρώνviii, ανοίγει το δρόμο για τον σοσιαλισμό. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με τον κοινοβουλευτισμό της σοσιαλδημοκρατίας. Ο δρόμος αυτός δεν είναι εξελικτικός, απαιτεί αρκετές ρήξεις, περισσότερες απο την μια που απαιτεί οι άλλοι. Ο δρόμος αυτός φυσικά περικλείει κινδύνους “ενσωμάτωσης” και ρεφορμισμού, και επαγρύπνηση για δεξιά λάθη. Απαιτεί όμως να ξεπεραστούν και οι σκόπελοι του αριστερισμού που σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να αποβούν μοιραίοι, εξασκώντας στις επαναστατικές δυνάμεις μια διπλή πίεση και απο τα δεξιά και απο τα αριστερά, σε συνθήκες που ο συσχετισμός δυνάμεων είναι οριακός και κρίνεται ανά πάσα στιγμή. Όμως είναι δρόμος που αν δεν γίνουν σοβαρά λάθη μπορεί να δρομολογήσει το άνοιγμα της επαναστατικής διαδικασίας. Ίσως στην Ελλάδα να έχουμε την μεγάλη χαρά και τιμή να δοκιμάσουμε αυτήν την πιθανότητα και να αναμετρηθούμε με αυτά τα καθήκοντα, πράγμα που σήμερα αντικειμενικά αποτελεί και μια σοβαρή διεθνιστική συμβολή στην υπόθεση της παγκόσμιας εργατικής τάξης.



 

iΤα σημαντικότερα πράγματα συμβαίνουν εκτός κοινοβουλίου, εκεί απλά αντανακλάται ο πολιτικός συσχετισμός που δημιουργεί η ταξική πάλη σε μια δεδομένη συγκυρία.

iiΑνεξάρτητα του γεγονότος ότι λόγω των γνωστών καταρρεύσεων, το τι ακριβώς σημαίνει σοσιαλισμός είναι ένα ανοικτό ζήτημα ακόμα στην Αριστερά.

iiiΆλλες προϋποθέσεις είναι η ύπαρξη βιομηχανικής εργατικής τάξης συγκεντρωμένης σε μεγάλα εργοστάσια, και ή έλλειψη αναπτυγμένης αστικής δημοκρατίας. Θεωρώ πάντως ότι η σύγχρονη στρατιωτική τεχνολογία καθιστούν απαγορευτική την ένοπλη αναμέτρηση με τον επαγγελματικό στρατό.

ivΣτα πλαίσια αυτής της στρατηγικής χρησιμοποιείται ένα ολόκληρο διαφορετικό σύστημα εννοιών. Οι έννοιες της επαναστατικής κατάστασης και επαναστατικής κρίσης εμπλουτίζονται με τις έννοιες της ηγεμονίας, της κρίσης εκπροσώπησης, του μπλοκ εξουσίας, του πολέμου θέσεων, της τάξης-στήριγμα, της κυβερνώσας τάξης (που μπορεί να είναι διαφορετική απο την κυρίαρχη), έννοιες που επεξεργάστηκε κυρίως ο Πουλαντζάς στα θεωρητικά έργα του.

vΠάλι αντιμετωπίζει σφοδρή αντιπολίτευση που τον κατηγορεί για εγκατάλειψη του σοσιαλιστικού δρόμου. Γενικά σε κάθε καμπή των γεγονότων και στην ανάγκη αναπροσαρμογής της πολιτικής ένα μεγάλο μέρος του κόμματος απο αδράνεια υπερασπίζεται την παλιά γραμμή, δημιουργώντας κομματική κρίση.

viΣτην πραγματικότητα είχαμε εκτεταμένα φαινόμενα απουσιών, κοπάνας, κλοπής και πώληση πρώτων υλών ακόμα και μηχανημάτων. Πολλές επιχειρήσεις με εργατική διαχείριση φτάσανε στα πρόθυρα της διάλυσης. Αυτό ανάγκασε τους μπολσεβίκους να πάρουν σκληρά μέτρα εργασιακής πειθαρχίας. Επί Στάλιν φτάσανε στην υπερβολή 20' καθυστέρηση στην πρωινή προσέλευση να είναι ...ποινικό αδίκημα!

viiΟ Λένιν έχει γράψει ότι η εθνικοποίηση είναι εύκολη γιατί βασίζεται στην θέληση (απλή απόφαση), η διαχείριση είναι δύσκολή γιατί απαιτεί ικανότητα.


viiiΝομίζω ότι ενώ μεγάλο μέρος της αριστεράς και των μαρξιστών έχει εγκαταλείψει στα λόγια την στρατηγική του σοσιαλισμού σε μια χώρα, στην πράξη πολλοί προτείνουν πολιτική που παραγνωρίζει την ανάγκη παράλληλων αλλαγών σε ευρύτερες περιοχές. Η επιμονή για έξοδο απο την Ευρωπαϊκή Ένωση νομίζω είναι έκφραση αυτής της τάσης.

24/11/13

Για την τέχνη και την επιστήμη της πολιτικής-μέρος 2 (Η ικανότητα υπολογισμού του συσχετισμού δυνάμεων).



Ποιος είναι ο βασικός παράγοντας που παίρνει υπόψη της η πολιτική: είναι ο συσχετισμός των δυνάμεων, όπως είναι, και όχι όπως θα θέλαμε να είναι. Ή με τα λόγια του Λένιν “να παίρνεις υπόψιν σου όλες τις δυνάμεις ...τις μάζες που δρουν σε μια χώρα και όχι να καθορίζεις την πολιτική σου με βάση μονάχα τις επιθυμίες και τις αντιλήψεις, το βαθμό συνειδητότητας και της διάθεσης για αγώνα μιας μόνο ομάδας ή ενός μόνο κόμματος” (αριστερισμός, άπαντα τ.41, σελ 65).ii
Φυσικά ο συσχετισμός υπολογίζεται όχι μόνο για να υποταχθεί κανείς σε αυτόν αλλά για να χαραχθεί αντίστοιχη πολιτική που να τον βελτιώνει. Πάντως με μια έννοια ο συσχετισμός υποχρεώνει, και όποτε τον παραβλέψαμε είχαμε στην καλλίτερη περίπτωση αποτυχίες και στην χειρότερη τραγωδίες (φυσική εξόντωση της πρωτοπορίας). Πολλές φορές ο αντίπαλος σπρώχνει σε μια πρόωρη, άκαιρη εξέγερση για να ξεμπερδεύει με το λ.κ. όταν ακόμα μπορεί, και δεν περιμένει να χειροτερέψουν για αυτόν τα πράγματα.
Αυτά φαίνονται αυτονόητα αλλά τελικά δεν είναι: πχ γίνεται πολλή συζήτηση για το αν ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να συνεργαστεί με ΑΝΕΛ ή ΔΗΜΑΡ. Ότι και να καταλογίσει κανείς στους ΑΝΕΛ (ακροδεξιοί κτλ) και στην ΔΗΜΑΡ (κρυφομνημονιακοί, φιλοευρωπαιστές κτλ) το απλό γεγονός ότι αλλιώς δεν σχηματίζεται αντιμνημονιακή κυβέρνηση (με δεδομένη την σημερινή άρνηση του ΚΚΕ) υποχρεώνει τον ΣΥΡΙΖΑ να επιδιώξει να συνεργαστεί. Ο Λένιν, κριτικάροντας τους ‘αριστερούς’ κομμουνιστές της Γερμανίας έγραφε ότι όλη η ιστορία του μπολσεβικισμού είναι ιστορία συμμαχιών και συνεργασιών με άλλα κόμματα, ακόμα και αστικά. (αριστερισμός, άπαντα τ.41σελ 54).
Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η κριτική του Λένιν στους τότε Γερμανούς “αριστερούς” κομμουνιστές σχετικά με την επαχθή συνθήκη των Βερσαλλιών. Ακόμα και αυτή την κατάπτυστη συνθήκη έλεγε δεν ήταν υποχρεωμένοι να δεσμευτούν για το αν και πότε θα την καταγγείλουν και ότι “η μελλοντική Σοβιετική Γερμανία θα βρισκόταν στην ανάγκη να αναγνωρίσει την ειρήνη για ορισμένο διάστημα και να υποταχθεί σε αυτή” (αριστερισμός, άπαντα τ.41 σελ 60). “οι κομμουνιστές δεν πρέπει να δέσουν τα χέρια τους και να υποσχεθούν ότι σε περίπτωση νίκης θα καταγγείλουν υποχρεωτικά και οπωσδήποτε την ειρήνη των Βερσαλλιών” (στο ίδιο, σελ. 60). Άθελα σου έρχεται να χαμογελάσεις για την στάση ορισμένων σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και πως έχουν αναγάγει το ζήτημα της αποδέσμευσης σε βασικό κριτήριο αριστεροσύνης.

Ο συσχετισμός μετρά την σχετική δύναμη της εργατικής με την αστική τάξη, και τις συμμαχίες με την μικροαστική που καταφέρνει να επιτύχει κάθε μια.
  • Ο συσχετισμός δυνάμεων καθορίζεται από την συνείδηση και την ιδεολογική κατάσταση της εργατικής τάξης, την ενότητα της, από την οργανωτικότητα και αγωνιστική της διάθεση, από την ετοιμότητα της για αποφασιστικές μάχες, την ωριμότητα πολιτική και θεωρητική των οργανώσεων της.
  • Καθορίζεται από τις ταξικές συμμαχίες, κυρίως τις διαθέσεις των μικροαστών, που είναι και το πιο ευμετάβλητο στοιχείο, μιας και είναι από παλιά γνωστές οι συχνές ταλαντεύσεις τους, ανάλογα με τις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Πλούσια εμπειρία για το ρόλο των μικροαστών στην μεταβολή του συσχετισμού δυνάμεων δίνει το ιστορικό παράδειγμα της Χιλής του Αλιέντε. Ακόμα και το πραξικόπημα έγινε δυνατόν μόνο και μόνον όταν η μικροαστική τάξη εγκατέλειψε μαζικά την Λαϊκή Ενότητα και πέρασε με την αστική τάξη.
  • Τέλος, φυσικά από την δύναμη της αστικής τάξης, την ηγεμονική της υπεροχή, τις εσωτερικές της αντιφάσεις, τις σχέσεις της με τους πολιτικούς της αντιπροσώπους, τους διεθνείς δεσμούς και συμμαχίες της.

Ο γενικός ταξικός συσχετισμός καθορίζεται και μετριέται σε διάφορα επίπεδα:
  • την κοινωνία: γεγονότα όπως μια συρρίκνωση της εργατική τάξης σαν αποτέλεσμα αποβιομηχάνισης, μια απότομη αύξηση της ανεργίας, διεθνείς εξελίξεις όπως η κατάρρευση της ΕΣΣΔ, η ψήφιση ορισμένης νομοθεσίας, η φάση του οικονομικού κύκλου κτλ, μεταβάλλουν το συσχετισμό.
  • τους θεσμούς του κράτους: πχ η κατάσταση και η συνείδηση των στελεχών τους, η επιρροή κάθε τάξης στην Διοίκηση, στα πανεπιστήμια, στα σχολεία, στα σώματα ασφαλείας, στις ένοπλες δυνάμεις. Στο αστικό κράτος η επιρροή της αστικής τάξης είναι αποφασιστική αλλά αυτό δεν είναι στεγανοποιημένο από τη ταξική πάλη, η εργατική τάξη μπορεί ιδιαίτερα σε περιόδους ηγεμονικής κρίσης να διευρύνει την επιρροή της, σε βαθμό που να βρει κάποιο στήριγμα μια αριστερή κυβέρνηση. Φυσικά ριζοσπαστικοί μετασχηματισμοί του κράτους είναι αναγκαίοι για βαθύτερες αλλαγές στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού.
  • Τις επιχειρήσεις: πχ η δύναμη των συνδικάτων, ο βαθμός εργατικής συμμετοχής καπάλι καλά αν αυτό εξηγείται με την νεαρή τους ηλικία: τη νεολαία ο θεός την πρόσταξε να λέει για ορισμένο διάστημα τέτοιες κουταμάρεςι ελέγχου στην διοίκηση, συνδικαλιστικές επιτροπές κτλ

Ειδική έκφραση του γενικού κοινωνικού συσχετισμού είναι ο πολιτικός συσχετισμός: η διάταξη των πολιτικών δυνάμεων, ο χαρακτήρας και η μορφή του κράτους, η δύναμη των κομμάτων, οι συνεργασίες τους, οι θέσεις τους (πχ ο βαθμός υποχωρήσεων που είναι υποχρεωμένα να κάνουν τα αστικά κόμματα για να διατηρήσουν την εργατική εκλογική τους επιρροή), κτλ.
Τέλος ειδικότερη και η πιο φανερή έκφραση του πολιτικού συσχετισμού είναι ο εκλογικός συσχετισμός, που δεν είναι πάντα ενδεικτικός από μόνος του, αλλά θέλει μια βαθύτερη ερμηνεία. Πχ το 27% του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι αριστερό, έχει μικροαστικές συγχύσεις, λογική ανάθεσης κτλ. Αν κάποιος παρασυρθεί και το ερμηνεύσει διαφορετικά θα χαράξει λάθος πολιτική, θα βάλει στόχους ανώτερους από αυτούς που αντέχει ο συσχετισμός δυνάμεων.
Ο πολιτικός συσχετισμός λοιπόν μετράται κατ αρχήν εκλογικά αλλά είναι ευρύτερη έννοια, δεν περιορίζεται στην εκλογική αποτύπωση του. Τελικά χαρακτηρίζει την ικανότητα να κατευθύνεις την πορεία της χώρας ανεξάρτητα αν τυπικά έχεις την κυβέρνηση ή ακόμα και την εξουσία, είναι η αποκαλούμενη πολιτική ηγεμονία.
Μπορεί σε μεταβατικές περιόδους, η κυβερνώσα τάξη (με την έννοια που χρησιμοποιεί τον όρο ο Πουλαντζάςiii) να είναι η μικροαστική (περίπτωση γερμανικού φασισμού, η περίπτωση ΠΑΣΟΚ πρώτης περιόδου) ή και η εργατική (μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατία) αλλά η πολιτική ηγεμονία να είναι στην αστική, δηλαδή η χώρα να εξακολουθεί να βρίσκεται σε καπιταλιστική τροχιά.

Ο συσχετισμός επίσης μετριέται και κατά θέμα πχ ιδιωτικοποιήσεις, μνημόνιο, Ε/Ε κτλ. Βλέπουμε διαφορετικό συσχετισμό: αρνητικό στις ιδιωτικοποιήσεις, θετικό στο μνημόνιο. Που θα διαλέξεις να δώσεις την μάχη; Φαίνεται αυτονόητο, αλλά την ατζέντα την καθορίζει όποιος έχει την πρωτοβουλία, συνήθως η κυβέρνηση, (αν και κάποια μικρά περιθώρια έχει και η αντιπολίτευση, με την κατάθεση νομοσχεδίων, πρόκληση συζητήσεων, διοργάνωση κάποιας καμπάνιας κτλ). Άρα αν η κυβέρνηση προχωρά σε ιδιωτικοποιήσεις αναγκαστικά θα δώσεις την μάχη έστω και σε μη ευνοϊκό τερέν, φροντίζοντας να την δώσεις με τις λιγότερες απώλειες και προκαλώντας αντίστοιχα απώλειες στον αντίπαλο πχ ανάμεσα σε εργαζόμενους που απολύονται κτλ.


Η έννοια της πλειοψηφίας.

Βασική έννοια στην αποτύπωση του συσχετισμού είναι η «πλειοψηφία». Η πλειοψηφία υπάρχει ανεξάρτητα από τις μορφές αποτύπωσης της (πχ ο Λαφαζάνης ισχυρίζεται ότι οι απόψεις του είναι πλειοψηφικές στα «ενεργά» μέλη του ΣΥΡΙΖΑ). Αλλά για να παράξει πολιτικά αποτελέσματα πρέπει να αποτυπώνεται με μια μορφή μέτρησης, πχ εκλογές, δημοψήφισμα κτλ.
Η συμμόρφωση με την αρχή της πλειοψηφίας δεν είναι υποχώρηση στον αντίπαλο, ούτε ταυτίζεται με την αστική δημοκρατία. Κατ αρχή οι γενικές εκλογές παρά τους περιορισμούς τους και τα τερτίπια των αστικών πολιτικών δυνάμεων (ληστρικοί εκλογικοί νόμοι, ΜΜΕ ελεγχόμενα, εξαπάτηση με δεσμεύσεις-προγράμματα που δεν υλοποιούνται), αποτυπώνουν, αν όχι με ακρίβεια πάντως με τρόπο που δεν χωρά αμφισβήτηση, την ύπαρξη ή όχι πλειοψηφίας στην εργατική τάξη και τον βαθμό συμμαχίας με την μικροαστική. Όσο τα αστικά κόμματα έχουν πλειοψηφία σημαίνει ότι διατηρούν την συμμαχία τους με την μικροαστική τάξη και συνάμα διατηρούν κάποια -ή και σημαντική- εργατική επιρροή.
Ο λεγόμενος δημοκρατικός δρόμος για τον σοσιαλισμό δεν σημαίνει απλά κοινοβουλευτισμό, ή αποκλειστικά ειρηνικές διαδικασίες. Σημαίνει ότι οι προωθούμενες βαθιές αλλαγές θα συγκεντρώνουν την πλειοψηφία που θα διαπιστώνεται χωρίς αμφισβήτηση. Τα ιστορικά παραδείγματα της βίαιης πχ κολλεκτιβοποίησης, που έφεραν την Σοβιετική εξουσία σε αντίθεση με την μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών, άρα και του πληθυσμού, και απομόνωσαν την εργατική τάξη και την σοβιετική εξουσία, με μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα την κατάρρευση, δείχνουν ότι η ύπαρξη πλειοψηφιών είναι ζωτική, και όχι τυπικό θέμα νομιμότητας.
Φυσικά το πρόγραμμα της Αριστεράς περιλαμβάνει και ζητήματα (τα περισσότερα!) που σήμερα δεν συγκεντρώνουν πλειοψηφία, όπως οι γενικευμένες εθνικοποιήσεις, ή η αποχώρηση από το ΝΑΤΟ. Τι κάνεις; Δεν τα βάζεις άμεσα για λύση, και ή περιμένεις μια ευνοϊκή συγκυρία (πχ στο θέμα του ΝΑΤΟ, έναν τυχοδιωκτισμό όπως τους βομβαρδισμούς στην Γιουγκοσλαβία που στρέφει την κοινή γνώμη ενάντια στο ΝΑΤΟ), ή κτίζεις- αν μπορείς- πλειοψηφία όπως εξηγήσαμε σε προηγούμενο σημείωμα με το παράδειγμα του δημόσιο τομέα: δηλαδή επιλέγεις 2-3 δημόσιες επιχειρήσεις, τις εξυγιαίνεις, την εκσυγχρονίζεις, τις εκδημοκρατίζεις και τότε έχεις δείξει στον λαό την αναγκαιότητα αλλά και την αποτελεσματικότητα του δημόσιου τομέα. Πάντως σε κάθε περίπτωση προχωράς με πλειοψηφίες.
Η ιδέα της δικτατορίας του προλεταριάτου ήταν να προχωράς σε αλλαγές στηριγμένος στην δύναμη αγνοώντας τις πλειοψηφίες που σχηματίζονται. Αυτό πρακτικά σημαίνει αδυναμία συμμαχίας με μικροαστούς, που παραμένουν έτσι στο αστικό μπλοκ επιρροής, ή ακόμα και κίνδυνο απώλειας της εμπιστοσύνης της εργατικής τάξης.
Παράλληλα κάποιοι χρησιμοποιούν την έννοια της πολιτικής πλειοψηφίας σε αντιδιαστολή με την αριθμητική. Στηρίζονται στο πραγματικό γεγονός ότι οι μηχανισμοί της τυπικής αστικής δημοκρατίας διαστρεβλώνουν την πραγματική πλειοψηφία είτε νόμιμα (ληστρικοί εκλογικοί νόμοι, ελεγχόμενα ΜΜΕ, προεκλογική εξαπάτηση με υποσχέσεις που δεν τηρούνται) είτε όχι. Αλλά τραβώντας την αντίληψη στα άκρα διατηρούν το δικαίωμα να υπολογίζουν την πλειοψηφία αυθαίρετα, χωρίς κάποια αποδεκτή μορφή πιστοποίησης, πχ εκλογές ή δημοψηφίσματα, και επειδή υπάρχει φυσικά αμφισβήτηση από τον αντίπαλο, το ζήτημα κρίνει η δύναμη (περίπτωση εμφυλίου πολέμου).


Συσχετισμός δυνάμεων και Συνεργασίες.

Πολλή συζήτηση γίνεται για τις συμμαχίες, τις συνεργασίες ή τα ‘μέτωπα’. Η εκπληκτική πολυδιάσπαση στον χώρο της Αριστεράς, και οι διεργασίες που συχνά γίνονται με ιδεολογικούς και όχι πολιτικούς όρους, επιβάλλουν μια πρώτη αποσαφήνιση για το ζήτημα Επίσης κόμματα όπως το ΚΚΕ έχουν ανάγει την άρνηση πολιτικών συνεργασιών σε σήμα κατατεθέν της πολιτικής τους.
Οι συμμαχίες δεν είναι από επιλογή αλλά τις επιβάλλει ο συσχετισμός. Εδώ η λενινιστική κληρονομιά είναι τόσο πλούσια αλλά και τόσο σαφής που δεν χρειάζεται να προσθέσουμε και πολλά πράγματα. Και είναι ειρωνεία ότι κάποιοι τις ξορκίζουν παρ όλο που ορκίζονται στο όνομα του Λένιν (ειδικά το ΚΚΕ και στο όνομα του Στάλιν, που στο θέμα αυτό ήταν πολύ πραγματιστής και ευλύγιστος, μέχρι με τον Τσόρτσιλ και τον Ρούσβελτ συνεργάστηκε, και σωστά).
Κατ αρχήν να αποκλείεις πιθανούς συμμάχους, είναι από θεωρητική άποψη αφελές όπως επανειλημμένα τόνιζε ο Λένιν: «να παραιτείσαι προκαταβολικά από τους ελιγμούς...από τις συμφωνίες και τους συμβιβασμούς...έστω και με προσωρινούς, ασταθείς, ταλαντευόμενους συμμάχους, δεν είναι πράγμα σε αφάνταστο βαθμό γελοίο;» (αριστερισμός, άπαντα τ.41 σελ 54).
Μια κυβέρνηση με κορμό την Αριστερά φυσικά δεν είναι το ίδιο με μια κυβέρνηση της Αριστεράς, αλλά αυτό δεν το καθορίζουν επιθυμίες –όπως υπονοεί η κριτική που γίνεται πχ από την Αριστερή Πλατφόρμα- αλλά ο συσχετισμός δύναμης και η λαϊκή ψήφος. Από την άλλη είναι τέτοια η λυσσαλέα αντίδραση που θα συναντήσει μια αριστερή κυβέρνηση, θα έχουμε τέτοια όξυνση της ταξικής πάλης, που κάθε αξιοποίηση διαφορών στο αστικό μπλοκ είναι επιθυμητή. Για αυτό μια αντιμνημονιακή κυβέρνηση που θα συγκρουστεί στην ουσία με τον παγκόσμιο καπιταλισμό θα ήθελε να έχει την στήριξη ή έστω την ουδετεροποίηση μέρους των αστικών αντιμνημονιακών δυνάμεων. Το κύριο είναι να μην χάνεται ο σκοπός, που είναι το άνοιγμα του δρόμου για τον σοσιαλισμό, που όμως προϋποθέτει την δημιουργία διαφορετικής πολιτικής και εκλογικής πλειοψηφίας, η οποία μπορεί να σχηματιστεί, μπορεί και όχι. Αυτό πάντως δεν αναιρεί την ορθότητα της πολιτικής συνεργασιών του προηγούμενου σταδίου.
όποιος δεν το κατάλαβε αυτό, δεν κατάλαβε ούτε κόκκο από τον μαρξισμό...” (αριστερισμός, άπαντα τ.41 σελ 55). Ο Λένιν απέδιδε αυτές τις αντιλήψεις σε διανοούμενους και νέους, αν και ειδικά για τους νέους έδειχνε κατανόηση “ πάλι καλά αν αυτό εξηγείται με την νεαρή τους ηλικία: τη νεολαία ο θεός την πρόσταξε να λέει για ορισμένο διάστημα τέτοιες κουταμάρες” (αριστερισμός, άπαντα τ.41 σελ 54).

Πολιτική στοχευμένη σε συγκεκριμένο κοινό.

Πολιτική δεν γίνεται γενικά αλλά σε επιλεγμένες κατηγορίες, ταξικά, κοινωνικά κτλ. Αυτό δεν σημαίνει να λες στον καθένα αυτό που θέλει να ακούει, αλλά να διαλέγεις ποιόν εκπροσωπείς, «αδιαφορώντας» (ας μας επιτραπεί η έκφραση) για τους υπόλοιπους. Να θυμίσουμε ότι αντιθέσεις διαπερνούν και τον λαό, ακόμα και την εργατική τάξη, άρα κάποιο πολιτικό σχέδιο δεν μπορεί να εκφράζει κάθε στιγμή ούτε ολόκληρο το λαϊκό μπλοκ.
Έτσι το συνηθισμένο είναι να κερδίζεις επιρροή σε κάποιες ομάδες (πολιτικές ή ταξικές) και να χάνεις σε άλλες. Πχ ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθώντας να κερδίσει μια κρίσιμη πλειοψηφία του 30-35%- μπορεί να χάνει κάποιους αριστερούς, συνηθισμένους να ταυτίζουν την επαναστατική πολιτική με την επαναστατική φρασεολογία, και κάτω από το βάρος της προπαγάνδας για «δεξιά στροφή» κτλ. Η λεγόμενη πολυσυλλεκτικότητα που εμφάνιζε πχ το παλιό ΠΑΣΟΚ μάλλον στηριζότανε σε πολιτικές ακροβασίες, στην ασάφεια και στην θολή φυσιογνωμία του, όπου ο καθένας έβρισκε ή νόμιζε ότι έβρισκε, αυτό που ήθελε.
Αντίστροφα τώρα, μπορεί να σε εκτιμάνε πολλοί αλλά να μην σε επιλέγουν να τους αντιπροσωπεύσεις (η περίπτωση του ΚΚΕ, ή της ΔΗΜΑΡ). Πχ δεξιοί εκτιμάνε ένα γραφικό και μη απειλητικό ΚΚΕ, αλλά φυσικά δεν το ψηφίζουν. Όπως επίσης υπάρχουν άλλοι που το ψηφίζουν επειδή ακριβώς δεν εκτιμάνε ότι θα κυβερνήσει, άρα δεν τους ενοχλεί η ιδεολογία του αλλά προκρίνεται η αγωνιστική του παρουσία.
Φυσικά τα κόμματα που διεκδικούν εξουσία είναι υποχρεωμένα να απευθύνονται σε ευρύτερο κοινό. Όμως σε κάθε φάση μπαίνουν ανάλογοι στόχοι, που αντιστοιχούν στον αντίστοιχο συσχετισμό δυνάμεων.
  • Ο ΣΥΝ χρόνια είχε στόχο την κοινοβουλευτική επιβίωση, για αυτό και στη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ οι προγραμματικές θέσεις παίζανε δευτερεύοντα ρόλο, δεν είχε σημασία ποιες ήταν και τι λέγανε οι διάφορες συνιστώσες. Με την αρχή της κρίσης του δικομματισμού στόχο είχε την απόσπαση ενός σημαντικού εκλογικού κομματιού με στόχο την οριστική λύση του προβλήματος επιβίωσης. Με την απότομη χρεωκοπία του ΠΑΣΟΚ και την προβολή του συνθήματος της αριστερής κυβέρνησης (σύνθημα ζύμωσης), αρχικός στόχος δεν ήταν φυσικά η εξουσία αλλά η ηγεμονία στην Αριστερά, και η σημαντική ενίσχυση. Με την κατάληψη της θέσης της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και μόνο τότε, αρχίζει να μπαίνει θέμα εξουσίας (το σύνθημα της αριστερής κυβέρνησης από σύνθημα ζύμωσης τώρα γίνεται σύνθημα δράσης). Τώρα τα προγραμματικά ζητήματα αποκτούν κρίσιμη σημασία, μπαίνουν στο μικροσκόπιο της κεντρικής πολιτικής σκηνής, άρα απαιτούνται σημαντικές αναπροσαρμογές που να αντανακλούν τα στρώματα που εκφράζονται και αντιπροσωπεύονται στο πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ (που κάποιοι που δεν καταλαβαίνουν τις περιγράφουν λαθεμένα σαν «δεξιά στροφή»).
  • Το ΚΚΕ έχει στόχο να κρατηθεί (να μην διαλυθεί) μέχρι να έρθουν "καλλίτερες μέρες", αρνείται να εμπλακεί στην τρέχουσα πολιτική. Με την εύθραυστη πολιτική ισορροπία που έχουμε, αυτή η στάση αντικειμενικά ευνοεί το αστικό μπλοκ. Παράλληλα έχει μονομέτωπο απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ.
  • Η ΔΗΜΑΡ έχει στόχο να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο στις διεργασίες που συντελούνται στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, ρόλο που δεν μπορούσε να παίξει εντός ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με ΚΟΕ, ΔΕΑ κτλ. Στόχος της δεν είναι να στηρίξει το σημερινό καθεστώς, αυτό είναι το αποτέλεσμα των επιλογών της σαν «κυβερνώσας αριστεράς». Ένας διαφορετικός συσχετισμός θα την υποχρέωνε να αλλάξει πολιτικό προσανατολισμό, αν όχι ολόκληρη, τουλάχιστον την αριστερή μερίδα της.
  • Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει στόχο να γίνει μια υπολογίσιμη δύναμη με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, προσελκύοντας ένα αριστερό κομμάτι που σήμερα εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ για αυτό και κύριο εχθρό της θεωρεί τον ΣΥΡΙΖΑ. Ο τρόπος όμως που γίνεται αυτό αντικειμενικά ενισχύει το αστικό μπλοκ. Δυνάμεις στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ (πχ Παπακωνσταντίνου στο πρόσφατο βιβλίο του) διατηρώντας το ίδιο στόχο (θεμιτό εξ άλλου για κάθε κόμμα), δηλαδή το κέρδισμα του κόσμου του ΣΥΡΙΖΑ, προτείνει μια παλιά δοκιμασμένη τακτική –του ενιαίου μετώπου με ΣΥΡΙΖΑ και ΚΚΕ- που δεν βοηθά το αστικό μπλοκ αλλά ενισχύει τις δυνάμεις της εργασίας.

Πολιτική και ταξική ανάλυση.

Αν και βάση της πολιτικής είναι οι τάξεις, τα ταξικά συμφέροντα, η πολιτική δεν ανάγεται αποκλειστικά στις σχέσεις και τα θεωρητικά συμφέροντα των τάξεων, αντίθετα τα διαμεσολαβεί.
Διαφορετικά όλοι οι εργάτες θα ψήφιζαν Αριστερά, την ΝΔ θα ψήφιζε μόνο η αστική τάξη κτλ. Φυσικά τότε όλα θα ήταν τόσο απλά που θα μπορούσε να κάνει πολιτική ο οποιοσδήποτε.
Πχ πόσο περίπλοκη μπορεί να είναι η εκπροσώπηση της εργατικής τάξης:
  • Κατά αρχήν μέχρι πρόσφατα το μεγάλο κομμάτι της, με μικροαστική-σοσιαλδημοκρατική συνείδηση (δηλαδή που ήταν υπέρ της συνεργασίας των τάξεων, που πίστευε ότι ο καπιταλισμός είναι καλλίτερος αρκεί να υπάρχουν ισχυρά συνδικάτα και φιλεργατική κυβέρνηση, αλλά οι επιχειρήσεις πρέπει να διευθύνονται από τους καπιταλιστές που ξέρουν την δουλειά) εκπροσωπούσε το ΠΑΣΟΚ. Ένα μεγάλο κομμάτι, κύρια της παραδοσιακής βιομηχανικής εργατικής τάξης με αντικαπιταλιστική σοσιαλιστική συνείδηση εκπροσωπούσε το ΚΚΕ, και ένα μικρότερο, κύρια του δημόσιου και της πιο σύγχρονης, μορφωμένης μερίδας ο ΣΥΡΙΖΑ. Και ένα σημαντικό μέρος της με ανοικτή μαχητική φιλοκαπιταλιστική ιδεολογία, η ΝΔ, το κατ εξοχήν αστικό κόμμα.
  • Με την κρίση ηγεμονίας του δικομματισμού, που έπληξε κύρια το ΠΑΣΟΚ, διαρρηγνύονται οι παραδοσιακοί δεσμοί και έχουμε πλήρη ανατροπή των πολιτικών εκπροσωπήσεων. Την πλειοψηφία κερδίζει ο ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς φυσικά αυτή η μετατόπιση να συνοδεύεται από ριζοσπαστικές αλλαγές στην συνείδηση, που βασικά παραμένει σοσιαλδημοκρατική, με λογική ανάθεσης, και ιδεολογία συνεργασίας των τάξεων. Το ΠΑΣΟΚ χάνει την συντριπτικά μεγαλύτερη μερίδα που περνάει μαζικά στον ΣΥΡΙΖΑ, ένα μικρότερο μέρος στην ΔΗΜΑΡ, αλλά και στην ΝΔ. Αυτό δείχνουν οι έρευνες και οι δημοσκοπήσεις, αλλά επιβεβαιώνεται και εμπειρικά.
  • Ένα σημαντικό κομμάτι, εμφορούμενο από καθυστερημένες, εθνικιστικές, ρατσιστικές αλλά και χυδαίες απόψεις «για κλέφτες, κτλ» στηρίζει ΧΑ.

Αν η προηγούμενη ανάλυση είναι σωστή καταλαβαίνουμε πόσο αξιόπιστη είναι η κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ για δεξιά στροφή, και αποτελεσματικά είναι τα καλέσματα για «νέα ριζοσπαστικοποίηση» κτλ. Ωραία λόγια που το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να σπάσουν την εξ άλλου πολύ εύθραυστη και όχι μόνιμη σχέση του με τα στρώματα αυτά, εύθραυστη γιατί στηρίζεται σε προσδοκίες (αβέβαιες) και όχι στην βάση πραγματικών υλικών παροχών που είχαν οικοδομήσει την προηγούμενη μακρόχρονη σχέση τους με το προηγούμενο ΠΑΣΟΚ.
Φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αισθάνεται άνετα να εκπροσωπεί στρώματα με μικροαστική συνείδηση και πρέπει σιγά-σιγά, και προσεκτικά να επιδρά πάνω τους αλλά αυτή είναι μια διαδικασία που μπορεί να τραβήξει σε μάκρος (εν πολλοίς αβέβαιη), και εν πάση περιπτώσει δεν καθορίζει αποφασιστικά την άμεση πολιτική του. Βέβαια να επαναλάβουμε εδώ ότι τα μαζικά κόμματα είναι και υποκείμενο αλλά και αντικείμενο της ταξικής πάλης, δηλαδή και ο ΣΥΡΙΖΑ διαμορφώνεται με την σειρά του από τα στρώματα αυτά και τις μεταβαλλόμενες εμπειρίες τους.

Ο οικονομισμός προσπαθεί όχι απλά να ανάγει σε τελευταία ανάλυση, αλλά να εξάγει άμεσα την πολιτική από το ταξικό συμφέρον. Δηλαδή «αφού είναι εργάτες, θα θέλουν τον σοσιαλισμό κτλ»… «Ξεχνά», δεν καταλαβαίνει, ότι το ταξικό συμφέρον διαμεσολαβείται από την ιδεολογία. Το ταξικό συμφέρον έχει κρίσιμη σημασία στην πολιτική αλλά συμφέρον όπως κατανοείται από τους ενδιαφερομένους και όχι όπως θεωρητικά πρέπει να είναι (αυτό που ο Μαρξ νόμιζε ότι θα αναγκαστεί η εργατική τάξη να κάνει). Πέρα του ότι είναι αναποτελεσματικό μπορεί να γίνει και επικίνδυνο (να οδηγήσει σε αυταρχικές καταστάσεις, ιδιαίτερα όταν σε περίπτωση σχεδιασμένης οικονομίας καθορίζονται γραφειοκρατικά και αυθαίρετα οι ανάγκες, και να ερμηνεύεται η θέλησή της. Δεν είναι θεωρητική περίπτωση, το έχουμε δει στις κοινωνίες του υπαρκτού σοσιαλισμού).


Βιβλιογραφία:

  1. Λένιν, ο αριστερισμός παιδική αρρώστια του κομμουνισμού- άπαντα τ.41, 1977, σύγχρονη εποχή.
  2. Πουλαντζάς, πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις-τόμος β', 1985, Θεμέλιο.
  3. Πουλαντζάς, το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, 1982, Θεμέλιο.
iΔύο είναι τα βασικά ζητήματα στην πολιτική. Η ικανότητα να εκτιμάς τον συσχετισμό δυνάμεων, (που καθορίζει το μεταβατικό-άμεσο πρόγραμμα και τις συμμαχίες) και η ικανότητα η πολιτική σου να δείχνει στις μάζες αυτό που θέλεις αντί να τους το δηλώνεις με την προπαγάνδα.
iiΔεν είναι τυχαίο ότι το μόνο ειδικό βιβλίο για την θεωρία της πολιτικής που έγραψε ο Λένιν -τον "αριστερισμό"- αναφέρεται στα αριστερά λάθη, γιατί πολιτική σημαίνει να κερδίσεις τις μάζες και όχι την πρωτοπορία, και αυτό δεν γίνεται χωρίς καταπολέμηση των σοβαρών αριστερών συγχύσεων που έχουν περισσότερο από όλους όσοι έχουν διαβάσει πέντε πράγματα και νομίζουν ότι αρκεί να “εξηγήσουν” στις μάζες και αυτές θα καταλάβουν.
iiiΜεταξύ άλλων στο “φασισμός και δικτατορία” αλλά και στο “πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις” στο κεφάλαιο “τάξεις που κρατούν το κράτος”, σελ 94-104.