26/10/16

η Οκτωβριανή επανάσταση και ο ΣΥΡΙΖΑ


Με αφορμή την επέτειο της Οκτωβριανής επανάστασης (25 Οκτωβρίου 1917), θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε κάποια σημαντικά διδάγματα που έχουν μια επίκαιρη πολιτική σημασία.
Αρχικά να πούμε ότι ολόκληρη η περίοδος και ιδιαίτερα η πρώτη φάση της, ήταν περίοδος οξύτατης πολιτικής και ιδεολογικής διαπάλης, είτε αυτή εκφραζότανε στην πάλη των μπολσεβίκων με τα άλλα κόμματα, όσο αυτά υπήρχαν, είτε μέσα στα πλαίσια του ΚΚΣΕ με διάφορες εσωκομματικές αντιπολιτεύσεις. Ακόμα παραπέρα, και η πλειοψηφία της ηγεσίας όχι μόνο δεν είχε ενιαία άποψη αλλά συνέχεια βρίσκονταν σε οξύτατες αντιπαραθέσεις. Μιλάμε κύρια για την πρώτη περίοδο, ζώντος του Λένιν, που παρά το αδιαμφισβήτητο κύρος του όχι μόνο δεν κατόρθωνε πάντα να επιβάλλει την άποψη του αλλά σε πολλά κρίσιμα ζητήματα ήταν στην μειοψηφία.

1. η συνθήκη του Μπρετ-Λιτόφσκ
Ο κόκκινος στρατός είναι στριμωγμένος, ο Λένιν εκτιμά ότι οι αγρότες δεν έχουν διάθεση να πολεμήσουν, και είναι κρίσιμο το ζήτημα να κλείσει η συνθήκη ειρήνης με τους Γερμανούς, ώστε να διατηρηθεί η σοβιετική εξουσία. Οι όροι όμως είναι δυσβάσταχτοι, τεράστιες παραχωρήσεις εδαφών κτλ. Το σύμμαχο κόμμα των αριστερών εσέρων που συγκυβερνά μιλά για προδοσία. Η πλειοψηφία των μπολσεβίκων μιλάει για απαράδεκτη υποχώρηση και κάποιοι μάλιστα (Μπουχάριν, Τρότσκι), ονειρεύονται -παρά τους φανερά δυσμενείς συσχετισμούς- εξαγωγή της επανάστασης, και επαναστατικούς πολέμους. Αντί να μετρήσουν τους συσχετισμούς δύναμης και να αποδεχτούν την επώδυνη και ετεροβαρή συμφωνία προκειμένου να κρατήσουν την σοβιετική εξουσία, φλυαρούν για τους δύσκολους όρους και τα ζητήματα αρχής.
Σε δυο διαδοχικές ψηφοφορίες -Δεκέμβρη και Γενάρη- ο Λένιν βρίσκεται στην μειοψηφία. Ο κόκκινος στρατός υποχωρεί ακόμα περισσότερο, οι όροι των Γερμανών γίνονται ακόμα δυσμενέστεροι, και μόνο τότε, στην τρίτη ψηφοφορία τον Μάρτη, ο Λένιν εξασφαλίζει μια οριακή πλειοψηφία (αλλάζει θέση ο Τρότσκι) και υπογράφεται η συνθήκη. Οι πολιτικές επιπτώσεις είναι σημαντικές: οι εσέροι αποχωρούν από την κυβέρνηση, ολόκληρες οργανώσεις διαφωνούν ανοικτά. Η επιτροπή Μόσχας δηλώνει ότι δεν αναγνωρίζει την Κεντρική Επιτροπή μέχρι το συνέδριο, η επιτροπή Πετρούπολης εκδίδει εφημερίδα, και προετοιμάζεται για διάσπαση του ΚΚΣΕ.
Ο Λένιν συνειδητοποιεί ότι οι κομμουνιστές δεν μπορούν να κατανοήσουν την ανάγκη συμβιβασμών στην βάση της εκτίμησης του συσχετισμού δυνάμεων. Αργότερα γενικεύει κάποια συμπεράσματα στο βασικό πολιτικό του έργο “αριστερισμός, παιδική αρρώστια του κομμουνισμού".

2. η διεύθυνση των εργοστασίων.

Λίγο μετά την κατάληψη της εξουσίας τα εργοστάσια εθνικοποιούνται μαζικά κι η διεύθυνση-διαχείριση τους περνάει σε εργατικές επιτροπές. Το αποτέλεσμα είναι η απότομη πτώση της παραγωγικότητας και το ξεχαρβάλωμα της παραγωγής με οικονομικό αποτέλεσμα σοβαρές ελλείψεις και πολιτικό αποτέλεσμα την δυσαρέσκεια των αγροτών και την διάσπαση της εργατο-αγροτικής συμμαχίας. Ο Λένιν πρώτος το αντιλαμβάνεται και κάνει στροφή 180 μοιρών: μιλά για πρόσληψη αστών ειδικών, ακόμα και των παλιών ιδιοκτητών σαν διευθυντών, για μονοπρόσωπη και όχι συλλογική διεύθυνση, για διαφοροποίηση μισθών και ψηλούς μισθούς στα στελέχη, και εισαγωγή του τεϋλορισμού σαν μεθόδου οργάνωσης της παραγωγής. Η “αριστερή” αντιπολίτευση ξεσηκώνεται. Τον κατηγορεί για δεξιά στροφή, για εγκατάλειψη του προγράμματος των μπολσεβίκων. Μοναδικό της επιχείρημα το πρόγραμμα και οι «αρχές». Δημαγωγεί, υποδαυλίζει τον εργατικό συντεχνιασμό, ξεσπάνε εργατικές απεργίες, Αν το κόμμα την ακολουθούσε δεν θα μπορούσε να παίξει τον ηγεμονικό του ρόλο, να διατηρήσει την συμμαχία με τους αγρότες και η σοβιετική εξουσία θα κατέρρεε.
Η υποδαύλιση των συντεχνιακών συμφερόντων σε βάρος των γενικών πολιτικών, που συνήθως συνεπάγονται και υλικές θυσίες, αποτρέπουν την εργατική τάξη από το να παίξει τον ηγεμονικό της ρόλο και είναι χαρακτηριστικό οικονομίστικης, καθυστερημένης συνείδησης, παρόλο που οι αριστεριστές θεωρούν ότι αυτό είναι η επιτομή της αριστεροσύνης.

3. η νέα οικονομική πολιτική.

Μετά από μια περίοδο αυταπατών ότι μπορεί να προχωρήσουν γρήγορα στον κομμουνισμό (έστω και “πολεμικό” λόγω του εμφυλίου), και αφού συνειδητοποίησαν ότι η παγκόσμια επανάσταση προσωρινά τουλάχιστον ηττήθηκε (Γερμανία, Ουγγαρία, Αυστρία), οι μπολσεβίκοι αντιμετωπίζουν ένα ζήτημα βασικού προσανατολισμού: με την οικονομία κατεστραμμένη, τα εργοστάσια μισό-διαλυμένα, η πείνα είναι προ των πυλών. Ο Λένιν γρήγορα καταλαβαίνει ότι πρέπει να αναζωογονηθεί η αγορά και ο μικρο-καπιταλισμός (αγροτική παραγωγή με βάση το ιδιωτικό κέρδος), κόντρα στις αρχές και τις αρχικές αυταπάτες. Η “αριστερή” αντιπολίτευση πάλι διαφωνεί, κατηγορεί για προδοσία, δεξιά στροφή, απομάκρυνση από το πρόγραμμα και τις προεπαναστατικές θέσεις του κόμματος. Ο Λένιν όμως επιμένει και η πλειοψηφία των μπολσεβίκων υιοθετεί μια προσωρινή στροφή στον καπιταλισμό: η εργατική διαχείριση εγκαταλείπεται, έχουμε αστούς ειδικούς, αναθέσεις σε ξένους καπιταλιστές να επενδύσουν (οι λεγόμενες εκχωρήσεις), ενίσχυση του κρατικού καπιταλισμού, αντικατάσταση των παρακρατήσεων των πλεονασμάτων των αγροτών με φορολόγηση τους σε είδος. Πρόκειται για άρρητη αναγνώριση της σχετικής ανωριμότητας εφαρμογής του σοσιαλισμού και της ανάγκης να στραφούν σε ένα ελεγχόμενο καπιταλισμό. Αυτό φυσικά αναζωογονεί μεν την παραγωγή, απομακρύνει τον κίνδυνο της πείνας, αλλά έχει και δυσμενείς ταξικές επιπτώσεις: ανισότητα, πλούτο στους πλουσιοχωρικούς και την δημιουργία μιας καινούργιας ιδιωτικής αστικής τάξης, Σημασία στην πολιτική όμως έχει να βλέπεις το σύνολο, να ζυγίζεις τα συν και τα πλην, και να αποφασίζεις.

4. κυβέρνηση συνασπισμού.
Πολλοί ίσως νομίζουν ότι οι μπολσεβίκοι κυβερνούσαν μόνοι τους με μια «καθαρή» επαναστατική κυβέρνηση. Οι μπολσεβίκοι αρχικά κυβέρνησαν με τους αριστερούς εσέρους, για μεγάλα διαστήματα αξιοποιούσαν στελέχη των μενσεβίκων ακόμα και αστούς ειδικούς.
Οι παρεξηγήσεις αυτές υποχρέωσαν τον Λένιν να αφιερώσει ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου του για τον «αριστερισμό», στην ανάγκη συνεργασιών ακόμα και με προσωρινούς, ταλαντευόμενους συμμάχους. Στην ιστορία του αριστερού κινήματος αυτά θα έπρεπε πια να είναι κοινός τόπος.

5. Σοσιαλισμός σε μια χώρα;

Οι μπολσεβίκοι δεν θεωρούσαν ότι θα οικοδομήσουν κομμουνισμό σε μια χώρα, και μάλιστα αγροτική. Η βασική ιδέα ήταν να κρατηθούνε μέχρι να έρθουν και οι άλλοι (κυρίως οι Γερμανοί). Συνειδητοποιώντας ότι μείνανε μόνοι αναγκάζονται να “εφεύρουν” την θεωρία του σοσιαλισμού σε μια χώρα. Και είναι αξιοθαύμαστο πως κρατήθηκαν τόσα χρόνια, πώς είχαν μια σειρά επιτεύγματα, πώς κατάφεραν να αντέξουν στην τεράστια πίεση της χιτλερικής πολεμικής μηχανής. Παρ όλα αυτά, οι τελικές εξελίξεις με την κατάρρευση έδειξαν ότι ο σοσιαλισμός είναι, αν όχι παγκόσμια, τουλάχιστον υπόθεση ομάδας αναπτυγμένων χωρών. Σήμερα το ελάχιστον πεδίο αλλαγών σε ότι μας αφορά, μπορεί να είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση. Για αυτό η παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση -παρά τον αντιδραστικό χαρακτήρα της σημερινής πολιτικής της- είναι ζήτημα στρατηγικό.

6. Οι δύο Λένιν.

Ο Λένιν το 1922-1923, εκτιμώντας τα πέντε χρόνια επαναστατικών εμπειριών, αναστοχάζεται τις βασικές αντιλήψεις του, αναθεωρώντας πρότερες απόψεις του. Από αυτήν την άποψη, η διάκριση μεταξύ ώριμου και πρώιμου Μαρξ που κάνουν οι Αλτουσεριανοί έχει μεγαλύτερη αξία όσον αφορά στον Λένιν: ο Μαρξ είχε μια θεωρητική ωρίμανση κατά βάση ομαλή, που παρά τα άλματα, διατηρεί μια συνέχεια. Ο Λένιν όμως στην βάση των πραγματικών εμπειριών μιας πραγματικής επανάστασης, αναθεωρεί απόψεις του που δεν περνάνε την βάσανο της πραγματικότητας, και δεν διστάζει να συγκρουστεί με το μέχρι τότε κεκτημένο της σκέψης των μπολσεβίκων, πράγμα που συχνά τον τοποθετούσε στην μειοψηφία. Συγκρούεται με την τότε “αριστερή” αντιπολίτευση που στην θέση της ανάλυσης με βάση την πραγματικότητα πρότασσε τις “αρχές” και προκατασκευασμένα σχήματα. Δυστυχώς μια αγιογραφική εικόνα του, που δεν ανέχεται αντιφάσεις και τομές στο έργο του, και που ο ίδιος σίγουρα θα την απεχθανόταν, δεν έχει επιτρέψει την σε βάθος μελέτη της σκέψης του ύστερου Λένιν, καθήκον που νομίζω οι μελετητές πρέπει να εκπληρώσουν όχι μόνο σαν φόρο τιμής, αλλά και σαν πολύτιμη βοήθεια στα σημερινά πολιτικά επίδικα. Εξ άλλου όπως και ο ίδιος έγραφε “προτιμούσε να χειροκροτούνε τους μπολσεβίκους λιγότερο και να τους μελετάνε περισσότερο”...

28/8/16

Τρεις εκτιμήσεις για το παρελθόν, τέσσερις προτάσεις για το μέλλον.


                                   άρθρο μου στον προσυνεδριακό διάλογο του ΣΥΡΙΖΑ
  1. Νομίζω ότι στην ηγεσία υπήρχε η αυταπάτη ότι η “δημιουργική ασάφεια” ως προς την ύπαρξη δυο διαφορετικών πολιτικών σχεδίων μας έλυνε τα χέρια για διαφορετική δράση ανάλογα με την στάση των δανειστών και λειτουργούσε και πολυσυλλεκτικά από εκλογική άποψη. Σε επίπεδο εκτίμησης η Αριστερή Πλατφόρμα αποδείχτηκε ότι είχε δίκιο, και ότι η πλειοψηφία είχε αυταπάτες. Απλά το σχέδιο της Αριστερής Πλατφόρμας δεν μπορούσε να υλοποιηθεί γιατί δεν συγκέντρωσε σε καμιά φάση της διαπραγμάτευσης λαϊκή πλειοψηφία, και μάλιστα όχι απλή συγκατάθεση, αλλά πλειοψηφία αποφασισμένη να αντιμετωπίσει μαχητικά τις σοβαρές δυσκολίες που θα είχαμε. Δεν δημιουργήθηκε παρά τον αρχικό ενθουσιασμό από την αντίσταση της κυβέρνησης και παρά την ιταμή στάση των δανειστών. Αν πιστέψουμε τις δημοσκοπήσεις της εποχής (και δεν έχουμε άλλο διαθέσιμο εργαλείο) η συντριπτική πλειοψηφία (περίπου 75%) επέλεγε σταθερά όλη την διάρκεια της κρίσιμης περιόδου, την παραμονή στο ευρώ. Άρα ένας συμβιβασμός ήταν λίγο-πολύ υποχρεωτικός, αρκεί να μπορούσε να εξασφαλιστεί συμφωνία καλλίτερη από αυτή που φέρνανε οι ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Αν δεν μπορούσαμε να πετύχουμε ούτε αυτό, τότε φυσικά η ρήξη θα ήταν αναπόφευκτη, με ότι αυτό συνεπαγόταν. Παράγωγο λάθος ήταν ότι η επίτευξη καλής συμφωνίας προβλήθηκε περίπου σαν υπόσχεση, το ίδιο και το “πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης” και μάλιστα ανεξάρτητα από την έκβαση της διαπραγμάτευσης. Αυτό οδήγησε σε μια απογοήτευση ή και σε έντονη εχθρότητα μέρους των ψηφοφόρων μας, και τροφοδοτεί την άθλια προπαγάνδα της διαπλοκής για ψεύτικες υποσχέσεις κτλ.
  2. οι θέσεις δικαιολογούν την σωστή επιλογή της υπογραφής, με λάθος (μη πολιτικό, οικονομίστικο) τρόπο, δηλαδή με τις «απρόβλεπτες συνέπειες» της ρήξης. Προφανώς την ρήξη θα ακολουθούσε μια περίοδος έντονων οικονομικών και κοινωνικών δυσκολιών, αλλά αυτό δεν θα ήταν αποτρεπτικό αν υπέρ της σχηματίζονταν λαϊκή πλειοψηφία. Με τις διατυπώσεις των θέσεων α) υπάρχει κίνδυνος να πέσουμε στην λογική του μονόδρομου, με αποτέλεσμα εκτός των άλλων να φαίνεται η εξάμηνη διαπραγμάτευση σαν κωλυσιεργία, ή ακόμα χειρότερα σαν θέατρο β) δαιμονοποιούμε την ρήξη, ενώ πρέπει να την έχουμε ακόμα σαν απειλή, και ίσως να χρειαστεί να την ακολουθήσουμε στο μέλλον, εφόσον δεν έχουμε την αυταπάτη ότι τα δύσκολα τελειώσανε. Οι συμφωνίες εξάλλου αντανακλούν τους συσχετισμούς της στιγμής και αλλάζουν όταν αυτοί αλλάξουν. Τέλος δεν φαίνεται η εκτίμηση των θέσεων να αντιστοιχεί στα πραγματικά γεγονότα, που αν τα μάθαμε σωστά, ήταν το ίδιο πιθανό να μην επιτευχθεί συμφωνία (ο σ. Τσίπρας είχε αποχωρήσει σχεδόν από τις διαπραγματεύσεις και ξαναγύρισε σε μια ύστατη προσπάθεια του Τούσκ).
  3. Μια αδυναμία εκτίμησης των πραγματικών συσχετισμών, διαπερνά όλην την πολιτική μας κουλτούρα, ακόμα και σήμερα. Ένα απλό παράδειγμα: η συνεχής αναφορά σε “κυβέρνηση της αριστεράς” από μεγάλο μέρος αριστερών, αλλά και πολλών στελεχών, δείχνει αδυναμία να αφομοιώσουμε ακόμα και τους προφανείς εκλογικούς συσχετισμούς, που αποτυπώνονται σε μια κυβέρνηση όχι αμιγώς αριστερή, αλλά κοινωνικής σωτηρίας, με μόλις 40% εκλογική στήριξη, και έναν λαό με βασικά μικροαστικές αντιλήψεις, με ότι δυσκολίες αυτό συνεπάγεται.
  4. Διαλέξαμε-και πολύ σωστά- να εμπλακούμε στην πολιτική πραγματικότητα, και να ανοίξουμε τον δρόμο για τον κοινωνικό μετασχηματισμό όχι σε ιδανικές συνθήκες εργαστηρίου αλλά αντιμέτωποι με τις πραγματικές κοινωνικές αντιφάσεις. Την πρώτη μάχη δεν την κερδίσαμε, αλλά και δεν καταστραφήκαμε, είμαστε ακόμα ζωντανοί. Και τώρα τι; Οι διεθνείς συσχετισμοί αλλάζουν αργά, πιο αργά από ότι υπολογίζαμε, αλλά πάντως αλλάζουν, και σε αντίθεση με τους μπολσεβίκους το 1917 που βρέθηκαν μόνοι, περικυκλωμένοι από τον ιμπεριαλισμό, αχνοφαίνονται δυνατότητες διεθνών συμμαχιών. Οι εσωτερικοί συσχετισμοί φαίνεται να έχουν -τουλάχιστον προσωρινά- χειροτερέψει αρκετά, όχι μόνο σαν αποτέλεσμα των επώδυνων μέτρων, αλλά και λόγω της αντιφατικότητας της κοινωνικής συνείδησης, και της εκλογικής μας βάσης. Πχ η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού μας έφερε αντιμέτωπους με μερίδες μεσαίων στρωμάτων, το ίδιο θα γίνει και με τη μάχη κατά της φοροδιαφυγής. Κατά συνέπεια η επιρροή μας θα πρέπει να αναδιαταχθεί αντλώντας φρέσκες δυνάμεις από αυτούς που πείθονται ότι κάτι στην χώρα μας αλλάζει, από νέους ανθρώπους που παλεύουν να δημιουργήσουν κτλ. Χοντρικά από ένα μπλοκ που χαρακτηρίζονταν από μια γενική απέχθεια στο παλιό πολιτικό σύστημα, μια θολή ελπίδα για κάτι καλλίτερο και μια προσμονή για ένα-δυό συγκεκριμένα μέτρα, όπως πχ η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ, να πάμε σε ένα μπλοκ που να το χαρακτηρίζει κυρίως μια μαχητική υπεράσπιση του εκδημοκρατισμού και εξυγίανσης του συνόλου της κοινωνικής ζωής, και η ενεργητική του στάση για μεταρρυθμίσεις όπως πχ ο περιορισμός της φοροδιαφυγής ή της ανασφάλιστης εργασίας. Αυτό φυσικά δεν θα γίνει με διακηρύξεις “ταξικής μεροληψίας” αλλά με συγκεκριμένα μέτρα πολιτικής, μερικές φορές ακόμα και σε δυσαρμονία με τις “αρχές της αριστεράς” που κάποιοι σύντροφοι συνέχεια επικαλούνται, όπως πχ με αφορμή την αναγκαία αντιμετώπιση των διαρκών και εν πολλοίς αναίτιων καταλήψεων. Θα γίνει με σύγκρουση με συντεχνιακούς θύλακες (μεγαλογιατροί, μεγαλοδικηγόροι, αλλά όχι μόνο) που αξιοποιούνται σήμερα από το αστικό μπλοκ.
  5. Η αποφασιστικής σημασίας λαϊκή στήριξη, πρέπει να μην κατανοείται απλοϊκά, δηλαδή σαν μερικές διαδηλώσεις στους δρόμους. Ουσιαστική λαϊκή στήριξη σημαίνει δημιουργία κινήματος από τα κάτω για τους άμεσους μεγάλους στόχους πχ χτύπημα φοροδιαφυγής, ανασφάλιστης εργασίας, χτύπημα μικρής διαφθοράς στο δημόσιο κτλ. Θα χρειαστούν φυσικά και οι ανάλογες νομοθετικές πρωτοβουλίες αλλά κύρια η δραστηριοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ για την οικοδόμηση ενός πολύμορφου δικτύου κατά νομό, πόλη κτλ. Λίγο ή και καθόλου μπορούμε να στηριχτούμε στα σημερινά γραφειοκρατικά, συντεχνιακά, άμαζα συνδικάτα. Θα χρειαστούν φαντασία, τόλμη και πολλές πρωτοβουλίες για το σκοπό αυτό, αλλά κύρια να κατανοηθεί όλη η προσπάθεια με όρους μάχης, η οποία για το παλιό σύστημα είναι ζωής ή θανάτου. Επιτυχία αυτού του στόχου σημαίνει να κατακτήσουν οι λαϊκές τάξεις στην πράξη την πολιτική ηγεμονία, που βασική πλευρά της είναι να υποτάσσουν το συντεχνιακό, άμεσο συμφέρον στο πολιτικό, το μακροπρόθεσμο.
  6. κάποια ιδεολογικά ζητήματα: εδώ θα μπορούσα να γράψω αρκετά που πιστεύω πρέπει να ξαναδούμε, αλλά για οικονομία θα αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα: πρώτα για την ευελιξία της εργασίας. Την καταδικάζουμε γιατί λύνει τα χέρια των εργοδοτών και χειροτερεύει την κατάσταση των μισθωτών. Όμως η ευελιξία είναι κάτι θετικό. Πιστεύω ότι θα είναι βασικό χαρακτηριστικό των εργασιακών σχέσεων σε μια μελλοντική σοσιαλιστική κοινωνία. Τι είναι αυτό που την κάνει σήμερα μάστιγα για τους μισθωτούς; η εργοδοτική αυθαιρεσία, η δικτατορία τους στους τόπους δουλειάς, η παντελής αδυναμία των συνδικάτων. Ε, λοιπόν να καταργήσουμε την ελευθερία του καπιταλιστή να κάνει ότι θέλει, και σε μια πορεία να καταργήσουμε τον ίδιο τον καπιταλιστή. Αλλά όχι την ευελιξία. Αλλιώς θυμίζουμε τους εργάτες στην αυγή του καπιταλισμού που σπάζανε τις μηχανές γιατί φέρνανε ανεργία. Είναι και ατελέσφορο γιατί η ευελιξία γίνεται όλο και πιο απαραίτητη με τις νέες τεχνολογίες. Δεύτερο παράδειγμα: “όχι στην καταστολή”, ακούγεται αριστερό. Είναι όμως αταξική, απολίτικη θέση. Το ερώτημα είναι καταστολή από ποιόν, ενάντια σε ποιόν και γιατί. Ποιος θα διαφωνούσε με την καταστολή ενάντια πχ στους φασίστες; Είναι άλλο ζήτημα να ζυγίσεις πολιτικά πότε και αν τελικά θα καταστείλεις, και άλλο να αποκλείεις την καταστολή από θέση αρχής.
  7. Κόμμα-κυβέρνηση: Το κόμμα πρέπει να εκφράζει κυρίως την αριστερά, έχοντας όμως αίσθηση του συσχετισμού δυνάμεων και των πραγματικών αντιφάσεων, όχι την ιδεοληπτική αριστερά που γνωρίσαμε και υπάρχει ακόμα εκτός (αλλά και εντός) του ΣΥΡΙΖΑ. Απευθύνεται κυρίως στην κοινωνία και όχι στα υπουργεία. Η κυβέρνηση από την άλλη, πρέπει κυρίως να εκφράζει όλη την κοινωνία, που ακόμα είναι συντηρητική, μικροαστική, και εν πάση περιπτώσει όχι κοντά στις ιδέες μας “και τις αξίες της αριστεράς”. Με βάση αυτήν την κοινωνία θα πρέπει να ανοίξουμε τον δρόμο για τον κοινωνικό μετασχηματισμό, όσο δύσκολο και αν φαίνεται αυτό. Και αν αποφύγουμε από την μια μικρά “αριστερά” λάθη στην τρέχουσα πολιτική μας, και από την άλλη τον πολύ μεγάλο “δεξιό” κίνδυνο εκφυλισμού και αστικής ενσωμάτωσης, έχουμε σοβαρές πιθανότητες να το πετύχουμε.

28/12/14

Ο Δήμας, η ΔΗΜΑΡ, ο ΣΥΡΙΖΑ.



Παραμονές της Οκτωβριανής επανάστασης, όταν οι μπολσεβίκοι είχαν ήδη προσανατολιστεί στην εξέγερση που εν πολλοίς βασιζόταν στον αιφνιδιασμό, δυο κορυφαίοι μπολσεβίκοι ηγέτες δημοσιεύουν στον τσαρικό τύπο της εποχής την διαφωνία τους με το εγχείρημα, προαναγγέλλοντας το και στερώντας  έτσι το πλεονέκτημα απο τους εξεγερμένους. Ο Λένιν έξαλλος ζητά την διαγραφή τους. Τα πράγματα πάνε τελικά καλά και η επανάσταση επικρατεί. Αν οι μπολσεβίκοι και ο Λένιν σκεπτόντουσαν όπως ορισμένοι “αριστεροί” στον ΣΥΡΙΖΑ, θα έπρεπε να είχαν περάσει απο δίκη τους δυο και να τους εκτελέσουν . Το αμάρτημα τους ήταν αν όχι βαρύτερο τουλάχιστον ισοδύναμο με ότι (και σωστά) καταμαρτυρούμε σήμερα στους ΔΗΜΑΡιτες και τον Κουβέλη. Τι έγινε όμως με τους Κάμενεφ και Ζηνόβιεφ (για αυτούς τους δυο πρόκειται). Ο Κάμενεφ εκλέχτηκε πρόεδρος της κυβέρνησης, ο Ζηνόβιεφ λίγο αργότερα εκλέχτηκε πρόεδρος της Κομουνιστικής Διεθνούς. Ευτυχώς που ο Λένιν δεν ανήκε στην Αριστερή Πλατφόρμα της εποχής.

Και όχι μόνο αυτό. Ο Λένιν στον “αριστερισμό”, θεωρητικοποίησε την στάση αυτή. Κατάγγειλε με την γνωστή αθυροστομία του σαν πράγμα αφάνταστα γελοίο  επαναστάτες να μην προσπαθούν να συμμαχήσουν έστω και προσωρινά  έστω και με ασταθείς συμμάχους, που έχουν διαπράξει λάθη ή και πολιτικά αμαρτήματα. Για να μην θυμίσουμε ότι καθοδήγησε προσωπικά το συνέδριο της Διεθνούς στην απόφαση για το ενιαίο μέτωπο με την γερμανική σοσιαλδημοκρατία που μόλις λίγα χρόνια πριν είχε βάψει τα χέρια της στο αίμα της Λούξεμπουργκ και των σπαρτακιστών.
Αυτά είναι κοινός τόπος για όσους ξέρουν το αλφαβητάρι του λενινισμού, εκτός απο μερικούς δικούς μας “αριστερούς”, που μάλιστα κάποιοι βρίσκονται στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ.
Το να αντικαθιστάς την πολιτική με παπαδίστικη ηθικολογία (τι έκανε ο τάδε τότε και τι αντιπαθής που είναι ο δείνα). Να μην μετράς τον συσχετισμό των δυνάμεων που στην συγκεκριμένη περίπτωση  είναι κουκιά μετρημένα (αν η ΔΗΜΑΡ δεν συνεργαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ και ψηφίσει πρόεδρο δεν έχουμε εκλογές). Να παίρνεις την επιθυμία σου για πραγματικότητα στην θέση της συγκεκριμένης ανάλυσης (να μην συνεργαστούν μαζί μας αλλά και να ...μην ψηφίσουν Δήμα για πρόεδρο). Όλα αυτά δεν δείχνουν ότι κάποιοι δεν ξέρουν και δεν θέλουν να κάνουν πολιτική; πράγμα αφάνταστα γελοίο για ηγέτες ενός κόμματος τον 21ο αιώνα;
Φυσικά αν προσπαθήσει κανείς να εξηγήσει τις παλινωδίες της ΔΗΜΑΡ θα πρέπει να ψάξει τον μικροαστικό της χαρακτήρα, τις αναπόφευκτες ταλαντεύσεις των μεσαίων στρωμάτων και των πολιτικών εκπροσώπων τους, ιδιαίτερα σε περιόδους μη κανονικές, με πυκνό πολιτικό χρόνο και πρωτοφανέρωτες και να χαράξει την σωστή τακτική, που πάντως δεν είναι τους σπρώξει στον αντίπαλο, ιδιαίτερα όταν ο συσχετισμός δυνάμεων είναι οριακός και η παραμικρή μετατόπιση γέρνει την πλάστιγγα σε όφελος του ενός ή του άλλου.

Και αν θέλει κάποιος να το δει και αλλιώς, οι ταλαντεύσεις αυτές της ΔΗΜΑΡ την απογύμνωσαν απο τον βασικό όγκο της επιρροής της, τον έσπρωξαν στον ΣΥΡΙΖΑ. Όμως δεν είναι δεμένοι με συμβόλαιο, μπορεί ένα-δυο λάθη να τους οδηγήσουν ξανά στην ΔΗΜΑΡ ή σε άλλα κεντροαριστερά σχήματα που το σύστημα εναγωνίως προσπαθεί να δημιουργήσει, και να τους εμφυσήσει ζωή με το βλέμμα στραμμένο πάντα ενάντια στον ΣΥΡΙΖΑ. Μήπως θα έπρεπε και ο ΣΥΡΙΖΑ να τους διευκολύνει με σεκταριστική πολιτική τύπου ΚΚΕ;
Κάποιοι λένε ότι μπορεί πολλοί ψηφοφόροι να μην ψηφίσουν ΣΥΡΙΖΑ αν συνεργαστεί με την ΔΗΜΑΡ. Και θα ψηφίσουν τι; ΣαμαροΒενιζέλους; αστεία πράγματα. Πιθανά κάποιοι να ψηφίσουν ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτός ο κίνδυνος ναι, υπάρχει, αλλά τι μας χαλάει να επιβιώσει και το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ; εκτός αν η ενωτική πρόταση προς αυτούς είναι εντελώς δημαγωγική και αποβλέπει μόνο στο να τους στριμώξει.
Και ένα τελευταίο : σκέφτηκαν μήπως κάποιοι που ανάγουν σε θέμα αρχής την καθαρότητα, μήπως αρκετοί που παρείσφρυσαν στον ΣΥΡΙΖΑ ενώ δεν θα έπρεπε, διευκολύνθηκαν απο αυτήν την γενικευμένη άρνηση για συνεργασίας. Γιατί αντί να γίνει μια συζήτηση περίπτωση την περίπτωση, συζητούσαμε επί γενικών αρχών και έτσι εφ όσον και σωστά πλειοψηφούσε η ενωτική γραμμή κανείς δεν αποκλειόταν ακόμα και αν έπρεπε!

Συμπερασματικά: έχει δίκιο η πλειοψηφία στον ΣΥΡΙΖΑ να μιλά για πλατιές συνεργασίες. Προφανώς το επίδικο δεν είναι άμεσα ο σοσιαλισμός. Όχι μόνο ο λαός δεν είναι έτοιμος για αυτό αλλά ούτε η Αριστερά ξέρει ή συμφωνεί πως θα είναι.  Επίδικο είναι να αλλάξει ταξικά χέρια η κυβέρνηση, μετά όλη η εξουσία και τότε μόνο τότε να ανοίξει η συζήτηση στην Αριστερά και όλο τον λαό για βαθύτερες αλλαγές. Αυτό όμως προϋποθέτει σε κάθε φάση να λύνονται  πετυχημένα τα προβλήματα αυτής της συγκεκριμένης φάσης και όχι να μας βασανίζουν της επόμενης.

17/12/14

βιβλιοπαρουσίαση- Λινέρα:κράτος, επανάσταση, ηγεμονία




Εισαγωγή.


Στην πρωτότυπη και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συγκυρία στην χώρα μας, τα θεωρητικά προβλήματα της μετάβασης αρχίζουν κάπως να συζητιούνται, αν και όχι ίσως με την πυκνότητα που θα έπρεπε. Σε αυτά τα πλαίσια το βιβλίο του Α. Λινέρα (Βολιβιανός διανοούμενος και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης του Ε Μοράλες), έρχεται σαν μια πολύτιμη θεωρητική συμβολή, που στηρίζεται και τροφοδοτείται απο μια πραγματική διαδικασία μετάβασης, αυτή που συμβαίνει στην Βολιβία, αλλά και γενικότερα στην Λ. Αμερική.


Κατ αρχήν τι εννοούμε θεωρητικά προβλήματα μετάβασης. Προφανώς η μαρξιστική Αριστερά βλέπει την κατάκτηση της κυβέρνησης όχι σαν αυτοσκοπό, έστω και για τον υψηλό σκοπό της κοινωνικής σωτηρίας, αλλά ενταγμένη σε μια μακριά διαδικασία ανοίγματος του δρόμου για το ξεπέρασμα της καπιταλιστικής κοινωνίας και την “οικοδόμηση” (αν και ο όρος δεν είναι πολύ δόκιμος) μιας εναλλακτικής, μετακαπιταλιστικής κοινωνίας, που στα πλαίσια του μαρξισμού ονομάζεται κομμουνιστική κοινωνία.


Δυο διευκρινήσεις: 
  • το πώς θα είναι η κοινωνία που επιδιώκουμε, σήμερα δεν είναι τόσο καθαρό, ή καλλίτερα δεν υπάρχει ενιαία άποψη. Κάποιοι θεωρούν ότι αρκεί μια επανάληψη του “υπαρκτού”, με μικρές αλλαγές (που ίσως δεν είναι καν βελτιώσεις αλλά στην πραγματικότητα χειρότερη εκδοχή του). Άλλοι επαναφέρουν τις ηττημένες στην εποχή τους απόψεις της τότε “αριστερής αντιπολίτευσης”, και θεωρούν ότι ο κομμουνισμός είναι υπόθεση καλής θέλησης, μπορεί να εφαρμοστεί γενικευμένα και αμέσως και ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν αντικειμενικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του (τέτοιες δυνάμεις βρίσκονται και στον ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα στον καθοδηγητικό του πυρήνα). Κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι κομμουνισμός σημαίνει γενική κρατικοποίηση των πάντων, είτε μιλάμε για γιγάντιες πολυεθνικές, είτε μιλάμε για ένα συνεργείο αυτοκινήτων. Άλλοι, αντίθετα, θεωρούν ότι κομμουνισμός είναι ο τρίτος τομέας της “αλληλέγγυας οικονομίας”. Τέλος κάποιοι ψάχνουν να βρουν λύση στα προ 170 χρόνων γραπτά του Μαρξ , που όσο πολύτιμα και αν είναι σαν οδηγός και αφετηρία, δεν μπορούν σαν το κοράνι, να απαντάνε στα διαχρονικά προβλήματα της ανθρωπότητας, κάτι που και ο ίδιος ο Μαρξ το κορόιδευε. Βέβαια η συζήτηση δεν θα γίνει στο κενό. Η ίδια η ταξική πάλη θα ανοίγει στην πράξη τον δρόμο στις αναγκαίες και ρεαλιστικές αλλαγές, έστω και με την μέθοδο της δοκιμής και απόρριψης και τον κοινωνικό πειραματισμό. Διαφορετικά θα οδηγηθούμε σε σχήματα και εγκεφαλικές κατασκευές που τόσο ακριβά έχουμε πληρώσει στην προηγούμενη επαναστατική προσπάθεια.

  • Κάποια στοιχεία μιας θεωρίας μετάβασης υπάρχουν. Μια ορισμένη αριστερά (το ΚΚΕ, κάποιες άλλες ομάδες που αναμασάν τσιτάτα του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα) ισχυρίζονται ότι τα προβλήματα είναι λυμένα, οι απαντήσεις δοθήκανε αρκετά χρόνια πριν και ότι μόνο η στρεβλή εφαρμογή τους οδήγησε στις ήττες. Η τυπολογία της Οκτωβριανής, οι μορφές που πήραν τα επαναστατικά κινήματα στο παρελθόν, αν επαναληφθούν, θα οδηγήσουν σε επιτυχία. Αρκεί να καθαριστούν απο τις “οπορτουνιστικές” σκουριές. Ακόμα και αν οι απαντήσεις του παρελθόντος ήταν σωστές (που πολύ αμφιβάλλουμε όπως φάνηκε από την ιστορικών διαστάσεων ήττα, και τον συνακόλουθο εξευτελισμό που υποστήκαμε), τουλάχιστον τρεις θεμελιακές αλλαγές σήμερα επιβάλλουν τον επαναπροσανατολισμό και την ανάγκη να αναθεωρήσουμε τα θεωρητικά όπλα μας. Έτσι σήμερα α) έχουμε έναν διαφορετικό καπιταλισμό (όχι καλλίτερο ούτε χειρότερο, απλά διαφορετικό), β) σαν αποτέλεσμα αυτού έχουμε μια εντελώς διαφορετική εργατική τάξη, διαφορετική παγκόσμια διασπορά, με διαφορετικά χαρακτηριστικά και ψυχολογία, συνείδηση και τρόπο που κινητοποιείται, οργανώνεται και αγωνίζεται και γ) σαν αποτέλεσμα των δύο προηγούμενων έχουνε τροποποιηθεί οι όροι της ταξικής πάλης, με έμφαση στην ανάγκη δημοκρατικών και πλειοψηφιών διαδικασιών, την ανάγκη της κατάκτησης της ηγεμονίας. Απλά η “στρατηγική και η τακτική” της Γ' Διεθνούς, δεν λειτουργεί και τα κόμματα που δεν μπορούν ή δεν θέλουν και συγχρονίσουν τα θεωρητικά και πρακτικά εργαλεία τους απομονώνονται όλο και περισσότερο από την κοινωνία και τις εξελίξεις με κίνδυνο να γίνουν γραφικές, ακίνδυνες για το σύστημα ομάδες.


Πέρα από κάποιες πρώτες απόπειρες του Μαρξ, στα σοβαρά η συζήτηση για τα ζητήματα της μετάβασης άρχισε στις αρχές του εικοστού αιώνα, με ηγεμονικές τις ιδέες των μπολσεβίκων, που οι πρακτικές τους επιτυχίες δεν άφηναν περιθώριο για δεύτερη γνώμη. Ένα βήμα παραπέρα έγινε με τις επεξεργασίες της Διεθνούς και την συμμετοχή του ίδιου του Λένιν την δεκαετία του είκοσι με τις αντιλήψεις για το ενιαίο μέτωπο και το μεταβατικό πρόγραμμα, αλλά και τον “αριστερισμό”. Μια τρίτη συζήτηση άνοιξε την δεκαετία του 60-70, όταν φαινότανε ότι ένα νέο επαναστατικό, κύμα ωριμάζει, όπου αξιοποιώντας επεξεργασίες του Γκράμσι, έδωσαν βασικές αντιλήψεις για την στρατηγική σε χώρες με σχετικά αναπτυγμένη αστική δημοκρατία.


Το βιβλίο αποτελείται από τρεις εισηγήσεις-παρεμβάσεις του Λινέρα (η μια μάλιστα πρόσφατη στο συνέδριο του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστερά), και ένα πολύ εύστοχο πρόλογο του Ρ. Ρινάλντι για την ελληνική έκδοση.


Στον κατατοπιστικό πρόλογο του Ρινάλντι ενδεικτικά αναφέρει:

  • την εκτίμηση ότι το ζήτημα της μετάβασης στον 21ο αιώνα ..."μάλλον δεν θα ακολουθήσει σχήματα και δεν θα μοιάζει με επανάληψη μορφών επανάστασης που έζησε η ανθρωπότητα στον 20ο αιώνα"
  • το ότι ο Λινέρα θαυμάζει μεν τον Λένιν αλλά παράλληλα είναι πολύ πλουραλιστικός, συνομιλεί με όλες τις σχολές, δεν υποτάσσεται σε καθαρότητες και ιδίως σε απλοποιητικά-απλουστευτικά σχήματα.
  • Θεωρεί (και σωστά κατά την γνώμη μας) εντυπωσιακή την θέση του Λινέρα για την ανάγκη οικοδόμησης μια νέας κοινής λογικής (πράγμα που θα αναλύσουμε περισσότερο στην συνέχεια).


9 θέσεις για τον καπιταλισμό.


Η πρώτη παρέμβαση του Λινέρα (2013, παρέμβαση στο Αριστερό φόρουμ) λέγεται “9 Θέσεις για τον Καπιταλισμό”. Κάνει διάφορες εκτιμήσεις για τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλισμού, που τον διαφοροποιούν απο αυτόν των μέσων του 20ου αιώνα. Από αυτές ενδεικτικά ξεχωρίζουμε:

  • την εκτίμηση ότι με την (πραγματική) υποταγή της ανθρώπινης γνώσης στον καπιταλισμό ως βασικής παραγωγικής δύναμης, γνώση που έχει καθολική, κοινοτική βάση, υπονομεύεται η βάση της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, που δημιουργείται απο αυτήν την κοινοτική παραγωγική δύναμη.
  • Σαν δεύτερο αποτέλεσμα έχουμε μια διάσπαση της παγκόσμιας εργατικής τάξης σε μια μερίδα στις μητροπόλεις που σχετίζεται περισσότερο με την επιστήμη, τις γνώσεις και την τεχνολογία, και σε μια μερίδα στην περιφέρεια που σχετίζεται περισσότερο με την καθημερινή προσπάθεια και την συνεργατικότητα. Δημιουργείται έτσι μια κατάσταση διαφορετική απο εκείνη που οδήγησε στο κράτος πρόνοιας, στα συνδικάτα και τα εργατικά κόμματα.
  • Η αλόγιστη σπατάλη ή και καταστροφή πλουτοπαραγωγικών πόρων πέρα απο τους περιβαλλοντολογικούς κινδύνους, οδηγεί και σε κάποια όρια για παραπέρα επέκταση του καπιταλισμού λόγω πιθανής έλλειψης φυσικών πόρων. Εδώ βέβαια κάποιος μπορεί να αντιτάξει ότι αυτό δεν είναι αυστηρά πρόβλημα του καπιταλισμού αλλά της παραγωγήο Λινέρα παραδέχεται σε ένα σημείο του βιβλίου του ότι σαν ακαδημαϊκός δεν καταλάβαινε πράγματα που τα έμαθε απο την πολιτικής γενικά και δεύτερο ότι η επιστήμη μπορεί να δίνει κάποια διέξοδο πχ νέες μορφές ενέργειες να αντικαταστήσουν τα ορυκτά καύσιμα, και νέα τεχνητά υλικά τις εξαντλούμο Λινέρα παραδέχεται σε ένα σημείο του βιβλίου του ότι σαν ακαδημαϊκός δεν καταλάβαινε πράγματα που τα έμαθε απο την πολιτικήενες φυσικές πρώτες ύλες.
  • Ο νέος μετακαπιταλιστικός τρόπος παραγωγής απαραίτητα πρέπει να είναι παγκόσμιος. Διστάζει εδώ να χρησιμοποιήσει τον όρο κομμουνιστικός, που αλλού τον χρησιμοποιεί. Πιστεύω για δυο λόγους: και γιατί όπως είπαμε δεν υπάρχει ενιαία αντίληψη για το τι θα είναι το “μετά”, αλλά και γιατί ο κομμουνισμός λόγω της θλιβερής εμπειρίας του “υπαρκτού” έχει ταυτιστεί με κοινωνίες αντιδημοκρατικές και φτώχειας. (όχι βέβαια ότι δεν πετύχανε σημαντικά πράγματα, αλλά η τελική εικόνα που έμεινε είναι αυτή).
  • Εκτιμά ότι η μορφή κινητοποίησης των εργαζομένων, η μορφή οργάνωσης των συνδικάτων τείνει να συμπληρωθεί (ή και να αντικατασταθεί, γράφει) απο δυο άλλες μορφές: την μορφή της κοινότητας (σε αγροτικές κοινωνίες) και την μορφή του “πλήθους”. Αυτό βέβαια θέλει συζήτηση σε τι βαθμό συμβαίνει αλλά αν δούμε πχ τις κινητοποιήσεις μέσω ιντερνέτ (απο την Αραβική άνοιξη μέχρι τους “αγανακτισμένους” σε διάφορες χώρες), αλλά και το ειδικό βάρος των μπλόγκς στην πολιτική πάλη, καταλαβαίνουμε ότι σε μεγάλο βαθμό η διαδικασία είναι σε εξέλιξη.


Κράτος, επανάσταση, ηγεμονία.


Η δεύτερη παρέμβαση του έγινε σε Διεθνές συμπόσιο φιλοσοφίας στην Βενεζουέλα, το 2011, με θέμα όπως ο τίτλος του βιβλίου, και αποτελεί και το βασικό πυρήνα των απόψεων του Λινέρα, που αφοράν την θεωρία της μετάβασης. Και εδώ πάλι ενδεικτικά θα σταχυολογήσουμε κάποιες απόψεις του.

  • Αρχικά εξηγεί με απλό τρόπο γιατί το κράτος δεν είναι μόνο θεσμοί και ταξική βία, αλλά και ιδέες που εγκαθιστούν ηγεμονία. Επίσης ότι δεν είναι μόνο όργανο στα χέρια μιας τάξης, αλλά και εκφράζει έναν συσχετισμό δυνάμεων που υπάρχει στην κοινωνία. Νομίζω ότι η ανάλυση του είναι γλαφυρή και ακριβής. Από τα καλλίτερα σημεία του βιβλίου.
  • Παραπέρα αναφέρει ότι το κράτος έχει τρία (συν ένα) μονοπώλια: της (νόμιμης) βίας, της φορολογίας, την νομιμότητας (και της καθολικότητα, δηλαδή την πρόταξη του γενικού σε βάρος του τοπικού, του συντεχνιακού συμφέροντος). Βέβαια εδώ μπορεί κανείς να παρατηρήσει ότι και η βία και η νομιμότητα είναι ένα θεωρητικό, ή ιδανικό μονοπώλιο. Επίσης βία μπορεί να ασκήσουν και ασκούν διάφορες ιδιωτικές ομάδες όπως η ιδιωτική αστυνομία.
  • Κομβική στην ανάλυση του είναι η άποψη ότι η Αριστερά πρέπει να διεκδικήσει το κράτος και την εξουσία. Απαντά έμμεσα στις απόψεις ότι μπορεί να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς εξουσία, που στην πράξη προέρχονται βασικά απο τον αναρχικό-αντιεξουσιαστικό χώρο, αλλά και απο κομμάτια της παραδοσιακής αριστεράς που έχουν εγκαταλείψει την μάχη για την κυβερνητική εξουσία, και με μια δήθεν αριστερίστικη φρασεολογία ακολουθούν στην πράξη μια βαθειά ρεφορμιστική πολιτική θεοποιώντας τους επιμέρους αγώνες, το διεκδικήσεις απο τα κάτω κτλ (ΚΚΕ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ). Φυσικά διευκρινίζει ότι δεν περιοριζόμαστε στην κατάληψη του κράτους (γιατί αυτό θα ήταν απλή εναλλαγή κυβερνήσεων) αλλά κύρια στον μετασχηματισμό και εκδημοκρατισμό του στην κατεύθυνση της λαϊκής συμμετοχής και της συμπλήρωσης της αντιπροσώπευσης με μορφές άμεσης δημοκρατίας.
  • Αυτή η διαδικασία βαθιού εκδημοκρατισμού, η συμμετοχή των μαζών στην εξουσία, είναι πολιτική επανάσταση, η σύγχρονη μορφή της. Η πολιτική επανάσταση δικαιώνεται απο την κοινωνική επανάσταση που ακολουθεί, δηλαδή την αναδιοργάνωση της οικονομίας και του πολιτισμού, όλης της κοινωνικής οργάνωσης. Ο Λινέρα δικαιούται να μιλά για τον δημοκρατικό δρόμο. Ο ίδιος προσωπικά οργάνωσε την μεγαλύτερη ένοπλη ομάδα στην Βολιβία, πολέμησε, συνελήφθη και βασανίστηκε, έκανε πέντε χρόνια φυλακή. Αλλά και στις περισσότερες χώρες της Λ Αμερικής ο ένοπλος δρόμος δοκιμάστηκε και ηττήθηκε (πλην της Κούβας). Τώρα ακολουθούνε τον δρόμο της κατάκτησης της πλειοψηφίας και με αυτό έχουνε σημαντικά αποτελέσματα.
  • Διερωτάται τι είναι η σημερινή περίοδος στην Βολιβία και αλλού. Είναι σοσιαλισμός; είναι μετάβαση στον σοσιαλισμό; Υιοθετεί την σωστή κατά την γνώμη μας άποψη ότι σοσιαλισμός δεν υπάρχει σαν τρόπος παραγωγής. Οι τρόποι παραγωγής είναι ο καπιταλιστικός και ο κομμουνιστικός (και φυσικά η απλή εμπορευματική παραγωγή, αυτοαπασχόληση κτλ). Σοσιαλισμός είναι η μεταβατική περίοδος συνύπαρξης και των δυο τρόπων παραγωγής, σε θανάσιμη πάλη μεταξύ τους, και αφού την εξουσία έχει κατακτήσει η εργατική τάξη. Αυτή είναι μια θέση που την αποδίδει στον Λένιν, αν και με σαφήνεια από ότι ξέρουμε την ανέπτυξε ο Μπετελέμ. Εν πάση περιπτώσει πρόκειται για μια σχετικά μακρά περίοδο (ο Λινέρα μιλά για δεκαετίες, ας θυμηθούμε ότι ο καπιταλισμός για να επικρατήσει παγκόσμια χρειάστηκε τρεις αιώνες), που δεν θα κριθεί στα πλαίσια μιας χώρας αλλά παγκόσμια, ιδιαίτερα σήμερα σε συνθήκες “παγκοσμιοποίησης”, και ολοκληρώσεων.
  • Δηλώνει ότι πολιτική είναι η οικοδόμηση της ηγεμονίας (ή των πλειοψηφιών). Η θέση αυτή σηματοδοτεί την απομάκρυνση απο μια ορισμένη “μπλανκιστική” ερμηνεία της λενινιστικής και τριτοδιεθνιστικής παράδοσης, σε όφελος στρατηγικών αντιλήψεων όπως το ενιαίο μέτωπο και το μεταβατικό πρόγραμμα. Είναι αυτό που στην δεκαετία του '70 ονομάστηκε “δημοκρατικός δρόμος”, με βασικό χαρακτηριστικό τη συγκέντρωση πλειοψηφίας για κάθε μείζονα αλλαγή, αλλαγή που πρέπει να αποδείχνει στην κοινωνία την αποτελεσματικότητα και την χρησιμότητα της.



Για τις αντιθέσεις.


Και ερχόμαστε σε ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο της τοποθέτησης, εκείνο που περιγράφει τις αντιθέσεις-αντιφάσεις της διαδικασίας, και μάλιστα όχι μόνο αυτές μεταξύ των ανταγωνιστικών δυνάμεων (δηλαδή τα δίπολα αστική-εργατική τάξη, δεξιά-αριστερά κτλ), αλλά και αυτών που αναφύονται μεταξύ του λαού. Επιγραμματικά να υπενθυμίσουμε πόσο ταλαιπωρήθηκε το αριστερό κίνημα, από την παραγνώριση ή την λειψή θεωρητική αντιμετώπιση του ζητήματος των αντιθέσεων της μεταβατικής περιόδου, με τις παλινωδίες περί μη ύπαρξης αντιθέσεων ή της ύπαρξης μόνο μη-ανταγωνιστικών κτλ. Ο Λινέρα εντοπίζει 4 βασικές αντιθέσεις:

  • πρώτη, ανάμεσα στο κράτος (και μιλάμε για το κράτος που έχει ήδη, έστω και μερικά, καταληφθεί από την αριστερά, τους εργαζόμενους) και στην κοινωνία, τα κινήματα. Για το πως το Κόμμα, η Αριστερά πρέπει να καθοδηγεί μεν το κράτος (αλλά χωρίς να “κρατικοποιηθεί”), και πως να είναι ταυτόχρονα και αντιπολίτευση. Δεν είναι εύκολο όπως δείχνει και η εντελώς πρόσφατη αρνητική πείρα του ΠΑΣΟΚ αλλά και των κυβερνητικών κομμουνιστικών κομμάτων στον “υπαρκτό”.
  • Δεύτερη, ανάμεσα στην ανάγκη εκπροσώπησης συμφερόντων πλατύτερων συμμαχικών στρωμάτων και την ανάγκη εκπροσώπησης των στενών συμφερόντων της εργατικής τάξης. Ο Λινέρα γλαφυρά εξηγεί την ανάγκη μιας λεπτής ισορροπίας ώστε να προωθείς μεν τα συμφέροντα των συμμάχων μικροαστών, αλλά χωρίς να εγκαταλείπεις τον σκληρό πυρήνα της εργατικής τάξης, που είναι το βασικό και πιο σταθερό στήριγμα της Αριστεράς.
  • Τρίτη, αντίφαση μεταξύ καθολικών συμφερόντων και συμφερόντων στενών, τοπικών ή συντεχνιακών. Δεν το γράφει ο Λινέρα αλλά η υποταγή των στενών συντεχνιακών στα πολιτικά συμφέροντα είναι υλοποίηση στην πράξη του ηγεμονικού ρόλου της εργατικής τάξης. Αυτό δεν είναι κάποιο δευτερεύον ζήτημα. Στην υποδαύλιση του συντεχνιασμού πολιτικά καθυστερημένων ομάδων της εργατικής τάξης αποβλέπει και η Δεξιά για να υπονομεύσει την νέα εξουσία, αλλά και κάποια ανώριμα “υπεραριστερά” κόμματα ελπίζοντας να κερδίσουν επιρροή και αδιαφορώντας για τους γενικότερους πολιτικούς συσχετισμούς. Και στην Χιλή του Αλιέντε είχαμε τέτοια αποσταθεροποιητικά φαινόμενα.
  • Και τέλος την αντίθεση μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και διαφύλαξης του περιβάλλοντος. Αντίφαση που θα οξύνεται συνέχεια και επειδή το περιβάλλον συνεχώς επιβαρύνεται, αλλά και αναπτύσσεται η οικολογική συνείδηση πλατειών στρωμάτων του πληθυσμού, ενώ απο την άλλη η αντιμετώπιση της οξείας κρίσης ίσως δελεάζει στο να παραβλέπονται τέτοιες “πολυτέλειες”.



Ο Λινέρα προσπαθεί να αναλύσει τις αντιθέσεις που εντοπίζει θεωρητικά αλλά και πρακτικά, γιατί μην ξεχνάμε ότι οι θεωρητικές του αναλύσεις γίνονται εν θερμώ, μπαίνουν στην δοκιμασία της εν εξελίξει αδυσώπητης ταξικής πάλης στην χώρα του. Δεν θα δώσουμε περισσότερες λεπτομέρειες απο την γλαφυρή και γεμάτη ζωντανά παραδείγματα ανάλυση του, προτρέποντας την ανάγνωση του ίδιου του βιβλίου.

Πάντως εδώ θα θέλαμε να προσθέσουμε ότι οι αντιφάσεις πρέπει να είναι αρκετά περισσότερες, που μερικές ούτε καν τις θεωρούμε πιθανές, ή απλά τις βαφτίζουμε προπαγάνδα του αντιπάλου. Ενδεικτικά να αναφέρουμε ορισμένες.

  • Δημόσιο και σπατάλη: δηλαδή ο κίνδυνος η δημόσια περιουσία να αντιμετωπίζεται όχι σαν όλων αλλά σαν “κανενός”, να παραμελείται ή και να καταστρέφεται.
  • Δημόσιο και διαφθορά: νομίζω κατανοητό, δεν χρειάζεται περισσότερα.
  • Επένδυση-κατανάλωση: τι μέρος του παραγόμενου πλούτου πρέπει να καταναλώνεται άμεσα και τι να επενδύεται ώστε να αποδώσει στο μέλλον.
  • Ατομικός-κοινωνικός μισθός: τι μέρος της εργατικής αμοιβής πρέπει να δίνεται σαν ατομικός μισθός, και τι σαν κοινωνικές παροχές. Εδώ υπάρχει σημαντικό έδαφος και για συντεχνιακές αντιπαραθέσεις.
  • Αντιπροσώπευση και άμεση δημοκρατία: έτσι ώστε να εξασφαλίζεται μια ισορροπία του γενικού συμφέροντος αλλά και κάθε συγκεκριμένης ομάδας.
  • Περιορισμένοι πόροι και προτεραιότητες: οι πόροι πάντα είναι περιορισμένοι και φυσικά κάθε ένας θέλει να λυθεί το δικό του πρόβλημα, είτε αφορά υποδομές, είτε πρόνοια, είτε ανάπτυξη. κ.ο.κ.

Όλα αυτά τα ζητήματα θα προκαλούν εντάσεις όχι μόνο ανάμεσα σε εχθρικές τάξεις, αλλά και “στα πλαίσια του λαού”. Και πρέπει να λύνονται δημιουργικά, δημοκρατικά και με διαφάνεια. Θα υπάρχουν διαφωνίες και δυσαρέσκειες αλλά τελικά οι λύσεις που δίδονται και οι διαδικασίες που ακολουθούνται για την λύση τους πρέπει να εξασφαλίζουν την συνοχή του κυρίαρχου-ηγεμονικού μπλοκ, αλλιώς θα έχουμε πολιτικό πισωγύρισμα.



Στο συνέδριο του ΚΕΑ.


Η τρίτη και πιο πρόσφατη εισήγηση του (Δεκέμβρης 2013) έγινε στο συνέδριο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.

Αφού στην αρχή επαναλαμβάνει μια σειρά θέσεις του γνωστές σε μας απο τις δυο προηγούμενες διαλέξεις (για την παγκοσμιοποίηση, την υπαγωγή της γνώσης στην καπιταλιστική κερδοφορία, τον διχασμό της εργατικής τάξης σε 2 διακριτές μερίδες με ασύμμετρη παγκόσμια κατανομή, για την υποχώρηση του ρόλου των συνδικάτων κτλ) κάνει την απλή διαπίστωση ότι κάτι δεν κάνουμε καλά, διαφορετικά δεν θα είχε η Δεξιά την εξουσία. Αυτή η απλή αλλά ιδιοφυής σκέψη μπορεί να οδηγήσει σε αναστοχασμό όλων των θεωρητικών μας αποσκευών, χωρίς να εγκαταλείψουμε το έδαφος του μαρξισμού, της επανάστασης, της υπόθεσης της εργατικής τάξης. Το τολμήσανε στην Λ. Αμερική, κάποια βήματα γίνονται σε μας εδώ με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και άλλα συγγενή ευρωπαϊκά κόμματα. Μένει να δούμε που θα οδηγήσει. Την αγωνία του για το μέλλον των ευρωπαϊκών προσπαθειών αναπτύσσει στην εισήγηση του αυτή.

  • Εξαίρει τον ρόλο των εναλλακτικών προγραμμάτων, λέγοντας ότι η καταγγελία δεν οδηγεί σε επιθυμία για εξουσία.
  • Ξαναπιάνει το νήμα του Γκράμσι για την “κοινή λογική”, τον κοινού νου. Σε αντίθεση με μια ορισμένη αριστερά που έκανε και κάνει ιδεολογικοποιημένη “πολιτική”, ακατανόητη στις πλατύτερες μάζες, ο Γκράμσι μίλησε για την ανάγκη να καταπιαστούμε με τον κοινό νου, να προσπαθήσουμε να κτίσουμε την ηγεμονία κερδίζοντας την πλειοψηφία, προσπαθώντας να δούμε τους εργαζόμενους όπως σκέφτονται πραγματικά και όχι όπως θα θέλαμε να σκέφτονται, αντιμετωπίζοντας μια πραγματική και όχι μια ιδεοτυπική εργατική τάξη, κάτι που οι διανοούμενοι δεν μπορούν και δεν ξέρουν να το κάνουν (ο Λινέρα παραδέχεται σε ένα σημείο του βιβλίου του ότι σαν ακαδημαϊκός δεν καταλάβαινε πράγματα που τα έμαθε από την πολιτική).
  • Προτρέπει να ανακτήσουμε την έννοια της δημοκρατίας, μιας και οι άμεσες πολιτικές μάχες δεν γίνονται στο όνομα του σοσιαλισμού, όπως νομίζουν οι αριστεριστές, αλλά της δημοκρατίας όπως μας δίδαξε ο Λένιν. Φυσικά όχι την τυπική, αστική δημοκρατία, αλλά την δημοκρατία που θα εκτείνεται σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής και πρώτα από όλα στην οικονομία, και στην λαϊκή συμμετοχή στην λήψη των αποφάσεων. Η αστική δημοκρατία είναι περιορισμένη και έτσι όπως είναι βολεύει μια χαρά την αστική τάξη. Αλλά εμείς δεν πρέπει να πάμε πίσω από αυτήν, πρέπει να την διευρύνουμε, και κατακτώντας την τέχνη του να κάνουμε πολιτική, να κτίσουμε συμμαχίες, να κατακτήσουμε την ηγεμονία, να κτίσουμε ένα πλειοψηφικό μπλοκ για να ανοίξει ο δρόμος προς τον σοσιαλισμό.


Επιλεγόμενα και κάποιες παρατηρήσεις.


Να τελειώσουμε την σύντομη παρουσίαση με ένα σοβαρό κατά την γνώμη μας ζήτημα που δεν αναφέρεται ρητά, αλλά διαπερνά όλην την ανάλυση του Λινέρα. Ο Λινέρα φαίνεται να θεωρεί (εκτός αν δεν τον διαβάζουμε σωστά) ότι ο κομμουνισμός (ή όπως αλλιώς ονομάσουμε την μετακαπιταλιστική κοινωνία) εξαρτάται αποκλειστικά απο τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων, και όχι απο και απο κάποιους αντικειμενικούς παράγοντες της οικονομίας. Ότι το σημερινό επίπεδο παραγωγικών δυνάμεων, με την κυριαρχία ακόμα της μηχανικής παραγωγής και με σημαντικά υπολείμματα χειρωνακτικής, είναι υπερώριμο για τον κομμουνισμό. Ξέρουμε ότι κάποιοι μαρξιστές (κύρια Αλτουσεριανής επιρροής) “βγάζουν (ας μου συγχωρεθεί η έκφραση!) σπυριά” και μόνο στην διατύπωση του σχετικού προβληματισμού, χαρακτηρίζοντας τον “παραγωγισμό”, “οικονομισμό” κτλ Η δική μας οπτική είναι κάπως διαφορετική. Οπωσδήποτε σήμερα η εργατική τάξη, οι εργαζόμενοι, μπορούν να πάρουν την εξουσία, και να ανοίξουν υπό προϋποθέσεις τον δρόμο για τον κομμουνισμό. Μπορούν να αναδιαρθρώσουν μέρος της οικονομίας σε κομμουνιστική βάση, αλλά σε τομείς, κλάδους και επιχειρήσεις που κυριαρχεί η μηχανική (ή ακόμα χειρότερα χειρωνακτική παραγωγή), θα έχουμε μόνο τυπική υπαγωγή, και ο καπιταλισμός πιθανά να δουλεύει πιο αποδοτικά. Θα είναι μια κατάσταση εύθραυστη, που θα κινδυνεύει απο αλλαγές στον συσχετισμό δυνάμεων. Μόνο σε τομείς όπου κυριαρχεί η αυτοματοποίηση, οι νέες τεχνολογίες, το λογισμικό, μπορούμε να έχουμε πραγματική υπαγωγή τους στον κομμουνισμό, και πιο αποδοτική λειτουργία τους με κομμουνιστικές σχέσεις. Δηλαδή σε τομείς όπου ο κομμουνισμός έχει γίνει τεχνική αναγκαιότητα. Για παραπέρα πραγμάτευση του θέματος δες το “ελεύθερο λογισμικό και κομμουνισμός”, (http://dionisispolitis.blogspot.gr/2014/04/7.html).


Φυσικά και σε άλλα σημεία θα μπορούσε να γίνει μια συζήτηση και να εγερθούν ενστάσεις.

Πχ όταν επιδοτείται το ρεύμα γράφει ο Λινέρα ηττάται η λογική του κέρδους και της ανταλλακτικής αξίας. Μπορεί να είναι έτσι μπορεί όμως και να μην είναι. Αν πχ η συνολική εικόνα οδηγήσει στο να διαμορφωθεί στην λαϊκή πλειοψηφία η αντίληψη ότι η επιδότηση δεν είναι παραγωγική, ή ακόμα χειρότερα ότι οδηγεί σε υπερβολική δημοσιονομική επιβάρυνση, αυτό μπορεί να τροφοδοτήσει και όχι να πλήξει τον νεοφιλελευθερισμό και την λογική του κέρδους. Άρα κάθε μέτρο δεν πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα και δογματικά (ή ακόμα χειρότερα απο άποψη ηθικής, ότι “βοηθάμε τους φτωχούς”), αλλά συνολικά, στο πλαίσιο μιας οικονομικής πολιτικής που να είναι αποτελεσματική και τελικά να βοηθάει την ενίσχυση της αριστερής πλειοψηφίας. Παρόμοιο είναι το ζήτημα με την δημόσια επιχείρηση. Η ύπαρξη της κατ αρχήν περιορίζει τον τομέα του καπιταλισμού. Αλλά όταν είναι αντιπαραγωγική, όταν λειτουργεί απαράδεκτα, πριμοδοτεί τελικά την νεοφιλελεύθερη ιδέα ότι το δημόσιο ταυτίζεται με την διαφθορά, την σπατάλη και είναι μη-παραγωγικό.

Επίσης η αυτοδιαχείριση των εγκαταλελειμμένων εργοστασίων μπορεί να υποστηριχτεί απο την κυβέρνηση, σαν άμεσο μέτρο επιβίωσης, αλλά αυτό φυσικά δεν είναι σοσιαλισμός, είναι στην καλλίτερη περίπτωση ομαδικός, εργατικός καπιταλισμός. Αυτό πρέπει να ξεκαθαρίζεται και όχι να διασπείρονται αυταπάτες. Το ίδιο και με την λεγόμενη αλληλέγγυα οικονομία. Ναι, άμεσα θα υποστηριχθεί, αλλά αυτό δεν είναι σοσιαλισμός, είναι λύση ανάγκης. Η Αριστερά (και οι εργαζόμενοι!) θα πρέπει να ασχοληθεί θεωρητικά αλλά κυρίως πρακτικά, με το πως θα κάνει αποδοτικές για τον λαό, ανταγωνιστικές και πρότυπες τις μεγάλες δημόσιες επιχειρήσεις. Εκεί θα κριθεί σήμερα η άμιλλα μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού. Διαφορετικά δεν κάνουμε τίποτα άλλο παρά να μεταφράζουμε τον Holloway στην ...οικονομία, δηλαδή “θα προσπαθούμε πως να κάνουμε κομμουνισμό χωρίς να πάρουμε και να διαχειριστούμε αποτελεσματικά την σύγχρονη μεγάλη (πολυεθνική) επιχείρηση”.





Το βιβλίο του Λινέρα είναι μια σημαντική συμβολή στον θεωρητικό εξοπλισμό μας σήμερα. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα που μπορεί σε λίγες εβδομάδες (!) να έχουμε την τύχη να κάνουμε το πρώτο βήμα πρακτικής λύσης των τεράστιων και κοσμοϊστορικών καθηκόντων που πραγματεύεται ο Βολιβιανός σύντροφος.



16/12/14

Ένα σχόλιο για τον πολιτικό πολιτισμό της Αριστεράς.



Τρομάζω κάποιες φορές απο την εμπάθεια των σχολιασμών στα κοινωνικά δίκτυα, όπου βλέπει κανείς πως σκέφτεται και εκφράζεται ο μέσος άνθρωπος.  Και καλά, απο ακροδεξιούς ίσως κανείς να το περιμένει, αν συνυπολογίζει την αμάθεια και τα ψυχολογικά κόμπλεξ που πιθανά να κουβαλάνε. Παρ όλα αυτά είναι εντυπωσιακό το μίσος που εκφράζεται όχι μόνο για τον πολιτικό αντίπαλο, αλλά για την άλλη, διαφορετική άποψη. Και δεν μιλάμε για εξαιρέσεις. Σε κάποια σάιτ αν όχι όλα, μεγάλο μέρος των σχολίων περιέχουν εμετικούς χαρακτηρισμούς, που δυσκολεύεσαι όχι μόνο να αναδημοσιεύσεις, αλλά και να παρακολουθήσεις. Και απο αυτόν τον κανόνα δεν ξεφεύγουν ούτε σοβαρά υποτίθεται σάιτ (πχ ΚΑΘΗΝΕΡΙΝΗ κτλ).

Εκεί που το πράγμα γίνεται ανησυχητικό είναι το ύφος και το ήθος πολλών αριστερών σχολιαστών. Και δεν πρόκειται για “ταξικό μίσος”, ότι και αν αυτό σημαίνει. Πρόκειται για εμπάθεια απέναντι στην άλλη άποψη. Δείτε για παράδειγμα πως σχολιάζει η πλειοψηφία (ευτυχώς “μόνο” η πλειοψηφία' και όχι η ολότητα) φίλων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ή του ΚΚΕ  την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ. Ή ακόμα χειρότερα πως συζητάνε οπαδοί ίδιου κόμματος (ΣΥΡΙΖΑ) αλλά διαφορετικής ...τάσης. Μερικές φορές είναι πιο επιθετικοί απο ότι θα ήταν απέναντι πχ στην Δεξιά.

Αφορμή για το σχόλιο αυτό στάθηκε η παρακάτω δημοσίευση πριν απο μερικές μέρες, σχετικά με την υπόθεση του Ν Ρωμανού. Έγραψε λοιπόν κάποιος σχετικά νέος άνθρωπος (όχι πολύ νέος για να έχει και το ακαταλόγιστο της ηλικίας):
Αυτόκλητοι ''γκουρού'' της ''αριστεράς'', των ''κινημάτων'' και της ''επανάστασης'' που υποδεικνύουν μορφές κοινωνικής πάλης ...Αυτοί εν τέλει φοβίζουν, αποθαρρύνουν και τρομοκρατούν τον κόσμο περισσότερο από τα τρομολαγνικά δελτία ειδήσεων......


προσέξτε 2 βασικά σημεία:
-αυτόκλητοι: δηλαδή δεν έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν άποψη, μιλάνε χωρίς να ερωτώνται (καλυμμένος φασισμός).
-το Αριστερά, επανάσταση κτλ όλα σε εισαγωγικά. Η διαφορετική άποψη ενοχοποιείται ως μη-αριστερή, ως εχθρική.

Πάντα πίστευα ότι η ύβρις πέρα απο χαμηλό πνευματικό επίπεδο δείχνει και μεγάλη πολιτική ανωριμότητα. Ανωριμότητα να καταλάβεις ότι κάθε άλλη άποψη περιλαμβάνει ένα μέρος της αλήθειας, ότι έστω και στρεβλά αντανακλά μερικά την πραγματικότητα κάποιου. Θέλει ικανότητα να μπορείς να καταλάβεις τον ορθολογικό πυρήνα κάθε διαφορετικής , "λανθασμένης” άποψης και να τον ενσωματώσεις στην δική σου “ορθή” .  Ακόμα και ο πολιτικός αντίπαλος δεν είναι “το απόλυτο κακό”, εκφράζει ένα διαφορετικό πολιτικό σχέδιο που εξυπηρετεί μεν αντίθετα ταξικά συμφέροντα, αλλά υπάρχει κάποιος λόγος που έχει μαζική υποστήριξη,  που φυσικά δεν αίρεται με κραυγές ή βρισιές.

6/12/14

Ο Ρωμανός, η Αριστερά, η πολιτική.



Ο Ρωμανός έχει συγκινήσει το πανελλήνιο. Ένα νεαρό παιδί, που είχε την ατυχία να ζήσει με τραγικό τρόπο την δολοφονία του φίλου του που ξεψύχησε στα χέρια του. Που ζητά να σπουδάσει και θέτει σε κίνδυνο την ζωή του για αυτό.
Δεν με ενδιαφέρει ότι προέρχεται απο αστική οικογένεια.  Δεν κρίνω αυτήν την στιγμή τον τρόπο που είχε διαλέξει αγωνίζεται, αν και τον θεωρώ εντελώς λαθεμένο. Συμπαραστέκομαι στο πρόβλημα του και αγωνιώ για την ζωή του. Αγανακτώ με την υποκρισία του αστικού κράτους και ιδιαίτερα της κυβέρνησης, που ενώ διευκολύνει κάθε είδους εγκληματίες, εξαντλούν την αυστηρότητα τους σε έναν έφηβο.

Φυσικά αναρωτιέμαι για τα κυβερνητικά κίνητρα. Τα τελευταία εικοσιτετράωρα εκτυλίσσεται ένα απλό όσο και αποτελεσματικό σχέδιο. Κάνουνε μέσω ΜΜΕ κύριο ζήτημα το θέμα Ρωμανός. Δείχνουνε αδιαλλαξία και τον σπρώχνουν στον θάνατο ελπίζοντας έτσι να πυροδοτήσουν έκρηξη αγανάκτησης απο όλον τον κόσμο και ιδιαίτερα απο την νεολαία που ασφυκτιώντας κάτω απο την ανεργία, την ανασφάλεια, τα εκπαιδευτικά προβλήματα θέλει ένα τίποτα “για να πάρει ανάποδες” , να  βγει στους δρόμους και να κάψει την Αθήνα. Θα αφήσουν αυτό να ξεδιπλωθεί, θα το φιλμάρουν, θα το προσφέρουν μέσω ελεγχόμενων ΜΜΕ σαν θέαμα στους συντηρητικούς νοικοκυραίους και μετά θα ακολουθήσει άγρια καταστολή. Θα φοβίσουν συντηρητικό κόσμο, και μετά θα του πλασάρουν το δίλημμα “ή Σαμαράς ή αναρχία”.

Πόσους θα κοροϊδέψουν έτσι; δεν χρειάζονται πολλούς. Ένα 3-4% του εκλογικού σώματος να επαναπατρίσουν, κερδίσανε τις εκλογές, και συνεχίζουν την ίδια καταστροφική πολιτική της ανεργίας και  οικονομικής εξόντωσης των εργαζομένων για άλλα τουλάχιστον τέσσερα χρόνια. Τόσο απλά. 

 
Και η Αριστερά; φαίνεται ότι κάποιοι κύκλοι της προειδοποιούν για το σχέδιο. Ναι, αλλά πως αντιμετωπίζεται όταν απλά περιορίζεται στο να καλεί σε συμπαράσταση στον Ρωμανό, σερνάμενη πίσω απο πρωτοβουλίες που παίρνουν άλλοι; πιστεύω ότι πρέπει να βγει τολμηρά και να καλέσει τον Ρωμανό να σταματήσει την απεργία πείνας. Να εξαντλήσει όλα τα μέσα πίεσης στην κυβέρνηση ώστε να κάνει πίσω. Και σε τελευταία ανάλυση να δεσμευτεί ότι σε 2-3 μήνες που θα αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες θα λύσει ευνοϊκά το ζήτημα. Έτσι και ο Ρωμανός θα έχει μια ευκαιρία στην ζωή και την μόρφωση, και θα ματαιωθούν τα σχέδια των μνημονιακών.

Ο Ρωμανός με την (θαρραλέα είναι αλήθεια)  στάση του κατάφερε όχι απλά να κερδίσει την δημοσιότητα και την συμπάθεια πολλών αλλά και γίνει κεντρικό πολιτικό πρόσωπο που πιθανά να καθορίσει τις πολιτικές εξελίξεις. Όμως σε ποια κατεύθυνση; είναι ένα ερώτημα που  δεν απασχολεί ούτε τον ίδιο ούτε τον ιδεολογικό χώρο (αντιεξουσιστικό) στον οποίο κινείται.  Δεν καταλαβαίνει ότι άθελα του προσφέρει το άλλοθι για να υλοποιηθεί ο κυβερνητικός σχεδιασμός, ώστε να επανασυσπειρωθεί ο συντηρητικός κόσμος που είχε αποφασίσει να ψηφίσει όχι στα μνημόνια.  Έτσι πιθανά να χαθεί μια ιστορική ευκαιρία και το σάπιο σύστημα να πάρει ανάσα. Όμως η Αριστερά οφείλει να δρα πολιτικά και όχι να σέρνεται αυθόρμητα πίσω απο τις εξελίξεις.

18/6/14

Κριτική στο κείμενο 53 μελών της ΚΕ: “Aπό τη νίκη στην ανατροπή: για τις εκλογές και την επόμενη μέρα του ΣΥΡΙΖΑ.”





Το κείμενο (http://www.avgi.gr/article/3029276/keimeno-sumbolis-stin-apotimisi-ton-eklogon-upografoun-53-stelexi-tou-suriza) των 53 μελών της ΚΕ για τα αποτελέσματα των εκλογών και την επόμενη μέρα, όπως και να το δει κανείς, είναι μια σοβαρή προσπάθεια εκτίμησης της συνολικής δουλειάς του ΣΥΡΙΖΑ, που θα συζητηθεί και από την ΚΕ και από όλο το κόμμα. Στο μικρό αυτό σημείωμα θα κάνουμε μερικές σκέψεις, θίγοντας όχι όλα τα ζητήματα που αναλύονται αλλά επικεντρώνοντας σε μερικά βασικά, πάντα κατά την γνώμη μας.

Τα καλά σημεία.

Στο κείμενο υπάρχουν σημεία κριτικής που μας φαίνονται σωστά ανεξάρτητα απο το ειδικό βάρος τους. Όπως η επισήμανση ότι κάποιες προεκλογικές τοποθετήσεις φαίνονταν να “εστιάζουν στη συντελεσμένη καταστροφή, υποβαθμίζοντας την προγραμματική μας πρόταση”, ή το ότι “Οι δικές μας κοινωνικές αναφορές δεν υποκαθίστανται από σχήματα τύπου «Ελλάδα εναντίον Μέρκελ», «ο λαός ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο» κ.ο.κ. Τα ίδια ισχύουν, εξάλλου, και για έναν ορισμένο σκανδαλοθηρικό-τιμωρητικό λόγο, που παραπέμπει σε σχηματισμούς (πολύ) δεξιότερα του ΣΥΡΙΖΑ.”
Σωστά αναφέρεται και η ανάγκη προγραμματικής αποσαφήνισης, με ριζοσπαστικές και ρεαλιστικές προτάσεις, αν και φοβούμαστε ότι αν μπούμε στην ουσία της συζήτησης μπορεί να εννοούμε διαφορετικά πράγματα.

Το πολύ δυνατό σημείο όμως είναι η σημαντική επισήμανση ότι : “Οι αντίπαλοί μας δεν χρησιμοποιούν απλώς κόλπα ή τη λογική του πολιτικού μάρκετινγκ. Έχουν επίσης κοινωνικές αναφορές. Απευθύνονται σε ένα μεγάλο μέρος του κεφαλαίου που κερδίζει μέσα στην κρίση, σε μεσαία στρώματα, ιδίως σε εκείνα που διασώζονται, αλλά και σε τμήματα εργαζομένων που αν και έχουν υποστεί μεγάλες ζημιές, αισθάνονται ότι η κυβέρνηση τους εξασφαλίζει μια θέση στα όρια της επιβίωσης. Στη λογική τους, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν τους εγγυάται τη θέση αυτή - αντίθετα, μπορεί να τους βάλει σε νέες περιπέτειες.” Αυτό έχει ιδιαίτερη αξία, γιατί ένα μεγάλο μέρος των αριστερών είχε (και έχει) μάθει να σκέφτεται με όρους ότι απέναντι στο 10% της αστικής τάξης υπάρχει μια συμπαγής, χωρίς αντιθέσεις λαϊκή πλειοψηφία, ότι η αριστερή πρόταση μας αγκαλιάζεται από όλους, ανεξάρτητα αν δεν μας ψηφίζουν. Επίσης είχε μάθει να εφευρίσκει απίθανες θεωρίες όπως της “ενσωμάτωσης της εργατικής τάξης” και της παντοδυναμίας των ΜΜΕ, ενώ οι πιο χυδαίες εκδοχές έφταναν να βρίζουν την πλειοψηφία σαν ηλίθιους και να καλούν τον λαό να “ξυπνήσει”.
Η ακριβής εκτίμηση της έκτασης της λαϊκής αποδοχής των αντιλήψεων του αστικού μπλοκ αποτελούν κατά την γνώμη μας το βασικότερο στοιχείο του πολιτικού συσχετισμού δύναμης. Φυσικά και το 27% που ψηφίζει ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να διακριβωθεί πως σκέφτεται. Δεν είναι της στιγμής αλλά έχουμε λόγους να πιστεύουμε ότι κυριαρχούν μικροαστικές αντιλήψεις, λογική ανάθεσης, ανοχή και όχι θερμή υποστήριξη, κάτι σαν “να δοκιμάσουνε και αυτούς και βλέπουμε”.
Όμως διερωτάται κανείς τι συμπέρασμα βγάζει το ίδιο το κείμενο από αυτήν την βαρύνουσα θεωρητική διαπίστωση; νομίζουμε κανένα, ή καλλίτερα προτείνει μια πολιτική και ιδεολογική δουλειά βάθους που βέβαια χρονικά απαιτεί πολύ, μα πάρα πολύ χρόνο, με τα αποτελέσματα της σχετικά αβέβαια (και αυτά αν υπάρξουν σε συνθήκες πιθανά πιο ευνοϊκές για το αστικό μπλοκ) μια τακτική που αντικειμενικά παραπέμπει στις καλένδες την υπόθεση της αριστερής κυβέρνησης.
Μήπως από την εκτίμηση ότι η κοινωνία είναι πολιτικά και ιδεολογικά τριχοτομημένη (δεξιό μπλοκ, ΣΥΡΙΖΑ, και παραπαίουσα αλλά σε διεργασίες κεντροαριστερά), θα έπρεπε να βγει ένα πιο “πεζό” αλλά ρεαλιστικό συμπέρασμα; ότι δηλαδή πρέπει παράλληλα με την προτεινόμενη ιδεολογική δουλειά να δούμε τις πιθανές συμμαχίες στο αντιμνημονιακό χώρο και στην αριστερή σοσιαλδημοκρατία, και μάλιστα να παρέμβουμε στις εξελίξεις της λεγόμενης κεντροαριστεράς, όχι για να πάρουμε μέρος σε αυτές αλλά για να ενισχύσουμε τάσεις και δυνάμεις που θα δέχονταν να στηρίξουν ή να ανεχθούν μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ;

τα αδύνατα-προβληματικά σημεία.

Υπάρχουν αρκετά προβληματικά -έστω δευτερεύοντα- αδύνατα σημεία.
  1. Πχ δεν αναλύει ικανοποιητικά το γεγονός ότι στις εκλογές, όπου υπήρχαν ευρύτερες συνεργασίες και καταξιωμένα πρόσωπα τα αποτελέσματα ήταν πολύ καλλίτερα, ενώ σε γενικές γραμμές όπου πήγαμε με στενά κομματικό υποψήφιο τα πήγαμε από μέτρια μέχρι άσκημα. Πχ στα Ιόνια, που όλοι αναφέρουν με ικανοποίηση, στην μεν περιφέρεια είμαστε με τους Ανεξάρτητους Έλληνες, στην δε Κέρκυρα με στελέχη της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας, δεχόμενοι μάλιστα για αυτήν την συνεργασία σφοδρή επίθεση από ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και έχοντας γκρίνια από στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.
  2. Μιλάει για το κίνημα κάπως μεταφυσικά, και αφηρημένα. Πχ στο φοιτητικό κίνημα γιατί έχουμε μόνο 6%, η ΔΑΠ είναι πρώτη, η ΠΑΣΠ κρατάει, το ΚΚΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μας περνάνε; Πέρα από διάφορες εξηγήσεις κοινωνικής προέλευσης κτλ, πιστεύουμε ότι το βασικό πρόβλημα είναι ο προσανατολισμός του φ.κ. μονοσήμαντα στις καταλήψεις. Αυτό επιτρέπει στις ΔΑΠ-ΠΑΣΠ να εμφανίζονται υπερασπιστές της μόρφωσης στο κομμάτι των φοιτητών που ενδιαφέρεται για τις σπουδές του, ενώ στο “άλλο”, το “επαναστατικό”, ο ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται πολύ “δεξιός”, λόγω της γενικής του γραμμής. Έτσι στην ουσία δεν απευθυνόμαστε σε κανένα κομμάτι. Ακόμα και η ΠΣΚ (που διαφωνεί με τις καταλήψεις) μας περνάει σε επιρροή. Άρα το οποιοδήποτε κίνημα δεν μας κάνει, χρειάζεται ένα “σωστά” προσανατολισμένο κίνημα.
  3. Για το φαινόμενο της ΧΑ: εδώ υπάρχουν δυο ζητήματα. Σε ένα βαθμό υπάρχει και η ναζιστική ιδεολογία, αλλά πιστεύω ότι δεν μπορεί να είναι το κύριο. Δεν μπορεί να είναι 500.000 οπαδοί της φυλετικής καθαρότητας, να έχουν διαβάσει Χίτλερ κτλ. Όσον αφορά την νεολαία, είναι σε ένα βαθμό μια “lifestyle” επιλογή. Ποιο όμως "lifestyle"; αυτό της βίας των γηπέδων, του χουλιγκανισμού, των συμμοριών σε γειτονιές. Επίσης των επαγγελματιών της βίας (των δυνάμεων καταστολής και του περίγυρου τους). Γενικά σε περίοδο κρίσης όλα τα χειρότερα ένστικτα των μεσοστρωμάτων και λούμπεν στοιχείων (μνησικακία, ζήλια, φθόνος κτλ) βγαίνουν στην επιφάνεια, διαμεσολαβούνται από τον πολιτικό λόγο του μίσους, και οδηγούν στην ΧΑ. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα. Η πολιτική της Αριστεράς μέχρι πρότινος και σε ένα μικρό βαθμό ακόμα, μπερδεύει το πρόβλημα της μετανάστευσης (που είναι πρόβλημα και για την ντόπια εργατική τάξη και για τους ίδιους τους μετανάστες), με την αντιμετώπιση των μεταναστών. Είναι άλλο ζήτημα το ότι πρέπει να υπάρξει αυστηρή μεταναστευτική πολιτική, και άλλο η ανθρωπιστική αντιμετώπιση των ανθρώπων, των μεταναστών. Και είχαμε υποκαταστήσει την πολιτική με την φιλανθρωπία. Έτσι σπρώχναμε άθελα μας μαζικά ανθρώπους με οξυμένο πρόβλημα από την παράνομη μετανάστευση (άνεργους, κατοίκους σε υποβαθμισμένες περιοχές) στην ΧΑ. Το κείμενο δεν κάνει καμιά αυτοκριτική για αυτό.
  4. Το να λες ότι το κίνημα και όχι τα τηλεοπτικά πάνελ καθορίζουν την επιρροή σου, δείχνει ότι σκέφτεσαι ακόμα με νοοτροπία κόμματος 5%. Φυσικά στο κίνημα θα αλλάξεις μακροπρόθεσμα και βαθύτερα τις συνειδήσεις. Αλλά το κίνημα σε φέρνει σε επαφή με λίγες χιλιάδες ανθρώπους, ενώ στην πολιτική θέλεις να επηρεάσεις εκατομμύρια και αυτοί βλέπουν τηλεόραση. Δεν μας αρέσει, αλλά έτσι είναι. Φυσικά ανεβαίνει ο ρόλος του ιντερνέτ, και όχι μόνο στην νεολαία, αλλά ακόμα δεν είναι ο καθοριστικός παράγοντας. Είναι τυχαίο ότι στους συνταξιούχους με τις περισσότερες και συνεχόμενες περικοπές σε συντάξεις, αλλά την λιγότερη επαφή με εναλλακτική ενημέρωση, είχαμε τα γνωστά αποτελέσματα; (ΝΔ 38%, ΠΑΣΟΚ 15%, ΣΥΡΙΖΑ 18,5%).
  5. και τέλος στις συμμαχίες, βλέπουμε μια “κουκουέδικη” λογική άρνησης των συμμαχιών, ή ακριβέστερα υποκατάσταση των πολιτικών συμμαχιών με κοινωνικές μόνο.

Δυο κρίσιμα ζητήματα.

Υπάρχουν όμως δυο κρίσιμα ζητήματα που το κείμενο γίνεται αρκετά προβληματικό.
Το πρώτο είναι ότι βάζοντας το κάρο πριν από το άλογο, θεωρεί ότι μπορούμε να πείσουμε την πλειοψηφία με τα λόγια, με την προπαγάνδα για μια σειρά ζητήματα, ώστε να αλλάξει η λαϊκή συνείδηση, οι συσχετισμοί, και να έχουνε έτσι μια “καθαρή”, ριζοσπαστική αριστερή κυβέρνηση. Όμως από την εποχή του Λένιν ξέρουμε ότι οι μάζες δεν πείθονται από τα λόγια αλλά από την ίδια τους την πείρα. Πρώτα θα πάρεις την κυβέρνηση και με αυτήν θα πείσεις για όλα αυτά τα ωραία και θεμιτά που λέει το κείμενο. Η κυβέρνηση χρειάζεται όχι μόνο για να σώσει τον λαό (φυσικά θα γίνει και αυτό), αλλά για να αλλάξει σημαντικά τον συσχετισμό δυνάμεων που διαφορετικά δεν θα αλλάζει όσο ωραία και να τα λέμε, όσο κίνημα και να αναπτύξουμε . Με τι τρόπους θα γίνει αυτό; Με τουλάχιστον 7 τρόπους:
  1. η ανακατανομή πλούτου, τα άμεσα μέτρα ανακούφισης θα στρέψουν μερίδες εργαζομένων στα αριστερά.
  2. Η ανακατανομή εξουσίας με την ενίσχυση της λαϊκής συμμετοχής, των λαϊκών συνελεύσεων, του εργατικού ελέγχου, της ενίσχυση του σ.κ. και γενικότερα την προώθηση του λαϊκού παράγοντα στο προσκήνιο, θα έχουν σημαντική επίδραση στο συσχετισμό δυνάμεων.
  3. Η επιτυχημένη εφαρμογή ενός άλλου δρόμου για την ελληνική κοινωνία θα διαλύσει τους φόβους του αβέβαιου, θα δείξει ότι ρεαλιστική εναλλακτική, θα αποδείξει ότι δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Ένα μεγάλο μέρος εργαζομένων θα κερδηθεί έτσι.
  4. Η τιμωρία των ενόχων για σκάνδαλα, διασπάθιση δημόσιου χρήματος, για παρανομίες εκποίησης της δημόσιας περιουσίας, θα ικανοποιήσει το αίσθημα δικαίου για σημαντικές μερίδες της κοινής γνώμης.
  5. Η εξυγίανση των δημόσιων επιχειρήσεων, η αποτελεσματική λειτουργία τους, η αποκατάσταση του δημόσιου χαρακτήρα τους θα αλλάξει την σημερινή ηγεμονική αντίληψη για την ανωτερότητα του ιδιωτικού, καπιταλιστικού τομέα, που είναι και η καρδιά της ηγεμονίας της αστικής ιδεολογίας, και του νεοφιλελευθερισμού, στην συντριπτική πλειοψηφία των μεσοστρωμάτων, ακόμα και σε μεγάλες μερίδες των μισθωτών.
  6. Η εξυγίανση του κλίματος στα ΜΜΕ θα περιορίσει τις δυνατότητες της μνημονιακής προπαγάνδας. Μακροπρόθεσμα, ο εκδημοκρατισμός στα προγράμματα διδασκαλίας στο σχολείο θα περιορίσει την κυριαρχία της αστικής ιδεολογίας και του εθνικισμού.
  7. Οι πιθανές διεθνείς αλλαγές και το νέο διεθνές κλίμα που θα επιφέρει μια κυβέρνηση της Αριστεράς, θα ενισχύσουν με την σειρά τους την αριστερή κυβέρνηση. Είτε πρόκειται για πιθανές αριστερές κυβερνήσεις πχ σε Ιρλανδία, Ισπανία, είτε για μετατοπίσεις σοσιαλιστικών κομμάτων σε πιο αριστερές θέσεις σαν αποτέλεσμα της ταξικής πάλης.

Δεν παραγνωρίζουμε ότι θα υπάρχουν και αντίρροπες τάσεις: σημαντικές δυσκολίες θα προκύψουν από την πίεση του διεθνούς καπιταλισμού, από το σαμποτάζ της αστικής τάξης και κάποιο προσωρινό χάος που συνειδητά θα επιφέρουν κινήσεις της όπως επενδυτική αποχή, φυγή κεφαλαίων κτλ. Δυσκολίες θα προκύψουν και από το αν η υπόλοιπη αριστερά συνεχίσει την αδιέξοδη και στείρα αντι-ΣΥΡΙΖΑ πολιτική, επενδύοντας σε μια πιθανή αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ. Όμως το συνολικό ισοζύγιο θα πρέπει να είναι θετικό, αλλιώς δεν αξίζει καν να προσπαθήσουμε. Έτσι πολλά από τα καθήκοντα που βάζει στον ΣΥΡΙΖΑ το κείμενο των 53, δεν μπορεί να εκπληρωθούν πριν αφαιρέσουμε την κυβερνητική εξουσία από το αστικό μπλοκ.

Το δεύτερο αδύνατο σημείο είναι εκείνο που καλλιεργεί μια περιφρόνηση απέναντι στην κοινή γνώμη . Πέρα από μια ελιτίστικη αντίληψη ότι η Αριστερά έχει το αλάθητο του Πάπα, δείχνει ότι έτσι δεν έχουμε κατά νου την δημιουργία πλειοψηφίας. Και φυσικά αφού προσδοκάμε να κερδίσουμε πλειοψηφία με την σημερινή συνείδηση των μαζών και δεν σκοπεύουμε “να εκλέξουμε ένα άλλο λαό”, θα πρέπει να δούμε που οι ιδέες μας δεν είναι ηγεμονικές, και να αφήσουμε αυτά τα ζητήματα ανοικτά για να λυθούν στο μέλλον. Εξ άλλου αυτή είναι νομίζουμε η ιδέα του δημοκρατικού σοσιαλισμού. Ότι όσα μέτρα παίρνονται να έχουν την λαϊκή πλειοψηφία, και να μην επιβάλλονται απόψεις είτε “σωστές” αλλά μειοψηφικές, είτε απλές ιδεοληψίες μας. (Απαράβατος φυσικά κανόνας είναι η υπεράσπιση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας,δικαιώματα που δεν υπόκεινται στον κανόνα της πλειοψηφίας).
Η αντίληψη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να ριζοσπαστικοποιηθεί δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Το ζητούμενο είναι η ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας. Και αυτό μπορεί να γίνει μόνο αν πρώτα αφαιρέσουμε την κυβέρνηση απο το αστικό μπλοκ, πράγμα που απαιτεί έναν ΣΥΡΙΖΑ που να εκφράζει την κοινωνία όπως είναι σήμερα. Ναι, αυτό δεν ανοίγει άμεσα τον δρόμο για τον σοσιαλισμό. Εξ άλλου ακόμα δεν υπάρχουν ούτε οι διεθνείς ούτε οι εθνικές προϋποθέσεις για αυτόν. Ανοίγει όμως τον δρόμο για την ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας. Η ριζοσπαστικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ θα τον αποκόψει από την πλειοψηφία, δεν θα κερδίσει την κυβέρνηση και έτσι θα ματαιωθεί και η ριζοσπαστικοποίηση της κοινωνίας που είναι προϋπόθεση για βαθύτερες αλλαγές στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού.